Η δεκαετία του 1960 υπήρξε καθοριστική για το Κυπριακό καθώς αποτέλεσε την αρχή της σύγκρουσης εθνοτικών συμφερόντων και γεωστρατηγικών επιδιώξεων. Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα Σχέδια Άτσεσον του 1964, μια σειρά διπλωματικών πρωτοβουλιών που επιχειρούσαν την επίτευξη λύσης μέσω διαμεσολάβησης των Ηνωμένων Πολιτειών.
- Ιστορικό και Γεωπολιτικό Πλαίσιο (1959–1964)
Η ανεξαρτησία της Κύπρου (1960) βασίστηκε στις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, οι οποίες καθόρισαν ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο και ευαίσθητο συνταγματικό πλαίσιο δικοινοτικής εξουσίας, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα των δύο κύριων κοινοτήτων: των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Ωστόσο, η ένταση μεταξύ κοινοτήτων εκδηλώθηκε ήδη στα τέλη του 1963, οδηγώντας στην αποσταθεροποίηση του συντάγματος και την έξαρση βίας. Η παρέμβαση του ΟΗΕ μέσω του ψηφίσματος 186 και της ειρηνευτικής δύναμης UNFICYP (Μάρτιος 1964) δεν κατάφερε να αποκαταστήσει την ειρήνη ούτε να επιλύσει το πολιτικό αδιέξοδο.
Το Κυπριακό εξελίχθηκε έτσι σε πεδίο αντιπαράθεσης του Ψυχρού Πολέμου, όπου οι ΗΠΑ ανησυχούσαν για σοβιετική διείσδυση και την κλιμάκωση της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, δυνητικά διαταράσσοντας την ασφάλεια του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο.
- Η Αμερικανική Παρέμβαση και ο Ρόλος του Ντην Άτσεσον
Στο κλίμα αυτό, ο Ντην Άτσεσον, πρώην Υπουργός Εξωτερικών και εμπειρογνώμονας σε θέματα ασφάλειας, ανέλαβε να σχεδιάσει διπλωματικές προτάσεις που θα εξισορροπούσαν τα εθνικά συμφέροντα Ελλάδας και Τουρκίας και θα διασφάλιζαν τη σταθερότητα της περιοχής υπό την εποπτεία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Με τη συνεργασία της αμερικανικής κυβέρνησης και τη στήριξη του Υπουργού Εξωτερικών Ντην Ρασκ, παρουσιάστηκαν δύο προτάσεις, γνωστές ως Σχέδιο Άτσεσον Ι και ΙΙ, το καλοκαίρι του 1964.
- Λεπτομερής Ανάλυση των Σχεδίων Άτσεσον
3.1 Σχέδιο Άτσεσον Ι (Ιούλιος 1964)
Η πρώτη πρόταση περιλάμβανε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με αντιστάθμισμα τη δημιουργία στρατιωτικής βάσης στην περιοχή της Καρπασίας που θα παραχωρούταν στην Τουρκία υπό πλήρη κυριαρχία. Παράλληλα, προέβλεπε διασφάλιση αυτονομίας και πολιτιστικών δικαιωμάτων για την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η πρόταση προέβλεπε επίσης τη δημιουργία διεθνούς εποπτείας μέσω ΝΑΤΟ ή ΟΗΕ, με δικαιοδοσία επί τυχόν διαφορών.
Η ελληνική πλευρά εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για την παραχώρηση εδαφικής κυριαρχίας στην Τουρκία, θεωρώντας την προσβολή της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τουρκική πλευρά, από την άλλη, αμφισβήτησε την πολιτική βιωσιμότητα του σχεδίου, φοβούμενη ότι η βάση στην Καρπασία δεν επαρκούσε για τις στρατηγικές της ανάγκες και δεν προστάτευε επαρκώς την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
3.2 Σχέδιο Άτσεσον ΙΙ (Αύγουστος 1964)
Η δεύτερη πρόταση προσπάθησε να μετριάσει τις αντιδράσεις, μειώνοντας το εύρος της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας σε ενοικίαση περιοχής (50 έτη) και περιορίζοντας τη βάση στα σύνορα γύρω από το χωριό Κόμι-Κεμπίρ. Παράλληλα, προέβλεπε αυξημένη συμμετοχή τουρκοκυπριακών εκπροσώπων σε τοπικές και κεντρικές διοικητικές θέσεις και την εποπτεία των μειονοτικών δικαιωμάτων μέσω διεθνούς μηχανισμού.
