Οι ταυτόχρονες πυρκαγιές δοκιμάζουν την ικανότητα ολόκληρου του κράτους να εξακολουθεί να παράγει προστασία όταν η ζήτηση για δημόσια ασφάλεια αυξάνεται απότομα, κατανέμεται σε διαφορετικά σημεία της επικράτειας και υπερβαίνει την άνετη χωρητικότητα των διαθέσιμων θεσμών. Η διαφορά είναι αποφασιστική. Μια μεγάλη αλλά γεωγραφικά συγκεντρωμένη πυρκαγιά επιτρέπει, τουλάχιστον θεωρητικά, τη συγκέντρωση προσωπικού, εναέριων μέσων, μηχανημάτων, αστυνομικών δυνάμεων, διασωστών και πολιτικής προσοχής σε ένα κυρίαρχο πεδίο επιχειρήσεων. Η ταυτόχρονη εκδήλωση πολλών σοβαρών μετώπων καταργεί αυτή την πολυτέλεια. Κάθε ενίσχυση μιας περιοχής μειώνει τη διαθέσιμη προστασία κάποιας άλλης, κάθε παρατεταμένη αποστολή επιβαρύνει την ετοιμότητα της επόμενης ημέρας και κάθε βλάβη, τραυματισμός ή καθυστέρηση μπορεί να μεταβάλει το συνολικό εθνικό ισοζύγιο ασφάλειας.

Οι επίσημες ενημερώσεις των τελευταίων ημερών αποτυπώνουν ακριβώς αυτή την πίεση. Από τις 27 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου καταγράφηκαν 220 αγροτοδασικές πυρκαγιές σε ολόκληρη τη χώρα, με το Πυροσβεστικό Σώμα να αναφέρεται ρητά σε σειρά ιδιαίτερα απαιτητικών και ταυτόχρονων συμβάντων.  Τα δεδομένα δείχνουν ότι η κρατική επίδοση δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από το μεγαλύτερο ορατό μέτωπο, διότι την ίδια στιγμή δεκάδες μικρότερα συμβάντα πρέπει να εντοπίζονται, να αξιολογούνται και να καταστέλλονται προτού εξελιχθούν σε πρόσθετες μεγάλες κρίσεις.

Η έννοια της κρατικής ικανότητας χρησιμοποιείται συχνά με τρόπο ασαφή, σαν να αναφέρεται απλώς στο μέγεθος του κρατικού μηχανισμού ή στο ύψος των δαπανών του. Στην πραγματικότητα, η κατοχή πόρων αποτελεί μόνο την πρώτη ύλη της ικανότητας. Κρατική ικανότητα υπάρχει όταν οι θεσμοί μπορούν να μετατρέπουν εγκαίρως ανθρώπους, εξοπλισμό, πληροφορίες, χρηματοδότηση και νομικές αρμοδιότητες σε αξιόπιστο δημόσιο αποτέλεσμα. Ένα πυροσβεστικό όχημα καταχωρισμένο στον στόλο δεν παράγει προστασία όταν βρίσκεται σε βλάβη, δεν διαθέτει πλήρωμα ή καθυστερεί να φτάσει λόγω ανεπαρκούς οδικής πρόσβασης. Ένα εναέριο μέσο δεν ισοδυναμεί με πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα όταν οι συνθήκες πτήσης δεν επιτρέπουν ασφαλή χρήση, όταν απαιτείται συντήρηση ή όταν έχει ήδη δεσμευθεί εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Ένα σχέδιο εκκένωσης δεν αποτελεί ικανότητα όταν δεν έχει δοκιμαστεί, όταν οι δρόμοι δεν επαρκούν ή όταν οι τοπικές υπηρεσίες δεν διαθέτουν τα μέσα μεταφοράς των ανθρώπων που αδυνατούν να μετακινηθούν μόνοι τους.

