Η πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία συνιστά ένα από τα πλέον αποκαλυπτικά γεγονότα για τη θεωρία των διεθνών σχέσεων μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, καθώς λειτουργεί όχι μόνο ως εμπειρικό παράδειγμα γεωπολιτικής σύγκρουσης, αλλά και ως αυστηρή δοκιμασία των κυρίαρχων θεωρητικών παραδειγμάτων που διαμόρφωσαν την ανάλυση του διεθνούς συστήματος τις τελευταίες δεκαετίες. Ο πόλεμος αυτός ανέδειξε με ωμό τρόπο τα όρια της φιλελεύθερης και θεσμιστικής προσέγγισης, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη ρεαλιστική λογική της ισχύος, της ανασφάλειας και της αναπόφευκτης σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ κρατών σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα.
Μετά το 1991, η θεωρία των διεθνών σχέσεων εισήλθε σε μια περίοδο έντονης αισιοδοξίας. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης θεωρήθηκε από πολλούς ως ιστορική επιβεβαίωση της φιλελεύθερης υπόθεσης, σύμφωνα με την οποία η εξάπλωση της δημοκρατίας, της οικονομικής αλληλεξάρτησης και των διεθνών θεσμών θα οδηγούσε σταδιακά σε έναν κόσμο μειωμένων συγκρούσεων. Η υπόθεση αυτή δεν περιορίστηκε στο επίπεδο της ακαδημαϊκής θεωρίας, αλλά μετατράπηκε σε καθοδηγητικό δόγμα πολιτικής πράξης, επηρεάζοντας βαθιά τις στρατηγικές επιλογές της Δύσης και ειδικότερα της ευρωατλαντικής κοινότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, η επέκταση των διεθνών θεσμών, όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμετωπίστηκε ως κατεξοχήν εργαλείο σταθεροποίησης. Η βασική παραδοχή ήταν ότι οι θεσμοί αυτοί δεν λειτουργούν απλώς ως στρατιωτικές ή οικονομικές συμμαχίες, αλλά ως μηχανισμοί κοινωνικοποίησης κρατών σε κοινές νόρμες, αξίες και κανόνες. Η ένταξη νέων κρατών σε αυτούς τους θεσμούς θεωρήθηκε ότι θα μείωνε την ανασφάλεια, θα περιόριζε τον αναθεωρητισμό και θα καθιστούσε τη χρήση βίας ολοένα και πιο απίθανη.
Ωστόσο, η θεωρητική αυτή προσέγγιση στηρίχθηκε σε μια κρίσιμη σιωπηρή υπόθεση: ότι όλα τα κράτη αντιλαμβάνονται την ασφάλεια με τον ίδιο τρόπο και ότι είναι διατεθειμένα να αντικαταστήσουν τη λογική της ισχύος με τη λογική των κανόνων. Ο κλασικός και ο νεορεαλισμός, αντιθέτως, είχαν προειδοποιήσει ότι το διεθνές σύστημα παραμένει δομικά άναρχο και ότι τα κράτη, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, δρουν πρωτίστως με βάση την επιβίωση και τη σχετική ισχύ. Από αυτή τη σκοπιά, η μεταψυχροπολεμική αισιοδοξία δεν συνιστούσε υπέρβαση της ιστορίας, αλλά προσωρινή αναστολή των θεμελιωδών της νόμων.
Η περίπτωση της Ρωσίας αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα αυτής της θεωρητικής σύγκρουσης. Για τη φιλελεύθερη προσέγγιση, η μετασοβιετική Ρωσία θεωρήθηκε δυνητικός εταίρος που, μέσω της οικονομικής ενσωμάτωσης και της θεσμικής συνεργασίας, θα μετασχηματιζόταν σταδιακά σε «κανονικό» κράτος της διεθνούς κοινωνίας. Για τον ρεαλισμό, αντίθετα, η Ρωσία παρέμενε μια μεγάλη δύναμη με ιστορική μνήμη, γεωπολιτικές ευαισθησίες και έντονη αντίληψη απειλής, η οποία αργά ή γρήγορα θα αντιδρούσε σε κάθε μεταβολή της ισορροπίας ισχύος εις βάρος της.
Η Ουκρανία αναδείχθηκε στο κεντρικό πεδίο όπου οι δύο αυτές θεωρητικές λογικές συγκρούστηκαν εμπειρικά. Από φιλελεύθερη σκοπιά, η επιδίωξη της Ουκρανίας να ενταχθεί σε δυτικούς θεσμούς αποτελούσε άσκηση κυριαρχικού δικαιώματος και έκφραση συλλογικής πολιτικής βούλησης. Από ρεαλιστική σκοπιά, όμως, η ίδια διαδικασία συνιστούσε σοβαρή μεταβολή της ισορροπίας ισχύος σε μια περιοχή ζωτικής σημασίας για τη ρωσική ασφάλεια. Το κεντρικό σημείο τριβής δεν ήταν η ιδεολογία, αλλά η γεωγραφία και η στρατηγική.
