Το ερώτημα ποιος έχει την τελική επιχειρησιακή ευθύνη όταν καίγονται ταυτόχρονα πολλές περιοχές δεν μπορεί να απαντηθεί αξιόπιστα με την υπόδειξη ενός αξιωματικού, ενός επιχειρησιακού κέντρου ή ενός πολιτικού προϊσταμένου. Η διατύπωσή του υπονοεί ότι η διοίκηση της κρίσης συγκροτεί μία μοναδική, αδιάσπαστη πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ένας φορέας που βλέπει, γνωρίζει, αποφασίζει και ελέγχει τα πάντα. Ένα σύγχρονο σύστημα Πολιτικής Προστασίας δεν λειτουργεί —ούτε θα ήταν ορθό να λειτουργεί— με αυτόν τον τρόπο. Η εξουσία κατανέμεται ανάλογα με το αντικείμενο της απόφασης, τη γεωγραφική της εμβέλεια, την ταχύτητα με την οποία πρέπει να ληφθεί, την πληροφορία που απαιτεί και τις συνέπειες που παράγει έξω από το άμεσο πεδίο εφαρμογής της. Άλλο όργανο διοικεί την πυροσβεστική επιχείρηση σε ένα συγκεκριμένο μέτωπο, άλλο σταθμίζει τα αιτήματα διαφορετικών μετώπων, άλλο οργανώνει τη συνδρομή αστυνομικών, υγειονομικών και αυτοδιοικητικών δομών και άλλο φέρει τη δημοκρατική ευθύνη για την επάρκεια του συστήματος. Η «τελική ευθύνη» δεν εξαφανίζεται· διαφοροποιείται λειτουργικά.
Η ανασύνθεση της πραγματικής αλυσίδας πρέπει να αρχίσει από το σημείο όπου η φυσική απειλή μετατρέπεται σε οργανωμένη κρατική δράση: από το ίδιο το συμβάν. Η πυροσβεστική επιχείρηση χρειάζεται σαφή επικεφαλής, ο οποίος διαθέτει την πλησιέστερη και πυκνότερη εικόνα της φωτιάς, κατανέμει τις επίγειες δυνάμεις, καθορίζει τομείς, επιλέγει γραμμές ανάσχεσης, προστατεύει τα πληρώματα και αναθεωρεί την τακτική όταν μεταβάλλονται ο άνεμος, η ένταση ή η κατεύθυνση του μετώπου. Η νέα νομοθετική αρχιτεκτονική του 2026 εισήγαγε ρητά το Σύστημα Διοίκησης Συμβάντων και ενίσχυσε την οργανωμένη σύνδεση τακτικού, επιχειρησιακού και στρατηγικού επιπέδου, επιδιώκοντας ενιαία επιχειρησιακή εικόνα και πολυεπίπεδη συνεργασία. Η αρχή αυτή δεν αποτελεί απλώς οργανωτική βελτίωση. Αναγνωρίζει ότι χωρίς ευκρινή διοίκηση στο πεδίο, η συσσώρευση δυνάμεων μπορεί να αυξήσει τη σύγχυση αντί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα.
Ο επικεφαλής του συμβάντος έχει, συνεπώς, αποφασιστική επιχειρησιακή αρμοδιότητα ως προς τη συγκεκριμένη πυροσβεστική επιχείρηση. Η εξουσία του είναι πραγματική αλλά όχι απεριόριστη. Μπορεί να αποφασίσει πού θα αναπτυχθούν τα οχήματα που έχουν τεθεί στη διάθεσή του, δεν μπορεί όμως να αποφασίσει μονομερώς ότι ένα εθνικό εναέριο μέσο θα αποδεσμευθεί από άλλη πυρκαγιά. Μπορεί να ζητήσει πρόσθετα πεζοπόρα τμήματα, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η ανάγκη του μετώπου του υπερισχύει αυτομάτως όλων των υπολοίπων. Μπορεί να εισηγηθεί ότι η συμπεριφορά της φωτιάς καθιστά αναγκαία την απομάκρυνση πληθυσμού, αλλά δεν διοικεί ιεραρχικά κάθε αστυνομική, υγειονομική, μεταφορική και κοινωνική υπηρεσία που απαιτείται για να υλοποιηθεί η απομάκρυνση. Η αρχή της ενότητας της διοίκησης πρέπει να διακρίνεται από την ιδέα μιας καθολικής εξουσίας πάνω σε κάθε κρατική λειτουργία.