Η σοβαρή αποτίμηση οφείλει, συνεπώς, να διακρίνει την ονομαστική από την αποτελεσματική ικανότητα. Η ονομαστική ικανότητα αποτυπώνεται σε καταλόγους: οργανικές θέσεις, αριθμό οχημάτων, αεροσκαφών, υδροφόρων, drones, επιχειρησιακών κέντρων και σχεδίων. Η αποτελεσματική ικανότητα είναι το τμήμα αυτών των πόρων που μπορεί πράγματι να ενεργοποιηθεί στον αναγκαίο τόπο και χρόνο. Υπάρχει, επιπλέον, η διατηρήσιμη ικανότητα: το επίπεδο επιχειρησιακής ισχύος που μπορεί να διατηρηθεί επί ημέρες χωρίς να εξαντληθούν οι άνθρωποι, να αυξηθούν επικίνδυνα οι τεχνικές βλάβες ή να αποδιοργανωθούν οι υπόλοιπες υπηρεσίες. Τέλος, υπάρχει η ανανεώσιμη ικανότητα, δηλαδή η ταχύτητα με την οποία προσωπικό και μέσα επανέρχονται σε πλήρη ετοιμότητα μετά από μια μεγάλη επιχείρηση. Ένα σύστημα μπορεί να εμφανίζει εντυπωσιακή κινητοποίηση για λίγες ώρες και, ταυτόχρονα, να είναι εύθραυστο απέναντι σε μια δεύτερη ή τρίτη ημέρα πολλαπλών πυρκαγιών.

Τα ταυτόχρονα μέτωπα αποκαλύπτουν ιδίως την οριακή ικανότητα του συστήματος. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες πυρκαγιές μπορεί να αντιμετωπίσει κατά μέσο όρο το κράτος, αλλά τι συμβαίνει όταν προστίθεται ακόμη μία σοβαρή πυρκαγιά ενώ οι κύριες δυνάμεις έχουν ήδη δεσμευθεί. Η πρώτη μεγάλη επιχείρηση μπορεί να απορροφηθεί με μετακινήσεις και έκτακτη ενίσχυση. Η δεύτερη μπορεί να απαιτήσει αναστολή αδειών και μεταφορά μονάδων από γειτονικές περιφέρειες. Η τρίτη μπορεί να αρχίσει να αποδυναμώνει την εθνική εφεδρεία, ενώ η τέταρτη να επιβάλει επιλογές ανάμεσα σε ανταγωνιστικά αιτήματα προστασίας. Η κρατική ανθεκτικότητα κρίνεται σε αυτό ακριβώς το περιθώριο, όχι στον συνολικό αριθμό μέσων όταν το σύστημα λειτουργεί κάτω από τις μέγιστες απαιτήσεις του.

Η πολλαπλότητα των πυρκαγιών μετατρέπει έτσι την κατανομή πόρων σε ουσιαστική πολιτική επιλογή, ακόμη και όταν η απόφαση λαμβάνεται από υπηρεσιακά όργανα. Όταν δεν υπάρχουν αρκετά εναέρια μέσα για όλα τα αιτήματα, πρέπει να σταθμιστούν ο άμεσος κίνδυνος για τη ζωή, η πυκνότητα και η ευαλωτότητα του πληθυσμού, η ταχύτητα εξάπλωσης, η ύπαρξη ασφαλών διαδρομών εκκένωσης, η έκθεση κρίσιμων υποδομών, η οικολογική αξία της περιοχής και η ικανότητα των τοπικών δυνάμεων να συγκρατήσουν μόνες τους το μέτωπο. Οι σταθμίσεις αυτές δεν μπορούν να εξαφανιστούν πίσω από την τεχνική γλώσσα της επιχειρησιακής διοίκησης. Αφορούν τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία κατανέμει άνισους και περιορισμένους πόρους προστασίας υπό συνθήκες αβεβαιότητας.

