Η μετα-παγκοσμιοποιητική φάση της διεθνούς πολιτικής οικονομίας έχει επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα της αμερικανικής ηγεμονίας, όχι πλέον ως αυτονόητης δομικής πραγματικότητας, αλλά ως αντικείμενο στρατηγικής ανασύνθεσης. Η οικονομική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τη δεκαετία του 2010 δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς ούτε ως απλή απόσυρση από την παγκοσμιοποίηση ούτε ως αμιγώς προστατευτική στροφή. Αντιθέτως, συνιστά μια σύνθετη διαδικασία επαναπολιτικοποίησης της οικονομίας, μέσω της οποίας η αμερικανική ισχύς επιχειρεί να επαναθεμελιωθεί σε νέους όρους.

Κατά την κλασική φιλελεύθερη αφήγηση, η αμερικανική ηγεμονία στηρίχθηκε στη δημιουργία και διατήρηση ενός ανοικτού, πολυμερούς και κανoνοποιημένου οικονομικού συστήματος. Το ελεύθερο εμπόριο, η χρηματοπιστωτική ελευθερία και η θεσμική πολυμέρεια αποτέλεσαν όχι μόνο εργαλεία ευημερίας, αλλά και μηχανισμούς σταθεροποίησης της διεθνούς τάξης. Ωστόσο, η ίδια αυτή αρχιτεκτονική παρήγαγε μακροπρόθεσμα αποτελέσματα που υπονόμευσαν τη νομιμοποιητική της βάση στο εσωτερικό των ΗΠΑ: αποβιομηχάνιση, κοινωνικές ανισότητες και πολιτική πόλωση.

Η απάντηση της αμερικανικής πολιτείας δεν υπήρξε η επιστροφή στον οικονομικό εθνικισμό με τη στενή έννοια, αλλά η αναδιαμόρφωση της σχέσης κράτους–αγοράς υπό στρατηγικούς όρους. Η οικονομική πολιτική μετατράπηκε σε εργαλείο εθνικής ασφάλειας, τεχνολογικής υπεροχής και γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Αυτός ο μετασχηματισμός σηματοδοτεί μια βαθιά ρήξη με την ιδέα της οικονομικής ουδετερότητας και εισάγει μια νέα λογική στρατηγικής επιλεκτικότητας.

Από ρεαλιστική σκοπιά, η εξέλιξη αυτή ερμηνεύεται ως αναπόφευκτη προσαρμογή σε ένα αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα. Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί ανεξάρτητα από τον ανταγωνισμό ισχύος. Η χρήση βιομηχανικής πολιτικής, περιορισμών στην τεχνολογική διάχυση και επιλεκτικής προστασίας κρίσιμων τομέων συνιστά, υπό αυτό το πρίσμα, ορθολογική απάντηση σε απειλές στρατηγικής υποβάθμισης.

Ωστόσο, ο θεσμικός φιλελευθερισμός αναδεικνύει τις αντιφάσεις αυτής της στροφής. Η μονομερής εργαλειοποίηση της οικονομικής πολιτικής υπονομεύει τη θεσμική αξιοπιστία που υπήρξε θεμέλιο της αμερικανικής ηγεμονίας. Όταν οι κανόνες του συστήματος εφαρμόζονται επιλεκτικά ή αναθεωρούνται ad hoc, η ηγεμονία παύει να λειτουργεί ως δημόσιο αγαθό και μετατρέπεται σε μέσο ιδιοτελούς ισχύος.

Η κριτική πολιτική οικονομία, από την πλευρά της, εστιάζει στη δομική διάσταση αυτής της μεταβολής. Η στρατηγική οικονομική πολιτική δεν αποτελεί απλώς απάντηση σε εξωτερικές απειλές, αλλά και μηχανισμό αναδιάρθρωσης των εσωτερικών κοινωνικών συμμαχιών. Η επαναφορά του κράτους ως ενεργού οικονομικού δρώντα εξυπηρετεί τη σταθεροποίηση του εγχώριου κοινωνικού συμβολαίου, μεταφέροντας το κόστος της προσαρμογής στο διεθνές επίπεδο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική στρατηγική οικονομική πολιτική δεν συνιστά απλή θεσμική αναδίπλωση. Αντίθετα, επιχειρεί να συγκροτήσει μια νέα μορφή ηγεμονίας, λιγότερο φιλελεύθερη, περισσότερο επιλεκτική και σαφώς πιο πολιτικοποιημένη. Η ηγεμονία αυτή δεν βασίζεται στην καθολικότητα των κανόνων, αλλά στη δυνατότητα καθορισμού κρίσιμων κόμβων του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος: τεχνολογία, χρηματοδότηση, πρότυπα.

Ωστόσο, αυτή η νέα ηγεμονική απόπειρα ενσωματώνει σοβαρούς περιορισμούς. Πρώτον, προϋποθέτει υψηλό βαθμό συμμόρφωσης από συμμάχους που δεν συμμερίζονται πάντα τις ίδιες προτεραιότητες. Δεύτερον, ενισχύει τις τάσεις κατακερματισμού του διεθνούς συστήματος, επιταχύνοντας την αναζήτηση εναλλακτικών δομών από ανταγωνιστές. Τρίτον, δημιουργεί ένα προηγούμενο όπου η οικονομική πολιτική αποδεσμεύεται από σταθερούς θεσμικούς περιορισμούς.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρονται από την παγκοσμιοποίηση, αλλά αν μπορούν να επανασχεδιάσουν την ηγεμονία τους χωρίς να ακυρώσουν τα ίδια τα θεμέλια που την κατέστησαν εφικτή. Η στρατηγική οικονομική πολιτική λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός ενίσχυσης και ως παράγοντας φθοράς της ηγεμονικής θέσης.

Σε τελική ανάλυση, η μετα-παγκοσμιοποιητική οικονομική πολιτική των ΗΠΑ αποκαλύπτει το κεντρικό δίλημμα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής οικονομίας: πώς μπορεί μια υπερδύναμη να διατηρήσει την ηγεμονία της σε ένα σύστημα που δεν ανέχεται πλέον καθολικούς κανόνες χωρίς πολιτική αμφισβήτηση. Η απάντηση παραμένει ανοιχτή, αλλά το διακύβευμα είναι σαφές: είτε η ηγεμονία θα μετασχηματιστεί θεσμικά, είτε θα υποκατασταθεί από μια πιο ασταθή και ανταγωνιστική τάξη.