Αυτό το σημείο είναι θεμελιώδες, επειδή οι μεγάλες πυρκαγιές δεν παράγουν μία ενιαία αλυσίδα, αλλά περισσότερες διασταυρούμενες αλυσίδες. Η Πυροσβεστική διαθέτει ιεραρχία διοίκησης για την καταστολή της φωτιάς. Η Ελληνική Αστυνομία διατηρεί τη δική της ευθύνη για την κυκλοφορία, τις απαγορεύσεις πρόσβασης, την τάξη και την υποστήριξη των εκκενώσεων. Το ΕΚΑΒ και οι δομές υγείας αποφασίζουν για την υγειονομική κινητοποίηση, τα νοσοκομεία για την ασφαλή συνέχιση ή μεταφορά της περίθαλψης, οι διαχειριστές δικτύων για τεχνικές ενέργειες που μπορεί να έχουν άμεση επίδραση στην επιχείρηση και η αυτοδιοίκηση για τοπικές υποστηρικτικές και κοινωνικές λειτουργίες. Το ζητούμενο δεν είναι να καταργηθούν αυτές οι θεσμικές διαφορές, αλλά να ενταχθούν σε κοινό σύστημα σκοπών, πληροφοριών και χρονισμού.
Η συγκρότηση ενός στοιχείου διοίκησης στο πεδίο έχει ακριβώς αυτή τη λειτουργία. Δεν μετατρέπει τον πυροσβεστικό επικεφαλής σε νομικό προϊστάμενο όλων των υπηρεσιών, αλλά επιτρέπει οι σύνδεσμοι των διαφορετικών φορέων να συμμετέχουν σε κοινή εκτίμηση, διατηρώντας ταυτόχρονα επαφή με τις δικές τους διοικήσεις. Η επιλογή αυτή είναι διοικητικά πιο απαιτητική από μια απλουστευμένη μονοπρόσωπη διοίκηση, αλλά ανταποκρίνεται στη θεσμική πραγματικότητα. Ένας τεχνικός διαχειριστής δικτύου δεν μπορεί να υπαχθεί αυτομάτως στον αξιωματικό της Πυροσβεστικής, ούτε ο τελευταίος μπορεί να υποκαταστήσει την εξειδικευμένη κρίση του. Μπορούν όμως να δεσμευθούν σε ενιαίο επιχειρησιακό σκοπό, να ανταλλάξουν πληροφορίες εγκαίρως και να επιλύσουν τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη διακοπής ενός δικτύου και στην ανάγκη διατήρησης κρίσιμης λειτουργίας.
Όταν εξελίσσεται μόνο μία μεγάλη πυρκαγιά, η τοπική διοίκηση μπορεί να απορροφήσει μεγάλο μέρος της κρατικής προσοχής. Όταν όμως καίγονται ταυτόχρονα διαφορετικές περιοχές, η ουσία της επιχειρησιακής ευθύνης μετακινείται. Το δυσκολότερο ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς θα διοικηθεί κάθε μέτωπο, αλλά ποιο μέτωπο θα λάβει τους πόρους που ζητεί. Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί δύο χωριστά πεδία απόφασης. Στο πρώτο, ο επικεφαλής της πυρκαγιάς επιλέγει τον καλύτερο τρόπο χρήσης των δυνάμεων που διαθέτει. Στο δεύτερο, η ανώτερη πυροσβεστική διοίκηση αποφασίζει πόσες δυνάμεις θα διατεθούν σε κάθε συμβάν, ποια μέσα θα μετακινηθούν, ποια θα παραμείνουν ως εφεδρεία και ποιο επίπεδο προστασίας πρέπει να διατηρηθεί στις περιοχές όπου δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί πυρκαγιά. Η δεύτερη απόφαση είναι στρατηγική, επειδή ανακατανέμει δημόσια ασφάλεια σε εθνικό χώρο.