Το δυσκολότερο στοιχείο αυτής της κατανομής είναι η στρατηγική εφεδρεία. Στη δημόσια αντίληψη, κάθε αδρανές μέσο ενώ υπάρχει ενεργό μέτωπο μπορεί να θεωρηθεί αναξιοποίητο. Στην πραγματικότητα, η πλήρης δέσμευση όλων των διαθέσιμων πόρων στο πρώτο μεγάλο συμβάν μπορεί να αποτελεί σοβαρό επιχειρησιακό σφάλμα. Το κράτος δεν γνωρίζει πού και πότε θα εκδηλωθεί η επόμενη εστία, ούτε αν αυτή θα απειλήσει πυκνοκατοικημένη περιοχή, νοσοκομείο, ενεργειακή εγκατάσταση ή νησί με περιορισμένη δυνατότητα άμεσης ενίσχυσης. Η εφεδρεία δεν είναι πλεονάζουσα δύναμη. Είναι η υλική έκφραση της αναγνώρισης ότι η πρόβλεψη παραμένει ατελής και ότι η επόμενη απαίτηση μπορεί να είναι σοβαρότερη από την τρέχουσα.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο λογοδοσίας. Η αποστολή όλων των διαθέσιμων μέσων στο ορατό μέτωπο είναι πολιτικά εύκολη και επικοινωνιακά εντυπωσιακή, αλλά μπορεί να αφήσει τη χώρα απροστάτευτη απέναντι σε νέο συμβάν. Η διατήρηση εφεδρείας είναι στρατηγικά ορθολογική, αλλά δύσκολα εξηγείται στους κατοίκους μιας περιοχής που βλέπουν τη φωτιά να πλησιάζει. Η λύση δεν μπορεί να είναι η απόκρυψη των κριτηρίων. Χρειάζεται εκ των προτέρων καθορισμένο πλαίσιο για το ελάχιστο επίπεδο εθνικής και περιφερειακής εφεδρείας, τις προϋποθέσεις αποδέσμευσής της και τις διαδικασίες ταχείας αναπλήρωσης. Έτσι η επιλογή παύει να εμφανίζεται ως αυθαίρετη εύνοια ή εγκατάλειψη και καθίσταται ελέγξιμη εφαρμογή μιας δημόσια γνωστής στρατηγικής.

Η γεωγραφία καθιστά το πρόβλημα ακόμη δυσκολότερο. Η Ελλάδα δεν είναι ενιαίος επιχειρησιακός χώρος στον οποίο τα μέσα μετακινούνται με τον ίδιο χρόνο και κόστος. Η νησιωτικότητα, οι ορεινοί όγκοι, οι περιορισμένες οδικές συνδέσεις, οι παράκτιοι οικισμοί με μία κύρια έξοδο και η μεγάλη εποχική αύξηση του πληθυσμού μεταβάλλουν ριζικά την πραγματική διαθεσιμότητα των πόρων. Ένα όχημα που βρίσκεται εκατό χιλιόμετρα μακριά μπορεί να φθάσει πολύ αργότερα από όσο υποδηλώνει η απόσταση. Η μεταφορά βαρέων μηχανημάτων σε νησί μπορεί να απαιτήσει θαλάσσια σύνδεση που δεν είναι άμεσα διαθέσιμη. Η συγκέντρωση εναέριων μέσων στην Αττική μπορεί να αυξήσει τον χρόνο πρώτης ρίψης σε απομακρυσμένες περιοχές. Επομένως, η εθνική ισχύς πρέπει να συνδυάζεται με ελάχιστη περιφερειακή αυτοδυναμία, προσαρμοσμένη όχι μόνο στον μόνιμο πληθυσμό αλλά και στον θερινό, στη βλάστηση, στο ανάγλυφο και στον χρόνο εξωτερικής ενίσχυσης.

Η επιχειρησιακή ικανότητα εξαρτάται επίσης από έναν πόρο που δεν μπορεί να αγοραστεί ή να μεταφερθεί άμεσα: τη συσσωρευμένη εμπειρία. Η δασοπυρόσβεση απαιτεί κατανόηση της συμπεριφοράς της φωτιάς, του τοπικού ανάγλυφου, της επίδρασης των ανέμων, των ασφαλών ορίων εμπλοκής και των τρόπων συνεργασίας διαφορετικών μονάδων. Ένας νέος εξοπλισμός μπορεί να παραδοθεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία· ένας έμπειρος επικεφαλής συμβάντος παράγεται μέσα από χρόνια εκπαίδευσης, επιχειρήσεων, αξιολόγησης και μεταφοράς γνώσης. Η κρατική πολιτική που επικεντρώνεται στις προμήθειες αλλά υποτιμά την οργανωσιακή μνήμη, τη διατήρηση έμπειρου προσωπικού και την ποιότητα της μεσαίας διοικητικής βαθμίδας οικοδομεί τεχνολογικά ισχυρό αλλά επιχειρησιακά ρηχό μηχανισμό.

