.
Η κρίση που διατρέχει σήμερα η Γαλλία δεν είναι ούτε απλή ούτε συγκυριακή∙ είναι κρίση βαθιά πολιτειακή, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική και γεωπολιτική, η οποία εδράζεται σε θεμέλια ιστορικά και θεσμικά. Η Πέμπτη Δημοκρατία, το θεσμικό οικοδόμημα που εγκαθιδρύθηκε το 1958 υπό την επιρροή και καθοδήγηση του Σαρλ ντε Γκωλ, υπήρξε για δεκαετίες πηγή σταθερότητας και αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, τα εγγενή χαρακτηριστικά του ημιπροεδρικού της συστήματος, που τότε προσέφεραν λύση στην αστάθεια και την αποσύνθεση της Τέταρτης Δημοκρατίας, σήμερα έχουν εξελιχθεί σε παράγοντες κρίσης και διάρρηξης της σχέσης κράτους-κοινωνίας. Η ανάλυση του φαινομένου απαιτεί προσεκτική θεώρηση μέσα από το πρίσμα της πολιτικής επιστήμης, της ιστορίας, της διοικητικής θεωρίας, της οικονομικής ιστορίας και του συνταγματικού δικαίου, με αναφορά στη συγκριτική μελέτη των πολιτευμάτων και στη διεθνή βιβλιογραφία που ερμήνευσε την ιδιοτυπία της γαλλικής περίπτωσης.
Ο Maurice Duverger, θεμελιωτής της θεωρίας του ημιπροεδρικού συστήματος, ήταν ο πρώτος που διέκρινε ότι το Σύνταγμα της 5ης Δημοκρατίας συγκροτούσε ένα sui generis μοντέλο διακυβέρνησης, που συνδύαζε χαρακτηριστικά προεδρικού και κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο Πρόεδρος, εκλεγόμενος απευθείας από το εκλογικό σώμα (μετά το δημοψήφισμα του 1962 που καθιέρωσε την άμεση εκλογή), διαθέτει ισχυρή νομιμοποίηση και συγκεντρώνει ευρείες εξουσίες: καθοριστικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, δυνατότητα διάλυσης της Εθνοσυνέλευσης, προσφυγή σε δημοψηφίσματα (άρθρο 11 Σ.) και ευρείες εξουσίες σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης (άρθρο 16 Σ.). Η κυβέρνηση, αν και τυπικά υπεύθυνη ενώπιον του κοινοβουλίου, στην πράξη λειτουργεί ως όργανο του Προέδρου, εκτός αν εμφανιστεί το φαινόμενο της «συγκατοίκησης». Ο Giovanni Sartori παρατήρησε εύστοχα ότι το σύστημα αυτό δημιουργεί «διπλή νομιμοποίηση», με συνέπεια την αναπόφευκτη σύγκρουση ή τουλάχιστον την τριβή μεταξύ Προέδρου και Πρωθυπουργού. Ο Arend Lijphart, συγκριτικώς, κατέταξε τη Γαλλία στις «majoritarian democracies» με έμφαση στην εκτελεστική εξουσία, παρατηρώντας ότι η θεσμική σταθερότητα που προσφέρει ενδέχεται να συνοδεύεται από κοινωνική αποξένωση και έλλειψη συμμετοχικότητας.