Ο τοπικός επικεφαλής δεν μπορεί να ασκήσει αυτή την αρμοδιότητα, ακόμη και αν διαθέτει πληρέστερη γνώση της δικής του πυρκαγιάς. Δεν γνωρίζει αναγκαστικά τη συνολική τεχνική διαθεσιμότητα του εθνικού στόλου, τις ώρες πτήσης και συντήρησης των εναέριων μέσων, την καταπόνηση των πληρωμάτων σε άλλη περιφέρεια, ταυτόχρονα αιτήματα ενίσχυσης ή την πιθανότητα νέων αναφλέξεων σε ζώνες υψηλού κινδύνου. Επιπλέον, έχει θεσμική υποχρέωση να επιδιώκει τη βέλτιστη προστασία του δικού του πεδίου. Δεν μπορεί να εσωτερικεύσει πλήρως το κόστος που θα προκαλούσε η ικανοποίηση του αιτήματός του στην υπόλοιπη χώρα. Η συγκέντρωση της αρμοδιότητας κατανομής εθνικών μέσων δεν αποτελεί έκφραση δυσπιστίας προς το τοπικό επίπεδο, αλλά απάντηση σε μια αναπόφευκτη πληροφοριακή και λειτουργική ασυμμετρία.
Στο σημείο αυτό εισέρχεται το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων. Ο Κανονισμός Οργάνωσης και Λειτουργίας του το χαρακτηρίζει ειδική κεντρική υπηρεσία του Πυροσβεστικού Σώματος, η οποία υπάγεται στον Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας μέσω της ιεραρχικής δομής του Σώματος και εποπτεύεται από αυτόν. Το ΕΣΚΕΔΙΚ είναι αρμόδιο για τον επιχειρησιακό συντονισμό της κινητοποίησης πυροσβεστικών δυνάμεων, μέσων και εξοπλισμού, ενεργώντας σύμφωνα με τις εντολές της φυσικής ηγεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος, ενώ λειτουργεί αδιαλείπτως σε όλη τη διάρκεια του έτους. Η θεσμική διατύπωση αποσαφηνίζει δύο πράγματα: το Κέντρο έχει ουσιαστική επιχειρησιακή αποστολή, αλλά δεν είναι ανεξάρτητη αρχή αποκομμένη από την πυροσβεστική ιεραρχία.
Η φυσική ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος αποτελεί επομένως τον ανώτερο επιχειρησιακό φορέα ως προς τη συνολική κατανομή της πυροσβεστικής ισχύος. Το ΕΣΚΕΔΙΚ είναι ο οργανωμένος μηχανισμός μέσω του οποίου η ηγεσία αποκτά εθνική εικόνα, παρακολουθεί τα συμβάντα, συγκεντρώνει αιτήματα, κινητοποιεί δυνάμεις και υλοποιεί τις αποφάσεις. Ο Διοικητής του Κέντρου καθοδηγεί και εποπτεύει τις μονάδες του, είναι υπεύθυνος απέναντι στην ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος και συντονίζει την κινητοποίηση των διατιθέμενων εναέριων μέσων κατόπιν έγκρισης του Αρχηγού. Η τελική αρμοδιότητα για μια κρίσιμη εθνική ανακατανομή δεν πρέπει, συνεπώς, να αποδίδεται αδιακρίτως σε έναν χειριστή του Κέντρου, στον Διοικητή του ή στον επικεφαλής του τοπικού συμβάντος. Πρέπει να συνδέεται με το επίπεδο που είχε το δικαίωμα να εγκρίνει την απόφαση.
Το σύστημα αυτό είναι πιο ακριβές να χαρακτηριστεί ως κατανεμημένη διοίκηση υπό ενιαία ιεραρχική κορυφή. Δεν υπάρχει ένας φορέας που εκτελεί όλες τις λειτουργίες, υπάρχει όμως ανώτερη πυροσβεστική εξουσία ως προς τη διάθεση των πόρων του Σώματος. Η ευθύνη του Αρχηγού ή της φυσικής ηγεσίας δεν σημαίνει ότι οι ίδιοι οφείλουν να αποφασίζουν για κάθε όχημα. Σημαίνει ότι φέρουν την ευθύνη για το δόγμα κατανομής, τις κρίσιμες εθνικές προτεραιότητες, τη διατήρηση εφεδρείας και τις αποφάσεις που υπερβαίνουν τα εκχωρημένα όρια των κατώτερων βαθμίδων. Η ορθολογική ιεραρχία δεν απαιτεί όλες οι εντολές να εκδίδονται από την κορυφή. Απαιτεί να γνωρίζει κάθε βαθμίδα ποια αποφασιστική ευχέρεια έχει λάβει, πότε οφείλει να ενημερώσει και πότε πρέπει να ζητήσει έγκριση.