Η κόπωση είναι η πλέον υποτιμημένη μορφή εξάντλησης αυτής της ικανότητας. Οι παρατεταμένες βάρδιες, η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες και καπνό, η έλλειψη ύπνου, η ψυχολογική πίεση και η συνεχής μετάβαση από συμβάν σε συμβάν μειώνουν σταδιακά την ακρίβεια των αποφάσεων, την αντίληψη κινδύνου και τη φυσική ασφάλεια του προσωπικού. Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου μπορεί να είναι αναπόφευκτη για περιορισμένο χρόνο, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη υποκατάσταση της επαρκούς στελέχωσης. Όταν η λειτουργία του μηχανισμού βασίζεται συστηματικά στην αυτοθυσία των εργαζομένων, το κράτος δεν διαθέτει υψηλή ικανότητα· δανείζεται προσωρινή ισχύ από τη μελλοντική υγεία και ετοιμότητά τους.

Η ανθρώπινη αντοχή συνδέεται άμεσα με την επιμελητεία. Οι μεγάλες επιχειρήσεις απαιτούν καύσιμα, ανταλλακτικά, τρόφιμα, πόσιμο νερό, χώρους ανάπαυσης, μεταφορές, τεχνικούς, εναλλακτικές επικοινωνίες και έγκαιρη εναλλαγή πληρωμάτων. Αυτές οι λειτουργίες σπανίως βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας εικόνας, αλλά καθορίζουν πόσο διαρκεί η πραγματική ισχύς του συστήματος. Ένα εναέριο μέσο χωρίς διαθέσιμο τεχνικό κύκλο υποστήριξης ή ένα πεζοπόρο τμήμα χωρίς οργανωμένη αντικατάσταση δεν αποτελεί μακροχρόνια ικανότητα. Η κρατική επάρκεια κρίνεται από την αθέατη υποδομή που επιτρέπει στις πρώτες γραμμές να εξακολουθούν να λειτουργούν.

Η νέα θεσμική αρχιτεκτονική επιχειρεί να αντιμετωπίσει ορισμένα από αυτά τα προβλήματα. Ο νόμος του 2026 εισήγαγε δεσμευτικούς Κανόνες Εμπλοκής, Σύστημα Διοίκησης Συμβάντων, σχέδια κοινής επιχειρησιακής δράσης, στοιχεία τακτικής διοίκησης, επιχειρησιακά κέντρα συμβάντων, μηχανισμούς επιστημονικής αξιολόγησης μεγάλων πυρκαγιών και ετήσιο απολογισμό της αντιπυρικής περιόδου. Προβλέπει επίσης ότι η επιχειρησιακή οργάνωση πρέπει να λειτουργεί σε στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο, με διαλειτουργικά συστήματα επικοινωνίας, ανταλλαγή πληροφοριών και διαμόρφωση ενιαίας επιχειρησιακής εικόνας.

Η κατεύθυνση αυτή είναι θεσμικά σημαντική, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Η ψήφιση ενός νόμου δημιουργεί κανόνες, εξουσιοδοτήσεις και οργανωτικές δυνατότητες· δεν δημιουργεί αυτομάτως κοινή επιχειρησιακή κουλτούρα. Για να λειτουργήσει ένα Σύστημα Διοίκησης Συμβάντων, πρέπει τα στελέχη διαφορετικών φορέων να έχουν εκπαιδευτεί στις ίδιες έννοιες, να γνωρίζουν ποιος αποφασίζει, ποια πληροφορία μεταδίδεται, σε ποια μορφή και με ποια χρονική συχνότητα. Τα κινητά κέντρα πρέπει να διαθέτουν ασφαλή χωροθέτηση, τεχνική υποστήριξη και συνδέσμους που έχουν πραγματική επικοινωνία με τις προϊστάμενες διοικήσεις τους. Τα κοινά σχέδια πρέπει να έχουν ασκηθεί υπό συνθήκες που προσεγγίζουν την πραγματική πίεση και όχι μόνο σε συμβολικές, προβλέψιμες ασκήσεις.

Εμφανίζεται εδώ η διάκριση μεταξύ κανονιστικής και οργανωσιακής ικανότητας. Η πρώτη αποτυπώνει τι προβλέπεται να συμβεί. Η δεύτερη αποδεικνύει τι συμβαίνει όταν οι επικοινωνίες υπερφορτώνονται, οι πληροφορίες είναι αντιφατικές, ο χρόνος συμπιέζεται και οι τοπικές υπηρεσίες διαθέτουν άνισους πόρους. Η Πολιτική Προστασία μπορεί να έχει άρτια νομική δομή και, παρ’ όλα αυτά, να αντιμετωπίζει καθυστερήσεις εξαιτίας ασαφούς εφαρμογής, απουσίας κοινών διαδικασιών ή υπερβολικής εξάρτησης από άτυπες προσωπικές σχέσεις. Το πραγματικό τεστ δεν είναι αν κάθε αρμοδιότητα έχει αποδοθεί σε κάποιο όργανο, αλλά αν οι αρμοδιότητες συνδέονται σε συνεχή αλυσίδα απόφασης και εκτέλεσης.

