Η  γαλλική πολιτική παρουσιάζει μια θεσμική αντίφαση. Η Εθνοσυνέλευση διαθέτει σήμερα έντεκα κοινοβουλευτικές ομάδες και καμία από αυτές δεν πλησιάζει την απόλυτη πλειοψηφία. Η Εθνική Συσπείρωση αριθμεί 121 βουλευτές, το Ensemble pour la République 90, η Ανυπότακτη Γαλλία 70, οι Σοσιαλιστές 68, ενώ ακολουθούν Ρεπουμπλικανοί, Οικολόγοι, Δημοκράτες, Horizons και μικρότεροι σχηματισμοί. Η εικόνα αυτή απέχει ριζικά από το κομματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Πέμπτη Δημοκρατία απέκτησε την κλασική μορφή λειτουργίας της. Η θεσμική αρχιτεκτονική εξακολουθεί να επιβραβεύει τη σαφή πλειοψηφία, ενώ η κοινωνική και πολιτική δομή παράγει όλο και συχνότερα πολλαπλά, αμοιβαία ανταγωνιστικά μπλοκ.

Η διατύπωση ότι το Σύνταγμα του 1958 «σχεδιάστηκε για πλειοψηφική λογική» χρειάζεται, ωστόσο, ιστορική ακρίβεια. Οι συντακτικοί φορείς του 1958 δεν ξεκίνησαν από ένα σταθερό δικομματικό σύστημα. Αντιθέτως, είχαν απέναντί τους την πολυκομματική και ασταθή εμπειρία της Τέταρτης Δημοκρατίας. Ο στόχος τους ήταν να περιορίσουν τις αποσταθεροποιητικές συνέπειες αυτού του πολυκομματισμού μέσω θεσμικών μηχανισμών: αυστηρότερες προϋποθέσεις πρότασης μομφής, ενίσχυση της κυβέρνησης στη νομοθετική διαδικασία, δυνατότητα διάλυσης της Εθνοσυνέλευσης και σαφής διάκριση μεταξύ νομοθετικού και κανονιστικού πεδίου. Ο λεγόμενος εξορθολογισμένος κοινοβουλευτισμός σχεδιάστηκε ακριβώς επειδή δεν υπήρχε εμπιστοσύνη ότι τα κόμματα θα παρήγαν από μόνα τους σταθερές πλειοψηφίες.

Η πλειοψηφική λογική της Πέμπτης Δημοκρατίας διαμορφώθηκε επομένως σε μεγάλο βαθμό μετά την ίδρυσή της. Η άμεση προεδρική εκλογή του 1962 και η σταδιακή αναδιοργάνωση του κομματικού ανταγωνισμού γύρω από την προεδρική εκλογή δημιούργησαν έναν μηχανισμό συγκέντρωσης. Τα κόμματα είχαν κίνητρο να συνενώνονται σε ευρύτερους συνασπισμούς γύρω από υποψηφίους ικανούς να φτάσουν στον δεύτερο γύρο της προεδρικής εκλογής. Το πλειοψηφικό σύστημα δύο γύρων στις βουλευτικές εκλογές ενίσχυσε την ίδια τάση. Ο κατακερματισμός περιοριζόταν στην εκλογική έξοδο ακόμη και όταν παρέμενε σημαντικός στην κοινωνική βάση.

Αυτή η διαδικασία παρήγαγε το «πλειοψηφικό γεγονός», ένα φαινόμενο που μεταμόρφωσε βαθύτερα τη λειτουργία του Συντάγματος από πολλές τυπικές αναθεωρήσεις. Η ύπαρξη πειθαρχημένης πλειοψηφίας επέτρεπε στον Πρόεδρο και στην κυβέρνηση να χρησιμοποιούν την ισχυρή θεσμική αρχιτεκτονική όχι απλώς για να επιβιώνουν, αλλά για να κυβερνούν με μεγάλη αποτελεσματικότητα. Η προεδρική πλειοψηφία λειτουργούσε ως σύνδεσμος ανάμεσα στο Élysée, το Matignon και την Εθνοσυνέλευση. Η εκτελεστική ισχύς μετατρεπόταν σε νομοθετική ικανότητα.

