.Η έννοια της κρίσης κατείχε ανέκαθεν κεντρική θέση στη θεωρία της διεθνούς πολιτικής οικονομίας ως χρονικά περιορισμένη απόκλιση από μια κανονική κατάσταση ισορροπίας. Η κρίση, υπό αυτή τη θεώρηση, αποτελούσε είτε εξωγενές σοκ είτε ενδογενή ανωμαλία, η οποία απαιτούσε διαχείριση, αποκατάσταση και επιστροφή στην κανονικότητα. Ωστόσο, στη σύγχρονη διεθνή τάξη, αυτή η διάκριση αποδεικνύεται ολοένα και λιγότερο λειτουργική. Η παρατεταμένη ένταση δεν λειτουργεί πλέον ως μεταβατικό στάδιο, αλλά ως σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο ανασχηματίζονται οι κανόνες, οι θεσμοί και οι μορφές άσκησης ισχύος.
Η μετάβαση από την κρίση στην κανονικότητα δεν συντελείται μέσω της επίλυσης των συγκρούσεων, αλλά μέσω της θεσμοποίησής τους. Η ένταση παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς επίλυση και μετατρέπεται σε δομικό δεδομένο της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Σε αυτό το περιβάλλον, οι δρώντες δεν επιδιώκουν την άρση της αβεβαιότητας, αλλά την προσαρμογή σε αυτήν. Η σταθερότητα δεν ορίζεται πλέον ως απουσία έντασης, αλλά ως ικανότητα λειτουργίας εντός ενός μόνιμα ασταθούς πλαισίου.
Από ρεαλιστική σκοπιά, αυτή η εξέλιξη συνιστά λογική προσαρμογή σε ένα σύστημα όπου οι σχέσεις ισχύος δεν επιτρέπουν οριστικές λύσεις. Η παρατεταμένη ένταση επιτρέπει τη διατήρηση της αποτροπής χωρίς το κόστος της άμεσης σύγκρουσης. Το ζητούμενο δεν είναι η νίκη, αλλά η διαχείριση του ανταγωνισμού σε επίπεδα που δεν προκαλούν ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Η κρίση, υπό αυτό το πρίσμα, μετατρέπεται σε εργαλείο στρατηγικής σταθεροποίησης.
Ο θεσμικός φιλελευθερισμός, ωστόσο, αναδεικνύει τη βαθιά αντίφαση αυτής της συνθήκης. Οι διεθνείς θεσμοί σχεδιάστηκαν για να απορροφούν κραδασμούς και να επαναφέρουν την ισορροπία. Όταν όμως η ένταση παγιώνεται, οι θεσμοί παύουν να λειτουργούν ως μηχανισμοί επίλυσης και μετατρέπονται σε μηχανισμούς διαχείρισης της κρίσης. Η κανονικότητα επαναπροσδιορίζεται σε χαμηλότερο επίπεδο θεσμικής φιλοδοξίας.
Η κριτική πολιτική οικονομία ερμηνεύει τη μετάβαση αυτή ως δομικό χαρακτηριστικό ενός παγκόσμιου συστήματος που αδυνατεί να παραγάγει καθολική συναίνεση. Η παρατεταμένη ένταση λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής της ιεραρχίας, επιτρέποντας στους ισχυρότερους δρώντες να επιβάλλουν όρους χωρίς την ανάγκη άμεσης στρατιωτικής επιβολής. Η κρίση δεν είναι αποτυχία του συστήματος· είναι τρόπος λειτουργίας του.
Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δεν αποτελεί απλώς διμερή σύγκρουση, αλλά εργαστήριο θεσμικής μετάλλαξης. Η παρατεταμένη ένταση μεταξύ των δύο πλευρών δεν στοχεύει στην άμεση ανατροπή του αντιπάλου, αλλά στη σταδιακή αναδιάρθρωση των όρων συμμετοχής του στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Οι κυρώσεις, οι περιορισμοί πρόσβασης σε χρηματοπιστωτικά δίκτυα και οι εμπορικοί αποκλεισμοί συγκροτούν ένα καθεστώς μόνιμης πίεσης που αναδιαμορφώνει τόσο τις κρατικές στρατηγικές όσο και τις κοινωνικές δομές.
Η κανονικοποίηση της έντασης έχει σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία των αγορών. Η αβεβαιότητα παύει να θεωρείται προσωρινή και ενσωματώνεται στις προσδοκίες των οικονομικών δρώντων. Οι επενδυτικές αποφάσεις, οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι ενεργειακές στρατηγικές ανασχεδιάζονται με βάση σενάρια μόνιμης αστάθειας. Η αγορά, αντί να λειτουργεί ως μηχανισμός εξομάλυνσης, καθίσταται φορέας μετάδοσης της έντασης.
Σε θεσμικό επίπεδο, η μετάβαση από την κρίση στην κανονικότητα οδηγεί σε μια σταδιακή αναδιάρθρωση της λογοδοσίας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται ολοένα και περισσότερο σε εκτελεστικό επίπεδο, με επίκληση της ανάγκης ταχείας αντίδρασης. Η δημοκρατική εποπτεία περιορίζεται, όχι μέσω ρητής κατάργησης, αλλά μέσω της διαρκούς επίκλησης του επείγοντος. Η εξαίρεση παγιώνεται ως κανονικότητα.
Η παρατεταμένη ένταση επιδρά επίσης στη γεωγραφία της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Τα κράτη και οι επιχειρήσεις αναζητούν εναλλακτικές διαδρομές, νέους εταίρους και παράλληλα συστήματα συναλλαγών. Η κατακερματισμένη παγκοσμιοποίηση δεν είναι αποτέλεσμα αποτυχίας, αλλά στρατηγικής προσαρμογής σε ένα περιβάλλον όπου η πλήρης ενσωμάτωση θεωρείται πηγή ευαλωτότητας.
Το κρίσιμο θεωρητικό σημείο είναι ότι η κανονικοποίηση της κρίσης δεν οδηγεί σε χάος, αλλά σε μια νέα μορφή τάξης. Πρόκειται για τάξη χαμηλής εμπιστοσύνης, υψηλής επιτήρησης και περιορισμένης θεσμικής φιλοδοξίας. Οι κανόνες δεν εξαφανίζονται, αλλά εφαρμόζονται επιλεκτικά. Η προβλεψιμότητα αντικαθίσταται από τη διαχείριση κινδύνου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διεθνής πολιτική οικονομία μετασχηματίζεται από πεδίο συντονισμού σε πεδίο διαρκούς προσαρμογής. Η κρίση παύει να είναι σημείο καμπής και μετατρέπεται σε υπόβαθρο. Οι δρώντες δεν αναμένουν την επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα, αλλά επενδύουν στη διατήρηση της ανθεκτικότητάς τους εντός μιας μόνιμα ασταθούς συνθήκης.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η παρατεταμένη ένταση δεν αποτελεί παθολογία της διεθνούς τάξης, αλλά τη νέα της μορφή. Η μετάβαση από την κρίση στην κανονικότητα σηματοδοτεί έναν βαθύ ανασχηματισμό της διεθνούς πολιτικής οικονομίας, όπου η ισχύς, οι θεσμοί και οι αγορές λειτουργούν υπό το καθεστώς της διαρκούς προετοιμασίας για το ενδεχόμενο κλιμάκωσης.
Πρόσφατα σχόλια