Η ιστορική εμπειρία της Γαλλίας μετά το 1958 φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτές τις θεωρητικές επισημάνσεις. Ο ντε Γκωλ οικοδόμησε έναν θεσμό προσαρμοσμένο στο πρότυπο της δικής του προσωπικότητας και ηγεμονικής παρουσίας. Η «γκωλική μοναρχία» παρείχε στη Γαλλία τη σταθερότητα που είχε στερηθεί υπό την Τέταρτη Δημοκρατία, όμως στηριζόταν περισσότερο στη χαρισματική νομιμοποίηση του στρατηγού παρά σε μια ισόρροπη διάταξη εξουσιών. Η μετέπειτα πορεία των Προέδρων –από τον Ζορζ Πομπιντού έως τον Εμανουέλ Μακρόν– απέδειξε ότι κάθε πρόεδρος επιχειρούσε να προσαρμόσει το θεσμικό πλαίσιο στα δικά του πολιτικά χαρακτηριστικά, ενισχύοντας την προσωποκρατία. Ο Μιτεράν, ο οποίος αρχικά καταδίκασε το «μοναρχικό» σύνταγμα, τελικά το αξιοποίησε για να εδραιώσει την εξουσία του. Ο Σιράκ και ο Σαρκοζί αναπαρήγαγαν την υπερδραστήρια εκτελεστική ηγεμονία, ενώ ο Ολάντ απέτυχε να δώσει στίγμα, δείχνοντας ότι ο Πρόεδρος μπορεί να είναι θεσμικά πανίσχυρος αλλά πολιτικά αδύναμος. Ο Μακρόν, εκλεγμένος ως «πρόεδρος εκτός κομματικών δεσμεύσεων», εξέφρασε την υπόσχεση ενός «νέου ξεκινήματος», αλλά τελικά αναπαρήγαγε το μοντέλο του απομονωμένου από τον λαό «Jupiter président».
Η κρίση νομιμοποίησης της Πέμπτης Δημοκρατίας εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Οι παραδοσιακοί μηχανισμοί διαμεσολάβησης –πολιτικά κόμματα, συνδικάτα, κοινοβούλιο– υποχώρησαν. Η πολιτική αντιπροσώπευση φθίνει, η αποχή από τις εκλογές αυξάνεται δραματικά, και οι κοινωνικές εντάσεις εκφράζονται πλέον εκτός θεσμών, μέσω κινημάτων όπως τα «κίτρινα γιλέκα». Η προεδρική φιγούρα, αντί να λειτουργεί ως στοιχείο εθνικής ενότητας, γίνεται επίκεντρο αντιπαράθεσης, φορέας των κοινωνικών απογοητεύσεων και στόχος οργής. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι απλώς πολιτικό αλλά θεσμικό: αποκαλύπτει την αδυναμία του συστήματος να μετουσιώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε θεσμική μεταρρύθμιση.
Η οικονομική διάσταση της κρίσης είναι εξίσου καθοριστική. Από τη δεκαετία του 1980, με τη μετάβαση από τον κεϋνσιανό παρεμβατισμό στον νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονισμό, η Γαλλία βρέθηκε αντιμέτωπη με ανεργία, αποβιομηχάνιση και δημοσιονομικούς περιορισμούς. Η ένταξη στο ευρώ στέρησε από το γαλλικό κράτος εργαλεία μακροοικονομικής προσαρμογής. Οι πολίτες, ωστόσο, συνέχισαν να περιμένουν από τον Πρόεδρο λύσεις σε εθνικό επίπεδο. Αυτό δημιούργησε μια επικίνδυνη ασυμμετρία: οι προσδοκίες παραμένουν στο εσωτερικό, αλλά οι αποφάσεις λαμβάνονται σε υπερεθνικά κέντρα. Η θεσμική υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Προέδρου μετατράπηκε έτσι σε παγίδα, καθώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται τον Πρόεδρο ως παντοδύναμο ενώ εκείνος έχει ουσιαστικά περιορισμένες δυνατότητες να δράσει.
Η γεωπολιτική θέση της Γαλλίας εντείνει την κρίση αυτή. Ως πυρηνική δύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και κεντρικός πυλώνας της Ε.Ε., η Γαλλία προβάλλει ως παγκόσμιος παίκτης. Ωστόσο, η εσωτερική αποδυνάμωση της θεσμικής νομιμοποίησης υποσκάπτει την εξωτερική της ισχύ. Η απώλεια επιρροής στην Αφρική, οι δυσκολίες χάραξης αυτόνομης ευρωπαϊκής στρατηγικής και η αδυναμία άσκησης συνεκτικής μεσογειακής πολιτικής αποτυπώνουν την εσωτερική αστάθεια στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Ο ίδιος ο θεσμός της προεδρίας, σχεδιασμένος για να δίνει αποφασιστικότητα στα διεθνή ζητήματα, έχει μετατραπεί σε συμβολική μάσκα μιας αδυναμίας.