Ωστόσο, το σχέδιο αυτό διατηρούσε την ουσία της στρατιωτικής παρουσίας ως μόνιμο στοιχείο και δεν έπεισε ούτε την Αθήνα ούτε την Λευκωσία. Η απόρριψη της πρότασης ήταν καθολική, με την Κυπριακή Δημοκρατία να την θεωρεί ισοδύναμη με υποθήκευση της κυριαρχίας της.
- Πολιτικές Αντιδράσεις και Εθνικά Διλήμματα
4.1 Η Κυπριακή Δημοκρατία και η στάση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου
Ο Μακάριος διακήρυξε την απόρριψη των σχεδίων ως μη συμβατών με την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Επιδόθηκε σε μια σθεναρή διαπραγματευτική τακτική που επιδίωκε τη διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος, απορρίπτοντας την παραχώρηση οποιασδήποτε μορφής στρατιωτικής παρουσίας τρίτης δύναμης.
4.2 Η στάση της Ελλάδας
Η Ελλάδα από μεριάς της αναγνώριζε τις γεωπολιτικές πιέσεις και τις σοβιετικές προκλήσεις, και επιθυμούσε μια λύση που να εξασφαλίζει την προστασία των τουρκοκυπρίων με πολιτιστικά και διοικητικά δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα να προωθεί σταδιακά την ένωση. Εντούτοις, η ελληνική πλευρά παρέμεινε σκεπτική για την παραχώρηση στρατιωτικής βάσης στην Τουρκία.
4.3 Η Τουρκία και η Στρατηγική Αντιπαράθεση
Η τουρκική πλευρά υποστήριξε σθεναρά την ανάγκη για εγγυήσεις ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής παρουσίας και του δικαιώματος επέμβασης. Θεώρησε τα σχέδια ανεπαρκή και ανέδειξε τη θέση ότι μόνο μια de facto διχοτόμηση ή συνομοσπονδία θα μπορούσε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της.
- Διπλωματική Αποτυχία και Στρατηγικές Συνέπειες
Η αποτυχία των Σχεδίων Άτσεσον να γεφυρώσουν τις διαφοροποιήσεις οφείλεται τόσο σε θεμελιώδεις αντιφάσεις των εθνικών συμφερόντων, όσο και σε ελλείψεις στην προσέγγιση της πολυμερούς διαπραγμάτευσης. Η Αμερικανική προσπάθεια επικεντρώθηκε στη διαχείριση ισορροπίας δυνάμεων χωρίς να κατορθώσει να αναπτύξει μια βιώσιμη πολιτική συμφιλίωσης.
Η συνέχιση της αβεβαιότητας επέτρεψε στην Τουρκία να υιοθετήσει μια πιο επιθετική στρατηγική, που οδήγησε τελικά στην τουρκική εισβολή του 1974 και τη διχοτόμηση του νησιού. Τα σχέδια Άτσεσον λειτουργούν επομένως ως προειδοποιητική περίπτωση για την αναγκαιότητα συντονισμού διεθνών δυνάμεων και την ευθυγράμμιση τοπικών και περιφερειακών συμφερόντων σε περιόδους κρίσης.
- Συμπεράσματα και Θεωρητικές Προεκτάσεις
Τα Σχέδια Άτσεσον, αποτυγχάνουν ως πολιτικές προτάσεις λόγω:
- Της έλλειψης αποδοχής από τους βασικούς εθνικούς δρώντες.
- Της αδυναμίας αντιμετώπισης των βαθύτερων αιτιών του Κυπριακού, ιδίως του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και της ασφάλειας.
- Της αποτυχίας συγχρονισμού αμερικανικών και διεθνών πολιτικών μηχανισμών (ΟΗΕ, ΝΑΤΟ).
Από θεωρητικής σκοπιάς, η περίπτωση των σχεδίων Άτσεσον υπογραμμίζει τη δυσκολία εφαρμογής πολυμερούς μεσολάβησης σε συγκρουσιακά εθνοτικά πλαίσια, ιδιαίτερα όταν τα περιφερειακά κράτη διατηρούν αντίθετα στρατηγικά συμφέροντα.
.
Πρόσφατα σχόλια