Η πενταετής προεδρική θητεία και η αντιστροφή του εκλογικού ημερολογίου μετά το 2000 ολοκλήρωσαν σχεδόν αυτή τη θεσμική εξέλιξη. Από το 2002 οι βουλευτικές εκλογές ακολουθούν την προεδρική, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η δυναμική υπέρ του νεοεκλεγμένου Προέδρου. Η σχετική γαλλική θεσμική βιβλιογραφία έχει αναγνωρίσει ότι η μεταβολή αυτή επιδίωκε ρητά τη σύμπτωση προεδρικής και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και περιόριζε την πιθανότητα συγκατοίκησης. Το Σύνταγμα και το κομματικό σύστημα σχημάτισαν έτσι ένα ενιαίο λειτουργικό οικοσύστημα προεδρικά καθοδηγούμενης πλειοψηφικής διακυβέρνησης.

Η κατάρρευση των παραδοσιακών κομματικών πυλώνων μετά το 2017 διέκοψε αυτή την ισορροπία. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα και οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν την παλαιά ικανότητά τους να οργανώνουν δύο μεγάλα κυβερνητικά στρατόπεδα. Ο Emmanuel Macron κατέκτησε την προεδρία δημιουργώντας νέο κεντρώο χώρο, αλλά η ίδια επιτυχία επιτάχυνε την αποδόμηση των παλαιών κομματικών διαμεσολαβήσεων. Ταυτόχρονα, η Εθνική Συσπείρωση μετατράπηκε σε μαζική εκλογική δύναμη και η Ανυπότακτη Γαλλία εδραίωσε έναν ισχυρό ριζοσπαστικό αριστερό πόλο.

Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς περισσότερα κόμματα. Είναι διαφορετική γεωμετρία πολιτικού ανταγωνισμού. Η κλασική Πέμπτη Δημοκρατία μπορούσε να οργανώνει το πολιτικό πεδίο γύρω από δύο μεγάλα μπλοκ, καθένα από τα οποία διέθετε δυνατότητα να σχηματίσει κυβερνητική πλειοψηφία. Η σημερινή Γαλλία περιλαμβάνει πολλαπλά κέντρα που συχνά διαθέτουν ισχυρά αντικίνητρα συνεργασίας μεταξύ τους. Η άκρα Δεξιά, το μακρονικό κέντρο, η ριζοσπαστική Αριστερά και η μετριοπαθέστερη Κεντροαριστερά ανταγωνίζονται ταυτόχρονα για διαφορετικά τμήματα του εκλογικού σώματος. Δημοσκόπηση της 12ης Οκτωβρίου 2026 εμφανίζει Marine Le Pen και Jean-Luc Mélenchon να προηγούνται σε σενάρια πρώτου γύρου για το 2027, ένδειξη της βαθιάς πόλωσης και της συνεχιζόμενης πίεσης στο κέντρο.

Η θεσμική συνέπεια είναι η εμφάνιση «αρνητικών πλειοψηφιών». Διαφορετικές ομάδες μπορούν να συμφωνούν στην απόρριψη κυβερνητικής πρότασης χωρίς να μπορούν να συμφωνήσουν σε κοινό εναλλακτικό πρόγραμμα. Αυτή είναι ποιοτικά διαφορετική κατάσταση από τη συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού. Η απόλυτη πλειοψηφία μπορεί να μην υπάρχει υπέρ της κυβέρνησης, αλλά ούτε και εναντίον της σε αρκετές κρίσιμες στιγμές. Η κυβέρνηση επιβιώνει μέσα σε ένα ενδιάμεσο θεσμικό πεδίο, στο οποίο η απουσία θετικής κοινοβουλευτικής υποστήριξης αντισταθμίζεται από την αδυναμία της αντιπολίτευσης να συντονίσει την ανατροπή της.