Το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», με συνολικό ύψος άνω των δύο δισεκατομμυρίων ευρώ, επιχειρεί να ανανεώσει επίγεια και εναέρια μέσα, συστήματα επιτήρησης, drones, κινητά κέντρα, τηλεπικοινωνίες, υποδομές και ανθρώπινες δεξιότητες. Πρόκειται για επένδυση μεγάλης κλίμακας που μπορεί να μεταβάλει ουσιωδώς τη διαθέσιμη τεχνολογική βάση του συστήματος. Η αξία της, όμως, δεν θα κριθεί από τον αριθμό των συμβάσεων ή των παραδόσεων, αλλά από το κατά πόσον τα νέα μέσα θα ενταχθούν σε βιώσιμο κύκλο στελέχωσης, συντήρησης, εκπαίδευσης και επιχειρησιακής χρήσης. Η αγορά ενός οχήματος είναι εφάπαξ επένδυση· η λειτουργική του διαθεσιμότητα επί δεκαετίες απαιτεί σταθερές δαπάνες, ανταλλακτικά, τεχνικούς, οδηγούς και προγραμματισμό ανανέωσης.

Η τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει την έγκαιρη ανίχνευση και την κοινή εικόνα, αλλά δεν καταργεί το πρόβλημα της διοικητικής απορρόφησης. Περισσότεροι αισθητήρες και δορυφορικές ειδοποιήσεις μπορεί να παράγουν περισσότερα σήματα από όσα μπορούν να επαληθευτούν και να αξιολογηθούν εγκαίρως. Τα drones απαιτούν χειριστές, κανόνες εναέριου συντονισμού και τρόπο ενσωμάτωσης της εικόνας τους στις αποφάσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποστηρίζει προβλέψεις εξάπλωσης, αλλά δεν επιλύει το κανονιστικό ερώτημα ποια περιοχή θα λάβει προτεραιότητα όταν τα μέσα δεν επαρκούν. Η τεχνολογική αναβάθμιση αυξάνει την κρατική ικανότητα μόνο όταν συνοδεύεται από ανασχεδιασμό διαδικασιών και ενίσχυση των ανθρώπων που μετατρέπουν τα δεδομένα σε απόφαση.

Η πρόληψη πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μηχανισμός αύξησης της διαθέσιμης επιχειρησιακής ικανότητας και όχι ως χωριστό περιβαλλοντικό πεδίο. Κάθε πυρκαγιά που εντοπίζεται νωρίς, κάθε ζώνη καύσιμης ύλης που έχει διαχειριστεί σωστά, κάθε πρόσβαση που επιτρέπει ασφαλή επίγεια επέμβαση και κάθε οικισμός που διαθέτει λειτουργική περιμετρική προστασία μειώνει το προσωπικό και τα μέσα που θα απαιτηθούν αργότερα. Η πρόληψη δεν εγγυάται την απουσία πυρκαγιάς· μεταβάλλει την πιθανότητα ένα συμβάν να υπερβεί τη δυνατότητα αρχικής προσβολής. Υπό αυτή την έννοια, η πρόληψη αποτελεί τον φθηνότερο και ασφαλέστερο τρόπο δημιουργίας εφεδρείας.

Η σημερινή κατανομή αρμοδιοτήτων δυσχεραίνει αυτή τη σύνδεση. Η Πυροσβεστική αναλαμβάνει την καταστολή, οι δασικές υπηρεσίες τη διαχείριση του δασικού χώρου, οι δήμοι τους καθαρισμούς και μεγάλο μέρος της τοπικής προετοιμασίας, οι περιφέρειες υποστηρικτικές λειτουργίες και το κράτος τον γενικό συντονισμό και τη χρηματοδότηση. Ο επιμερισμός δεν είναι από μόνος του λανθασμένος. Γίνεται προβληματικός όταν κάθε φορέας βελτιστοποιεί τη δική του περιορισμένη αρμοδιότητα χωρίς ενιαία ευθύνη για το συνολικό αποτέλεσμα. Η καθυστέρηση ενός προληπτικού έργου μπορεί να αυξήσει δραματικά τις απαιτήσεις της πυρόσβεσης, αλλά το κόστος της αποτυχίας εμφανίζεται σε διαφορετικό προϋπολογισμό και διαφορετική υπηρεσία από εκείνη που έλαβε την αρχική απόφαση.