Η δημιουργία δεκατριών Περιφερειακών Κέντρων Συμβάντων, τα οποία παρουσιάστηκαν επισήμως ως περιφερειακοί επιχειρησιακοί κόμβοι συνδεδεμένοι με το κεντρικό ΕΣΚΕΔΙΚ, επιχειρεί να ενισχύσει αυτή την ενδιάμεση βαθμίδα. Η περιφερειακή λειτουργία είναι αναγκαία, επειδή το εθνικό κέντρο δεν μπορεί να διαχειρίζεται απευθείας κάθε τοπική πληροφορία χωρίς να υπερφορτώνεται, ενώ η τοπική διοίκηση δεν διαθέτει πλήρη εικόνα των γειτονικών και εθνικών αναγκών. Η περιφέρεια πρέπει να μετατρέπει τα επιμέρους περιστατικά σε συνεκτική χωρική εκτίμηση: να γνωρίζει ποιοι δήμοι έχουν αποδυναμωθεί, ποιο μέτωπο μπορεί να επεκταθεί διαδημοτικά, ποια τοπικά αιτήματα μπορούν να καλυφθούν περιφερειακά και ποια απαιτούν εθνική ενίσχυση.
Η ενδιάμεση βαθμίδα, ωστόσο, μπορεί να βελτιώσει ή να επιδεινώσει την αλυσίδα. Τη βελτιώνει όταν επαληθεύει τις αναφορές, περιορίζει τον πληροφοριακό θόρυβο, ιεραρχεί τις ανάγκες και επιλύει ζητήματα που δεν χρειάζεται να φθάσουν στην κορυφή. Την επιδεινώνει όταν λειτουργεί ως ακόμη ένα σημείο από το οποίο πρέπει να περάσει κάθε αίτημα, χωρίς να προσθέτει ανάλυση ή αποφασιστική αξία. Η αύξηση του αριθμού των κέντρων δεν αποτελεί από μόνη της αποκέντρωση. Αποκέντρωση υπάρχει όταν το περιφερειακό όργανο διαθέτει σαφές πεδίο απόφασης, πραγματικούς πόρους και λογοδοσία για την άσκησή του.
Η συνταγματική οργάνωση της διοίκησης ενισχύει την ανάγκη αυτής της διάκρισης. Το άρθρο 101 θεμελιώνει το αποκεντρωτικό σύστημα και αναγνωρίζει στα περιφερειακά κρατικά όργανα γενική αποφασιστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις της περιφέρειάς τους, διατηρώντας στα κεντρικά όργανα τη γενική κατεύθυνση και τον συντονισμό, όπως ειδικότερα ορίζει ο νόμος. Η διάταξη δεν συνεπάγεται ότι οι περιφέρειες μπορούν να διαθέτουν αυτοτελώς εθνικά εναέρια μέσα. Επιβάλλει όμως να μην αντιμετωπίζεται η περιφερειακή βαθμίδα ως παθητικός εκτελεστής, όταν το αντικείμενο μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά σε αυτή την κλίμακα.
Διαφορετική είναι η θέση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Το άρθρο 102 κατοχυρώνει τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων από τους ΟΤΑ και επιτρέπει την ανάθεση κρατικών αρμοδιοτήτων με νόμο. Ο δήμαρχος ή ο περιφερειάρχης διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση και ευθύνη για τις υπηρεσίες του φορέα του, δεν εντάσσεται όμως στην πυροσβεστική ιεραρχία. Μπορεί να κινητοποιήσει δημοτικά μέσα, να οργανώσει φιλοξενία, να παρέχει τοπική πληροφορία και να αναδείξει ανάγκες. Δεν μπορεί να εκδίδει τακτικές εντολές προς τις πυροσβεστικές δυνάμεις ούτε να αξιώνει ότι η πολιτική του θέση μετατρέπεται σε επιχειρησιακή υπεροχή απέναντι στον αρμόδιο αξιωματικό. Η σύγχυση των ρόλων οδηγεί σε παράλληλα κέντρα επιρροής, στα οποία ο επίσημος διοικητής φέρει την ευθύνη, ενώ άλλοι φορείς παρεμβαίνουν άτυπα στην απόφαση.