Το άρθρο 49 §3 αποκτά υπό αυτές τις συνθήκες διαφορετική πολιτική λειτουργία από εκείνη που είχε σε εποχές σταθερών πλειοψηφιών. Όταν μια κυβέρνηση με πλειοψηφία χρησιμοποιεί τον μηχανισμό, το εργαλείο μπορεί να λειτουργεί κυρίως ως μέσο πειθαρχίας της δικής της κοινοβουλευτικής ομάδας ή επιτάχυνσης της νομοθετικής διαδικασίας. Όταν μια μειοψηφική κυβέρνηση τον χρησιμοποιεί, γίνεται μέσο υποκατάστασης της απουσίας θετικής πλειοψηφίας. Ο προϋπολογισμός του 2026 υιοθετήθηκε τελικά με αυτόν τον τρόπο, ενώ οι αντίστοιχες προτάσεις μομφής απορρίφθηκαν.

Η διαδικασία αποκαλύπτει την ιδιαιτερότητα της γαλλικής συνταγματικής μηχανικής. Σε ένα κλασικό κοινοβουλευτικό σύστημα συνασπισμών, η απουσία πλειοψηφίας θα οδηγούσε συνήθως σε διαπραγμάτευση προγραμματικής συμφωνίας πριν από τον σχηματισμό κυβέρνησης. Η γαλλική κυβέρνηση μπορεί να σχηματιστεί χωρίς υποχρεωτική θετική ψήφο επένδυσης και να παραμείνει στην εξουσία εφόσον οι αντίπαλοί της δεν συγκροτήσουν απόλυτη πλειοψηφία μομφής. Το σύστημα συνεπώς επιτρέπει μειοψηφική διακυβέρνηση με πολύ μεγαλύτερη θεσμική ανθεκτικότητα από ό,τι θα περίμενε κανείς από τον αριθμό των εδρών της κυβερνητικής βάσης.

Η ανθεκτικότητα αυτή είχε σχεδιαστεί για να διορθώσει τα ελαττώματα του ασθενούς κοινοβουλευτισμού. Σήμερα όμως μπορεί να μειώνει τα κίνητρα δημιουργίας σταθερών συνασπισμών. Εφόσον η κυβέρνηση μπορεί να επιβιώνει χωρίς προγραμματική πλειοψηφία, τα κόμματα της αντιπολίτευσης μπορούν να διατηρούν μεγαλύτερη στρατηγική απόσταση. Υποστηρίζουν ή ανέχονται μεμονωμένες επιλογές χωρίς να αναλαμβάνουν συλλογική κυβερνητική ευθύνη. Έτσι το θεσμικό σύστημα προστατεύει την εκτελεστική συνέχεια, αλλά δεν επιβάλλει στα κόμματα τη συνεργασία που θα απαιτούσε ένα περισσότερο συνασπιστικό μοντέλο.

Η σημερινή γαλλική δημοσιονομική πολιτική αποδεικνύει τα όρια αυτού του μοντέλου. Ο προϋπολογισμός του 2027 απαιτεί μεγάλες περικοπές και φορολογικές μεταβολές ώστε να μειωθεί το έλλειμμα από περίπου 5,4% στο 5% του ΑΕΠ. Η κυβέρνηση διαθέτει περιορισμένη κοινοβουλευτική βάση, ενώ τα κόμματα προετοιμάζονται ταυτόχρονα για την προεδρική εκλογή και έχουν ισχυρά κίνητρα να αποφεύγουν επώδυνες δημοσιονομικές ευθύνες. Οι πρώτες κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις ήδη ανέτρεψαν κυβερνητικές προτάσεις για τους συνταξιούχους.