Η αδυναμία της φιλελεύθερης θεωρίας να ενσωματώσει πειστικά αυτή τη διάσταση οδήγησε σε μια σειρά πολιτικών επιλογών που, εκ των υστέρων, αποδείχθηκαν θεωρητικά αφελείς. Η πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στη σύγκρουση παραγνώρισε το γεγονός ότι τα κράτη είναι συχνά διατεθειμένα να αποδεχθούν υψηλό οικονομικό κόστος όταν διακυβεύονται ζητήματα ασφάλειας και κύρους. Η Ρωσία, όπως επιβεβαίωσε η εισβολή του 2022, προτίμησε τη στρατηγική σύγκρουση από την αποδοχή μιας μόνιμης κατάστασης σχετικής αδυναμίας.
Ο νεορεαλισμός, και ειδικότερα η έννοια του διλήμματος ασφάλειας, προσφέρει ένα εξαιρετικά χρήσιμο ερμηνευτικό εργαλείο για την κατανόηση της ουκρανικής κρίσης. Κάθε βήμα που θεωρήθηκε από τη Δύση ως αμυντικό ή σταθεροποιητικό –διεύρυνση θεσμών, στρατιωτική συνεργασία, παροχή εγγυήσεων– εκλήφθηκε από τη Ρωσία ως επιθετικό και απειλητικό. Η αδυναμία αμοιβαίας εμπιστοσύνης μετέτρεψε τις προθέσεις σε απειλές και κατέστησε τη σύγκρουση αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Ο φιλελεύθερος θεσμισμός απέτυχε επίσης να προβλέψει τη σημασία του στρατηγικού πολιτισμού. Η ρωσική πολιτική σκέψη διαμορφώθηκε ιστορικά μέσα από εμπειρίες εισβολών, εδαφικών απωλειών και αγώνων επιβίωσης σε ανοιχτές πεδιάδες χωρίς φυσικά σύνορα. Η αντίληψη της ασφάλειας ως ζώνης βάθους και ελέγχου δεν αποτελεί ιδεολογική ιδιορρυθμία, αλλά δομικό στοιχείο της ρωσικής στρατηγικής κουλτούρας. Η παράβλεψη αυτής της διάστασης οδήγησε σε λανθασμένες εκτιμήσεις προθέσεων και αντιδράσεων.
Η εισβολή του 2022 συνιστά, υπό αυτή την έννοια, θεωρητική επιβεβαίωση της ρεαλιστικής σχολής. Δεν σημαίνει ότι ο ρεαλισμός «δικαιολογεί» τη σύγκρουση, αλλά ότι την εξηγεί με μεγαλύτερη αναλυτική επάρκεια. Το διεθνές σύστημα απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι, ελλείψει ανώτερης αρχής, η ισχύς παραμένει ο τελικός ρυθμιστής της ασφάλειας. Οι θεσμοί, χωρίς αξιόπιστη αποτροπή, αδυνατούν να αποτρέψουν μια αποφασισμένη μεγάλη δύναμη.
Ταυτόχρονα, ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε τα όρια και του ίδιου του ρεαλισμού. Η υποτίμηση των εσωτερικών πολιτικών, κοινωνικών και ταυτοτικών παραγόντων οδήγησε τη ρωσική ηγεσία σε σοβαρές στρατηγικές αστοχίες. Η υπόθεση ότι η Ουκρανία θα κατέρρεε πολιτικά και στρατιωτικά αποδείχθηκε λανθασμένη, γεγονός που υποδεικνύει ότι καμία θεωρία δεν επαρκεί από μόνη της για την πλήρη κατανόηση της διεθνούς πραγματικότητας.
Ο πόλεμος αυτός λειτουργεί, τελικά, ως σημείο θεωρητικής ωρίμανσης για τις διεθνείς σχέσεις. Καταδεικνύει την ανάγκη σύνθετων προσεγγίσεων που συνδυάζουν τη δομική ανάλυση του ρεαλισμού με την κατανόηση θεσμών, ταυτοτήτων και στρατηγικών πολιτισμών. Η μεταψυχροπολεμική αυταπάτη περί υπέρβασης της ισχύος κατέρρευσε, όχι επειδή οι θεσμοί είναι άχρηστοι, αλλά επειδή θεωρήθηκαν υποκατάστατο της ισορροπίας ισχύος και όχι συμπλήρωμά της.
Η Ουκρανία, ως εμπειρική περίπτωση, επιβεβαιώνει ότι οι διεθνείς σχέσεις παραμένουν πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων σε ένα άναρχο σύστημα, όπου η ασφάλεια δεν είναι ποτέ δεδομένη. Η θεωρητική αξία του πολέμου αυτού έγκειται ακριβώς στο ότι υπενθυμίζει πως η Ιστορία, η ισχύς και η γεωγραφία δεν καταργήθηκαν από τους θεσμούς, αλλά απλώς παραμερίστηκαν προσωρινά.
Πρόσφατα σχόλια