Η διάκριση ανάμεσα στην επιχειρησιακή και στην πολιτική ευθύνη είναι εξίσου κρίσιμη. Η κυβέρνηση και η πολιτική ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου δεν αποτελούν τακτικούς διοικητές των πυρκαγιών. Δεν είναι θεσμικά ορθό να αποφασίζουν για τη γραμμή ανάπτυξης ενός πεζοπόρου τμήματος ή για την ακριβή χρονική σειρά των εναέριων ρίψεων. Φέρουν όμως πλήρη πολιτική ευθύνη για την ποιότητα της νομοθετικής αρχιτεκτονικής, τη στελέχωση, την εκπαίδευση, τη χρηματοδότηση, τη συντήρηση του στόλου, την επιλογή ηγεσίας, τα συστήματα επικοινωνίας και την επάρκεια των περιφερειακών δομών. Η επαγγελματική αυτονομία της υπηρεσιακής διοίκησης δεν μπορεί να μετατρέπεται σε γενική κυβερνητική απαλλαγή.
Αντιστρόφως, η πολιτική ευθύνη δεν δικαιολογεί την άτυπη μικροδιαχείριση. Όταν η πολιτική ηγεσία παρεμβαίνει στην κατανομή των μέσων χωρίς να αναλαμβάνει τυπικά το αντίστοιχο δικαίωμα απόφασης, παράγεται θεσμική παραμόρφωση. Ο επιχειρησιακός διοικητής παραμένει εκτεθειμένος στη λογοδοσία, αλλά η πραγματική επιλογή έχει επηρεαστεί από φορέα που δεν εμφανίζεται στην επίσημη αλυσίδα. Η παρουσία της πολιτικής ηγεσίας σε εθνικό κέντρο επιχειρήσεων είναι θεμιτή και συχνά αναγκαία για την κινητοποίηση άλλων υπουργείων και την επίλυση διυπουργικών συγκρούσεων. Πρέπει όμως να διαχωρίζεται από την έκδοση συγκεκριμένων πυροσβεστικών εντολών.
Το πιο προβληματικό σημείο της αλυσίδας δεν είναι συνήθως η απουσία τυπικού επικεφαλής, αλλά η απόσταση ανάμεσα στην τυπική και στην πραγματική εξουσία. Ένας κανονισμός μπορεί να αποδίδει την απόφαση σε συγκεκριμένο όργανο, ενώ στην πράξη αυτή προδιαμορφώνεται μέσα από τηλεφωνικές παρεμβάσεις, πολιτικές πιέσεις, άτυπες ιεραρχίες κύρους ή πληροφορίες που δεν φθάνουν ποτέ στον επίσημο αποφασίζοντα. Για τον λόγο αυτό, η ανασύνθεση της διοίκησης δεν μπορεί να περιορίζεται στο οργανόγραμμα. Πρέπει να εξετάζει ποιος είχε την πληροφορία, ποιος διαμόρφωσε τις εναλλακτικές, ποιος είχε δικαίωμα αρνησικυρίας, ποιος ενέκρινε και ποιος μπορούσε να ανακαλέσει την απόφαση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξουσία άρνησης. Η ουσιαστική διοίκηση δεν συνίσταται μόνο στη δυνατότητα διάθεσης μέσων, αλλά και στη δυνατότητα να απορριφθεί ένα τοπικά εύλογο αίτημα προκειμένου να προστατευθεί η εθνική εφεδρεία ή ένα σοβαρότερο μέτωπο. Το όργανο που μπορεί να πει «όχι» σε αίτημα εναέριας ενίσχυσης ασκεί συχνά μεγαλύτερη στρατηγική εξουσία από εκείνο που καθορίζει πού θα γίνει η επόμενη ρίψη. Η άρνηση αυτή πρέπει να στηρίζεται σε προδιατυπωμένα κριτήρια, να καταγράφεται και να συνοδεύεται, όπου είναι δυνατόν, από εναλλακτική υποστήριξη. Διαφορετικά, η κατανομή εμφανίζεται στους τοπικούς φορείς ως αυθαίρετη εγκατάλειψη.
Το ίδιο ισχύει για τις αποφάσεις απεμπλοκής. Η αποστολή μιας δύναμης σε ένα μέτωπο είναι πολιτικά ορατή και εύκολα εξηγήσιμη. Η απόσυρσή της ενώ η φωτιά δεν έχει κατασβεστεί πλήρως είναι πολύ δυσκολότερη, ακόμη και όταν η παρουσία της έχει μικρή πρόσθετη χρησιμότητα και η ανάγκη αλλού είναι σοβαρότερη. Η ώριμη διοίκηση πρέπει να διαθέτει κανόνες όχι μόνο για την κλιμάκωση αλλά και για τη σταδιακή αποδέσμευση, διαφορετικά τα μέσα παραμένουν εγκλωβισμένα λόγω θεσμικής αδράνειας ή φόβου πολιτικής κριτικήςς.