Από νομική άποψη, η Πέμπτη Δημοκρατία δοκιμάζεται στον πυρήνα της συνταγματικής της νομιμοποίησης. Η θεωρία του συνταγματικού δικαίου διαπιστώνει εδώ και χρόνια την τάση υπερσυγκέντρωσης εξουσιών και την ατροφία του κοινοβουλίου. Η συνταγματική ιστορία της Γαλλίας μας διδάσκει ότι κάθε Δημοκρατία αντικατέστησε την προηγούμενη ύστερα από βαθιές κρίσεις. Η Τρίτη κατέρρευσε με την ήττα του 1940, η Τέταρτη κατέρρευσε με την αποικιοκρατική κρίση και τον αλγερινό πόλεμο. Σήμερα, η Πέμπτη μοιάζει να διαβρώνεται εσωτερικά, χωρίς ακόμη μια θεαματική κατάρρευση, αλλά με μια σταδιακή απονομιμοποίηση που ίσως οδηγήσει σε θεσμική μετάβαση. Η συζήτηση για μια Έκτη Δημοκρατία είναι πλέον ανοιχτή στον πολιτικό λόγο και τη συνταγματική θεωρία.
Η διοικητική διάσταση δεν είναι λιγότερο σημαντική. Η γαλλική κρατική μηχανή, με την έντονα συγκεντρωτική της φύση και την παράδοση του μεγάλου κράτους πρόνοιας, αντιμετωπίζει αδυναμία προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις ευελιξίας και αποκέντρωσης. Η αίσθηση των πολιτών ότι το κράτος είναι μακρινό, γραφειοκρατικό και ανάλγητο εντείνει την κρίση εμπιστοσύνης. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» δεν αμφισβήτησε μόνο την οικονομική πολιτική, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επικοινωνεί με τους πολίτες. Πρόκειται για κρίση διοικητικής αντιπροσώπευσης που αντανακλάται θεσμικά.
Εν κατακλείδι, η Πέμπτη Δημοκρατία, που υπήρξε το φάρμακο στην αστάθεια της Τέταρτης, εμφανίζεται σήμερα ως πηγή μιας νέας κρίσης. Η διάρρηξη των θεσμών της, η απονομιμοποίηση του προέδρου, η ατροφία του κοινοβουλίου, η αδυναμία της κυβέρνησης να λειτουργήσει ως πραγματικός φορέας διακυβέρνησης, η διοικητική αναποτελεσματικότητα και οι κοινωνικοοικονομικές πιέσεις συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η θεωρητική επεξεργασία του Duverger για το ημιπροεδρικό σύστημα, οι συγκριτικές αναλύσεις του Sartori και του Lijphart, η ίδια η συνταγματική ιστορία της Γαλλίας, όλα συγκλίνουν στο ότι η σημερινή κρίση είναι δομική. Δεν πρόκειται για απλή πολιτική φθορά ενός ηγέτη ή μιας παράταξης, αλλά για βαθύτατη κρίση πολιτειακής νομιμοποίησης. Η Γαλλία, ιστορικά πρωτοπόρος στην πολιτική θεωρία και πράξη, βρίσκεται ίσως στο κατώφλι μιας Έκτης Δημοκρατίας, μιας αναθεώρησης του κοινωνικού συμβολαίου που θα επιδιώξει να γεφυρώσει το χάσμα κράτους-κοινωνίας. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι μόνο εάν θα αντέξει η Πέμπτη Δημοκρατία, αλλά αν οι θεσμοί της μπορούν να ανανεωθούν ώστε να εκφράσουν εκ νέου το πνεύμα του γαλλικού λαού, ή αν θα χρειαστεί μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική για να αποκατασταθεί η δημοκρατική ισορροπία και η κοινωνική συνοχή.
Πρόσφατα σχόλια