Η πραγματική πολυεπίπεδη ικανότητα προϋποθέτει επίσης αντιμετώπιση της άνισης κατάστασης των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεν έχουν όλοι οι δήμοι τις ίδιες τεχνικές υπηρεσίες, εξειδικευμένο προσωπικό, μηχανήματα, γεωγραφικά πληροφοριακά συστήματα ή δυνατότητα εικοσιτετράωρης λειτουργίας. Η ανάθεση της ίδιας τυπικής υποχρέωσης σε έναν μεγάλο μητροπολιτικό και σε έναν μικρό ορεινό ή νησιωτικό δήμο δεν παράγει ισότιμη προστασία. Ενδέχεται, αντίθετα, να δημιουργεί νομική επίφαση αποκέντρωσης, ενώ στην πράξη η μικρή τοπική αρχή παραμένει εξαρτημένη από την έκτακτη κεντρική βοήθεια.

Το κράτος οφείλει, επομένως, να καθορίσει ελάχιστο εγγυημένο επίπεδο τοπικής ικανότητας ανάλογο προς τον κίνδυνο και όχι απλώς προς τον πληθυσμό. Αυτό περιλαμβάνει στελέχωση πολιτικής προστασίας, πρόσβαση σε κοινά μηχανήματα, επικαιροποιημένη χαρτογράφηση, δυνατότητα λειτουργίας τοπικού κέντρου, καταγραφή κρίσιμων δομών και ευάλωτων πληθυσμών, σχέδια εκκένωσης και τακτικές ασκήσεις. Όπου ένας δήμος δεν μπορεί να διατηρήσει μόνος του αυτή την υποδομή, απαιτούνται σταθερές διαδημοτικές ή περιφερειακές υπηρεσίες, όχι προσωρινές συνεργασίες που ενεργοποιούνται αφού ξεσπάσει η φωτιά. Η νομοθετική πρόβλεψη τοπικών και περιφερειακών κέντρων και διαδημοτικών σχεδίων δημιουργεί βάση για τέτοιες λύσεις, αλλά η αποτελεσματικότητά τους θα εξαρτηθεί από τη χρηματοδότηση, την καθημερινή λειτουργία και την άσκησή τους.

Η κρατική ικανότητα δεν αφορά, επιπλέον, μόνο δημόσιους φορείς. Οι πυρκαγιές παράγονται και επεκτείνονται μέσα σε περιβάλλον όπου λειτουργούν ιδιωτικά ηλεκτρικά δίκτυα, ενεργειακές εγκαταστάσεις, βιομηχανίες, τουριστικές μονάδες και ιδιοκτησίες. Η επίσημη ενημέρωση για την πρόσφατη πυρκαγιά στη Βοιωτία προσδιόρισε ως σημείο έναρξης γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας που συνδεόταν με ιδιωτική ενεργειακή εγκατάσταση, ενώ στο ίδιο σημείο είχε εκδηλωθεί πυρκαγιά και στα τέλη Ιουνίου. Χωρίς να προδικάζεται η τελική νομική ευθύνη, η περίπτωση αναδεικνύει ότι η δημόσια ασφάλεια εξαρτάται και από την ποιότητα ιδιωτικής συντήρησης, εποπτείας και συμμόρφωσης.

Ένα ώριμο κράτος δεν περιορίζεται στην κατάσβεση του κινδύνου που έχει παραχθεί από ιδιωτική δραστηριότητα. Επιβάλλει προληπτικά πρότυπα, ελέγχει την εφαρμογή τους, απαιτεί συστήματα αυτόματης διακοπής όπου δικαιολογούνται, καθιστά τους φορείς υπόλογους για τη συντήρηση και εξασφαλίζει επαρκή ασφαλιστική ή χρηματοδοτική κάλυψη του ενδεχόμενου κοινωνικού κόστους. Διαφορετικά, το ιδιωτικό όφελος από τη λειτουργία της εγκατάστασης συνυπάρχει με κοινωνικοποίηση του κινδύνου, καθώς το Δημόσιο, οι κάτοικοι και τα οικοσυστήματα επωμίζονται τις συνέπειες της ανεπαρκούς πρόληψης.

