Αν και δεν οδήγησε σε άμεση συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ή σε συγκεκριμένο χάρτη πορείας για την ειρήνευση, εντούτοις λειτούργησε ως σημείο καμπής, καθώς επανέφερε το Κρεμλίνο στη διεθνή διπλωματική σκηνή και μετέβαλε τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στον πόλεμο. Η επιλογή της Αλάσκας δεν ήταν τυχαία, καθώς συνδύασε την παρουσία σε αμερικανικό έδαφος με τη γεωγραφική εγγύτητα προς τη Ρωσία, στέλνοντας το μήνυμα μιας ισορροπίας ισχύος που υπενθυμίζει τον ψυχροπολεμικό συμβολισμό. Ο Πούτιν κατάφερε να εμφανιστεί ως ισότιμος συνομιλητής των Ηνωμένων Πολιτειών και να προβάλει την εικόνα του αναγκαίου εταίρου, γεγονός που αντιστρέφει εν μέρει την απομόνωση στην οποία είχε περιέλθει μετά την εισβολή του 2022. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, απομακρύνθηκε από την αρχική του θέση περί άμεσης εκεχειρίας και επιχείρησε να παρουσιάσει τη σύνοδο ως εφαλτήριο μιας συνολικής ειρηνευτικής διευθέτησης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο εδαφικών παραχωρήσεων από την Ουκρανία, κάτι που ενισχύει την εικόνα του ως ρεαλιστή αλλά ταυτόχρονα προκαλεί έντονες αντιδράσεις εντός της Δύσης.

Η ρωσική στρατηγική ήταν σαφής: επιδίωξη παγώματος του πολέμου σε θέσεις ευνοϊκές για τη Μόσχα, με κατοχύρωση του ελέγχου στο Ντονέτσκ και το Λουχάνσκ και μερική υποχώρηση στις περιοχές Χερσώνα και Ζαπορίζια. Με τον τρόπο αυτό, η Ρωσία επιχειρεί να εμπεδώσει τα στρατηγικά της κεκτημένα και να μετατρέψει τα πρόσκαιρα αποτελέσματα των συγκρούσεων σε μόνιμα δεδομένα, πριν εισέλθει σε οποιαδήποτε ουσιαστική συζήτηση ειρήνης. Το γεγονός ότι το σενάριο αυτό συζητήθηκε, έστω και αν απορρίφθηκε από το Κίεβο, δείχνει ότι η Μόσχα έχει επιτύχει να επιβάλει την ατζέντα της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Η Ευρώπη βρέθηκε σε δύσκολη θέση, διχασμένη ανάμεσα στην ανάγκη να στηρίξει την Ουκρανία ως κράτος που υπερασπίζεται την εδαφική του ακεραιότητα και στην επιθυμία να τερματιστεί ένας πόλεμος που έχει προκαλέσει τεράστια κοινωνικά και οικονομικά βάρη. Η απουσία του Βολοντίμιρ Ζελένσκι από τη Σύνοδο δημιούργησε ανησυχίες ότι οι δύο μεγάλες δυνάμεις ενδέχεται να διαπραγματευτούν πάνω από τα κεφάλια των Ουκρανών, σε μια διαδικασία που θυμίζει τη Γιάλτα του 1945. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπάθησε να ανακόψει αυτό το ενδεχόμενο, ενισχύοντας τη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς το Κίεβο και ταυτόχρονα δηλώνοντας πως καμία λύση δεν είναι αποδεκτή χωρίς την ενεργή συμμετοχή της ουκρανικής κυβέρνησης. Ωστόσο, στο εσωτερικό της Ευρώπης η πολιτική και κοινωνική κόπωση αυξάνεται, με αποτέλεσμα να ενισχύονται φωνές που ζητούν «ειρήνη με κάθε κόστος», κάτι που αποδυναμώνει την ενιαία στάση της Δύσης.

Για την Ουκρανία, η Σύνοδος της Αλάσκας λειτούργησε ως προειδοποίηση για την επισφάλεια της θέσης της στο διεθνές διπλωματικό παιχνίδι. Ο Ζελένσκι γνωρίζει ότι αν το Κίεβο δεν συνεχίσει να επιδεικνύει στρατιωτική αντοχή και ικανότητα ανάκτησης εδαφών, θα βρεθεί αντιμέτωπο με πιέσεις για παραχωρήσεις που θα υπονομεύσουν την κυριαρχία και το μέλλον του κράτους. Η εξέλιξη στο πεδίο της μάχης θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την έκβαση των διαπραγματεύσεων: αν ο ουκρανικός στρατός επιτύχει προελάσεις, το Κίεβο θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση· αν όμως υπάρξουν νέες ρωσικές νίκες, θα αυξηθεί η πίεση για έναν επώδυνο συμβιβασμό.

Το μέλλον του ουκρανικού ζητήματος διαγράφεται αβέβαιο και πολλαπλώς εξαρτημένο. Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ δείχνουν διατεθειμένες να επιδιώξουν μια ειρηνευτική λύση ακόμη και με παραχωρήσεις, ώστε να απελευθερώσουν πόρους και στρατηγική ενέργεια για την αντιπαράθεση με την Κίνα και τις κρίσεις στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, η Ρωσία δεν έχει λόγο να βιαστεί να συναινέσει σε συμφωνία, αφού κάθε μήνας που περνά εδραιώνει τον έλεγχο των κατεχόμενων εδαφών και ενισχύει τη θέση της στο τραπέζι. Η Ευρώπη, εν μέσω εσωτερικών διχασμών, αναζητεί ρόλο μεσολαβητή και εγγυητή, αλλά η περιορισμένη στρατιωτική της ισχύς και οι ενεργειακές της ανάγκες την καθιστούν περισσότερο εξαρτημένη από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον. Η Ουκρανία, τέλος, συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός γεωπολιτικού ανταγωνισμού που ξεπερνά τα σύνορά της και αφορά το μέλλον της ίδιας της διεθνούς τάξης πραγμάτων.

Η Σύνοδος της Αλάσκας δεν προσέφερε λύση, αλλά μετέβαλε το πλαίσιο. Αντί για τον μονόδρομο των κυρώσεων και της στρατιωτικής υποστήριξης, άνοιξε η συζήτηση για μια πιθανή ειρήνη που όμως δεν θα βασίζεται αποκλειστικά στο διεθνές δίκαιο, αλλά σε μια νέα ισορροπία ισχύος. Αυτό το δίλημμα ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό, ανάμεσα στις αρχές της κυριαρχίας και στην πραγματικότητα των στρατιωτικών συσχετισμών, θα καθορίσει το τι μέλλει γενέσθαι στην Ουκρανία. Το ερώτημα είναι αν το διεθνές σύστημα θα καταφέρει να συνδυάσει την ανάγκη για ειρήνη με την υπεράσπιση των θεμελιωδών κανόνων που το στηρίζουν ή αν θα οδηγηθεί σε μια νέα εποχή όπου οι ισχυροί θα επιβάλλουν τη βούλησή τους στους αδύναμους, επαναφέροντας τον κόσμο σε ένα μοντέλο διεθνούς πολιτικής περισσότερο συγγενές με εκείνο του Ψυχρού Πολέμου.