Η αλυσίδα εντολών χρειάζεται, συνεπώς, μια σαφή μήτρα δικαιωμάτων απόφασης. Για κάθε κρίσιμη ενέργεια πρέπει να διακρίνεται το όργανο που αποφασίζει, εκείνο που εισηγείται, εκείνο που εκτελεί, εκείνο που παρέχει τεχνική γνώμη και εκείνο που ενημερώνεται. Η μήτρα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον την κατανομή εθνικών εναέριων μέσων, τη διαπεριφερειακή μετακίνηση επίγειων δυνάμεων, τη συγκρότηση διοίκησης συμβάντος, την εισήγηση και υλοποίηση οργανωμένης απομάκρυνσης, τη διακοπή κρίσιμων δικτύων, την ενεργοποίηση στρατιωτικής συνδρομής και την υποβολή αιτήματος ευρωπαϊκής βοήθειας. Η γενική διακήρυξη ότι «όλοι συνεργάζονται» δεν υποκαθιστά τον ακριβή προσδιορισμό του τελευταίου νόμιμου αποφασίζοντος.
Εξίσου απαραίτητη είναι η δημιουργία πλήρους επιχειρησιακού ίχνους. Ο κανονισμός του ΕΣΚΕΔΙΚ προβλέπει πανελλαδική παρακολούθηση των συμβάντων, διαχείριση της ροής πληροφοριών και ιεραρχική διαβίβαση αιτημάτων και εντολών. Για να υπάρξει ουσιαστική λογοδοσία, πρέπει να μπορεί να ανασυντεθεί όχι μόνο ότι υποβλήθηκε ένα αίτημα, αλλά πότε υποβλήθηκε, με ποια δεδομένα, πότε αξιολογήθηκε, ποια εναλλακτική υπήρχε, ποιος αποφάσισε και πότε η απόφαση μετατράπηκε σε πραγματική κινητοποίηση. Η χρονική ακρίβεια είναι ζωτική: μια απόφαση μπορεί να είναι ορθή ως περιεχόμενο και ανεπαρκής ως χρόνος.
Η καταγραφή προστατεύει τόσο το δημόσιο συμφέρον όσο και τα ίδια τα στελέχη. Χωρίς αξιόπιστο ίχνος, κάθε αρνητική έκβαση κινδυνεύει να μετατραπεί σε εκ των υστέρων αναζήτηση ενός προσώπου που θα απορροφήσει ολόκληρη την ευθύνη ενός σύνθετου συστήματος. Αντίστροφα, η πολυπλοκότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο ατιμωρησίας, επειδή κάθε βαθμίδα ισχυρίζεται ότι απλώς μετέφερε πληροφορίες ή εκτέλεσε εντολές. Η ορθή λογοδοσία δεν συλλογικοποιεί αδιακρίτως την ευθύνη ούτε την προσωποποιεί τεχνητά. Την αποδίδει εκεί όπου υπήρχε πραγματικό δικαίωμα και δυνατότητα απόφασης.
Η απάντηση στο αρχικό ερώτημα μπορεί πλέον να διατυπωθεί με ακρίβεια. Την τελική τακτική και επιχειρησιακή διοίκηση της πυροσβεστικής επέμβασης σε κάθε συγκεκριμένο μέτωπο ασκεί ο αρμόδιος επικεφαλής του Πυροσβεστικού Σώματος στο συμβάν, μέσα στην προβλεπόμενη ιεραρχία. Την ανώτερη ευθύνη για την ιεράρχηση πολλών μετώπων και την κατανομή των εθνικών πυροσβεστικών πόρων ασκεί η φυσική ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος, μέσω του ΕΣΚΕΔΙΚ και των περιφερειακών δομών. Οι ευθύνες αυτές δεν ταυτίζονται, αλλά πρέπει να συναρθρώνονται χωρίς κενά και χωρίς άτυπες μετατοπίσεις εξουσίας.
Οι γραφειοκρατικές λειτουργίες απαιτούν κατανοή ρόλων. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η κατανομή είναι ασαφής, όταν η αποφασιστική εξουσία δεν συνοδεύεται από την αναγκαία πληροφορία, όταν η πολιτική επιρροή ασκείται χωρίς επίσημη ανάληψη ευθύνης ή όταν οι υπηρεσιακοί παράγοντες καλούνται να λογοδοτήσουν για πόρους που δεν είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν.
Πρόσφατα σχόλια