Η διατήρηση της λειτουργίας των υπόλοιπων δημόσιων υπηρεσιών αποτελεί άλλη μία παραγνωρισμένη διάσταση. Η αποστολή αστυνομικών σε εκκενώσεις, ασθενοφόρων σε μέτωπα και μηχανημάτων έργου σε αντιπυρικές γραμμές δεν είναι χωρίς κόστος για την καθημερινή ασφάλεια, την επείγουσα περίθαλψη και τις λοιπές ανάγκες της χώρας. Ένα κράτος μπορεί να παρουσιάζει υψηλή πυροσβεστική κινητοποίηση ενώ μεταφέρει αθέατη ανεπάρκεια σε άλλους τομείς. Η πραγματική ικανότητα προϋποθέτει σχέδια λειτουργικής συνέχειας, ώστε η αντιμετώπιση της πυρκαγιάς να μη διαλύει κρίσιμες υπηρεσίες που δεν εμφανίζονται στις εικόνες του μετώπου.

Η αποτίμηση χρειάζεται, συνεπώς, διαφορετικούς δείκτες. Ο συνολικός αριθμός πυρκαγιών που κατασβέστηκαν στο αρχικό στάδιο είναι σημαντικός αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να καταγράφονται ο χρόνος από την πρώτη αναγγελία έως την επιβεβαίωση, ο χρόνος άφιξης της αρχικής δύναμης, η γεωγραφική διαθεσιμότητα μέσων ανά ώρα, το ποσοστό του στόλου σε τεχνική ετοιμότητα, ο βαθμός εξάντλησης της εφεδρείας, ο χρόνος αποκατάστασης μετά από κάθε αποστολή, οι ώρες συνεχούς εργασίας, οι αποτυχίες επικοινωνίας και οι καθυστερήσεις ανακατανομής. Πρέπει επίσης να αξιολογείται αν μια τοπική επιτυχία επιτεύχθηκε με τρόπο που αύξησε υπέρμετρα τον κίνδυνο σε άλλη περιοχή.

Χρειάζεται ακόμη να διαχωριστεί το αποτέλεσμα από την ποιότητα της απόφασης. Μια ορθολογική απόφαση μπορεί να οδηγήσει σε ζημία επειδή οι συνθήκες μεταβλήθηκαν δυσμενώς. Μια ανεπαρκώς τεκμηριωμένη απόφαση μπορεί να καταλήξει σε θετικό αποτέλεσμα λόγω τύχης ή ευνοϊκής μεταβολής του ανέμου. Η εκ των υστέρων αξιολόγηση δεν πρέπει να κρίνει μόνο ποια περιοχή κάηκε, αλλά τι γνώριζαν οι αρμόδιοι τη στιγμή της απόφασης, ποιες εναλλακτικές διέθεταν και αν εφάρμοσαν συνεπή κριτήρια. Η πρόβλεψη ανεξάρτητης επιστημονικής αξιολόγησης μεγάλων πυρκαγιών και ετήσιου απολογισμού είναι σημαντική ακριβώς επειδή μπορεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την πολιτική εντύπωση στην ανασύνθεση της πραγματικής διαδικασίας.

Για να έχει αποτέλεσμα, η αξιολόγηση δεν πρέπει να τελειώνει με ένα πόρισμα. Κάθε διαπιστωμένη αδυναμία πρέπει να συνδέεται με αρμόδιο φορέα, προθεσμία, χρηματοδότηση και δημόσια παρακολούθηση. Το ελληνικό διοικητικό σύστημα έχει παραγάγει επανειλημμένα εκθέσεις των οποίων οι συστάσεις δεν μετατράπηκαν σε σταθερή οργανωτική αλλαγή. Η μάθηση δεν είναι η γνώση ότι έγινε λάθος· είναι η αποδεδειγμένη μεταβολή διαδικασιών ώστε το ίδιο λάθος να είναι δυσκολότερο να επαναληφθεί.