Εδώ εμφανίζεται μια βαθύτερη αντίφαση. Το θεσμικό σύστημα ενισχύει την εκτελεστική ικανότητα, ενώ το κομματικό σύστημα παράγει όλο και λιγότερο ευδιάκριτη δημοκρατική εντολή. Η εκτελεστική εξουσία διαθέτει θεσμικά μέσα να προωθήσει πολιτική, αλλά η νομιμοποίηση των μεγάλων μεταρρυθμίσεων γίνεται περισσότερο εύθραυστη όταν η κυβέρνηση δεν διαθέτει πλειοψηφία και οι κοινωνικές αντιδράσεις είναι έντονες. Η δημοσιονομική πίεση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, επειδή αφαιρεί την παλαιότερη δυνατότητα επίτευξης κοινωνικών συμβιβασμών μέσω αύξησης των δημόσιων δαπανών.

Η πολυκομματικότητα επομένως δεν δημιουργεί απλώς αριθμητικό πρόβλημα. Μεταβάλλει τη φύση της πολιτικής λογοδοσίας. Σε ένα σαφές πλειοψηφικό σύστημα, οι ψηφοφόροι μπορούν σχετικά εύκολα να συνδέσουν την κυβερνητική πολιτική με συγκεκριμένο κόμμα ή συνασπισμό. Σε ένα σύστημα όπου η κυβέρνηση εξαρτάται από συγκυριακή ανοχή διαφορετικών ομάδων, η ευθύνη γίνεται περισσότερο διάχυτη. Κόμματα μπορούν να επηρεάζουν νομοθεσία χωρίς να συμμετέχουν στην κυβέρνηση, να αποτρέπουν προτάσεις χωρίς να προσφέρουν συνολική εναλλακτική και να διατηρούν εκλογική καθαρότητα αποφεύγοντας την ευθύνη δύσκολων συμβιβασμών.

Αυτή η κατάσταση δεν σημαίνει ότι η Γαλλία χρειάζεται υποχρεωτικά επιστροφή σε τεχνητό διπολισμό. Ο πολυκομματισμός εκφράζει υπαρκτές κοινωνικές και ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Η θεσμική πρόκληση βρίσκεται στην ικανότητα του πολιτεύματος να μετατρέπει αυτόν τον πλουραλισμό σε κυβερνητική συνεργασία. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, η λειτουργία αυτή επιτελείται μέσω κουλτούρας συνασπισμών: κόμματα διαπραγματεύονται προγραμματικές συμφωνίες, μοιράζονται υπουργικές θέσεις και αναλαμβάνουν συλλογικά το πολιτικό κόστος.

Η Γαλλία διαθέτει μικρότερη παράδοση τέτοιων κυβερνητικών συνασπισμών. Η Πέμπτη Δημοκρατία καλλιέργησε επί δεκαετίες την προσδοκία ότι η προεδρική εκλογή θα παράγει σαφή πολιτική κατεύθυνση και ότι η Εθνοσυνέλευση θα την μεταφράσει σε πλειοψηφία. Αυτή η πολιτική κουλτούρα επιβιώνει ακόμη και όταν η κοινωνική βάση της έχει εξασθενήσει. Τα κόμματα συμπεριφέρονται συχνά σαν μελλοντικές αυτοδύναμες πλειοψηφίες σε ένα σύστημα που δεν παράγει πλέον εύκολα αυτοδύναμες πλειοψηφίες.

Η θεσμική μεταρρύθμιση μπορεί συνεπώς να κινηθεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Η εισαγωγή μεγαλύτερης αναλογικότητας στις βουλευτικές εκλογές θα ενίσχυε την αντιπροσωπευτικότητα, αλλά θα καθιστούσε ακόμη αναγκαίοτερη την ανάπτυξη κουλτούρας συνασπισμών. Μια υποχρεωτική θετική ψήφος επένδυσης θα ανάγκαζε τα κόμματα να συγκροτούν σαφέστερες πλειοψηφίες πριν από τη διακυβέρνηση. Η εποικοδομητική πρόταση δυσπιστίας, κατά το γερμανικό πρότυπο, θα συνέδεε την ανατροπή κυβέρνησης με ταυτόχρονη παραγωγή εναλλακτικής. Η επανεξέταση του εκλογικού ημερολογίου θα μπορούσε να αποκαταστήσει μεγαλύτερη αυτονομία στις βουλευτικές εκλογές. Καθεμία από αυτές τις επιλογές όμως αλλάζει διαφορετική διάσταση του πολιτεύματος και συνεπάγεται διαφορετική αντίληψη της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης.