Η ευρωπαϊκή διάσταση παρέχει πρόσθετη, όχι απεριόριστη, ασφάλεια. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Πολιτικής Προστασίας και η εφεδρεία rescEU μπορούν να ενισχύσουν ένα κράτος που βρίσκεται υπό πίεση. Δεν εξαλείφουν, όμως, την ανάγκη εθνικού πυρήνα, ιδίως όταν πολλές χώρες της Μεσογείου πλήττονται ταυτόχρονα και τα μέσα που θα μπορούσαν να διατεθούν βρίσκονται ήδη σε εθνική χρήση. Η ευρωπαϊκή βοήθεια πρέπει να εντάσσεται σε προκαθορισμένο σχεδιασμό: πότε ζητείται, ποια κενά καλύπτει, πώς ενσωματώνεται στην εθνική διοίκηση και ποια διαλειτουργικότητα απαιτείται.

Η διεθνής συζήτηση για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών έχει ήδη μετατοπιστεί από την απλή απόκριση στη διακυβέρνηση του κινδύνου. Το Πλαίσιο Sendai συνδέει την αποτελεσματική προστασία με την κατανόηση του κινδύνου, την ισχυρή διακυβέρνηση, τη μακροχρόνια επένδυση στην ανθεκτικότητα και την προετοιμασία για αποτελεσματική απόκριση και καλύτερη αποκατάσταση. Οι νεότερες ευρωπαϊκές αξιολογήσεις επισημαίνουν επίσης την ανάγκη σαφέστερης ανάθεσης ευθύνης για τον κλιματικό κίνδυνο, κοινών μεθόδων και μετρήσιμης αξιολόγησης των μέτρων προσαρμογής.

Από αυτή την οπτική, η κρατική ικανότητα δεν πρέπει να κρίνεται από το αν το κράτος ισχυρίζεται ότι ήταν «παρόν», αλλά από την αξιοπιστία της προστατευτικής του λειτουργίας. Παρουσία δεν είναι μόνο η εμφάνιση δυνάμεων στο μέτωπο. Είναι η έγκαιρη πρόληψη, η ορθολογική κατανομή, η διατήρηση εφεδρειών, η φροντίδα του προσωπικού, η συνέχεια των υπηρεσιών, η ασφαλής εκκένωση, η προστασία των υποδομών και η ικανότητα να αντλείται δεσμευτικό δίδαγμα από την αποτυχία. Η κρατική ισχύς δεν μετράται από τη μέγιστη εικόνα κινητοποίησης που μπορεί να παραγάγει για λίγες ώρες, αλλά από το ελάχιστο επίπεδο προστασίας που μπορεί να εγγυηθεί παντού όταν οι απαιτήσεις πλησιάζουν ή υπερβαίνουν τα συνήθη όριά της.

Οι ταυτόχρονες πυρκαγιές αποκαλύπτουν τελικά ότι η κρατική ικανότητα είναι σχέση μεταξύ ισχύος και χρόνου. Το κράτος πρέπει να ενεργεί γρήγορα, αλλά να μην εξαντλείται γρήγορα. Πρέπει να συγκεντρώνει δυνάμεις, αλλά να μην εγκαταλείπει την υπόλοιπη επικράτεια. Πρέπει να αξιοποιεί τεχνολογία, αλλά να διατηρεί κρίση και οργανωσιακή γνώση. Πρέπει να αναθέτει αρμοδιότητες τοπικά, αλλά να εγγυάται ότι οι τοπικές αρχές διαθέτουν τα μέσα να τις ασκήσουν. Πρέπει να αποδέχεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει κάθε ακραίο φαινόμενο, χωρίς να μετατρέπει την κλιματική επιδείνωση σε γενική απαλλαγή από την ευθύνη προετοιμασίας.

Το πραγματικό κριτήριο δεν είναι αν η χώρα διαθέτει πολλά μέσα, αλλά αν μπορεί να τα μετατρέψει σε συνεχή και δίκαια κατανεμημένη προστασία. Δεν είναι αν κατασβέστηκε μία μεγάλη πυρκαγιά, αλλά αν το σύστημα παρέμεινε ικανό να αντιμετωπίσει την επόμενη. Δεν είναι αν ψηφίστηκε σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο, αλλά αν οι θεσμοί λειτουργούν με κοινή γλώσσα και πειθαρχία όταν το περιβάλλον γίνεται χαοτικό. Η πραγματική κρατική ικανότητα αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η έκτακτη επίδειξη ισχύος: στην ικανότητα του κράτους να αντέχει, να επιλέγει ορθολογικά, να προστατεύει χωρίς αυθαίρετες γεωγραφικές ανισότητες και να ανανεώνει την ετοιμότητά του ενώ η κρίση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.