Η βαθύτερη μεταβολή ίσως χρειάζεται να είναι περισσότερο πολιτική παρά νομική. Η Πέμπτη Δημοκρατία θα μπορούσε να προσαρμοστεί στον πολυκομματισμό εάν τα κόμματα αποδεχθούν ότι η κοινοβουλευτική συνεργασία δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής αδυναμίας αλλά φυσιολογικό αποτέλεσμα μιας πλουραλιστικής κοινωνίας. Το Σύνταγμα διαθέτει ήδη αρκετή ευελιξία ώστε να επιτρέψει κυβερνητικούς συμβιβασμούς. Αυτό που απουσιάζει περισσότερο είναι μια εδραιωμένη πρακτική προγραμματικών συνασπισμών και κοινής ανάληψης ευθύνης.

Η σύγχρονη Γαλλία επομένως δεν βρίσκεται απλώς μπροστά στην «κρίση ενός παλιού Συντάγματος». Βρίσκεται μπροστά στη διάλυση της άτυπης συμφωνίας μεταξύ Συντάγματος και κομματικού συστήματος που καθόρισε τη λειτουργία της Πέμπτης Δημοκρατίας για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Το συνταγματικό κείμενο παρείχε ισχυρή εκτελεστική εξουσία· το πλειοψηφικό κομματικό σύστημα παρείχε τη δημοκρατική και κοινοβουλευτική βάση για την άσκησή της. Το δεύτερο στοιχείο έχει εξασθενήσει χωρίς να έχει μεταβληθεί αναλόγως το πρώτο.

Αυτό ακριβώς εξηγεί τη σημερινή αίσθηση θεσμικής δυσαρμονίας. Ο Πρόεδρος εξακολουθεί να εκλέγεται ως εάν επρόκειτο να κατευθύνει μια συνεκτική κυβερνητική πλειοψηφία. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά συνταγματικά εργαλεία. Η Εθνοσυνέλευση όμως αντανακλά έναν πολύ πιο κατακερματισμένο πολιτικό κόσμο. Το θεσμικό σύστημα εξακολουθεί να περιμένει από την εκλογική διαδικασία να παράγει πλειοψηφική απλότητα, ενώ η κοινωνία παράγει πολιτική πολυπλοκότητα.

Η ανθεκτικότητα της Πέμπτης Δημοκρατίας θα κριθεί τελικά από τη δυνατότητά της να αποδεχθεί αυτή την πολυπλοκότητα χωρίς να χάσει τη βασική της κατάκτηση, δηλαδή τη σταθερότητα της δημόσιας εξουσίας. Η πρόκληση είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του 1958. Τότε η Γαλλία έπρεπε να περιορίσει την εξουσία ενός κατακερματισμένου Κοινοβουλίου ώστε να καταστεί δυνατή η κυβέρνηση. Σήμερα χρειάζεται να ενσωματώσει περισσότερο το κατακερματισμένο Κοινοβούλιο στη διαδικασία διακυβέρνησης ώστε η ισχυρή εκτελεστική εξουσία να διατηρεί επαρκή δημοκρατική βάση. Από τον τρόπο με τον οποίο θα επιλυθεί αυτή η αντίφαση θα εξαρτηθεί αν η Πέμπτη Δημοκρατία θα αποκτήσει μια νέα, περισσότερο διαπραγματευτική μορφή ή αν η σημερινή πολυκομματικότητα θα γίνει ο καταλύτης μιας βαθύτερης συνταγματικής αλλαγής.