Το Κυπριακό είναι ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα που εδράζεται στην αποικιακή κληρονομιά, τις εθνοτικές ταυτότητες, τους ανταγωνισμούς περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων, αλλά και τις αποτυχίες της διαμεσολάβησης. Από το 1956 μέχρι το 2004, έχουν παρουσιαστεί πολυάριθμα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού — από τα αποικιακής έμπνευσης μοντέλα της Βρετανίας μέχρι το σύνθετο Σχέδιο Ανάν υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Το κείμενο επιχειρεί μια αναλυτική και ερμηνευτική παρουσίαση όλων των βασικών σχεδίων επίλυσης, εξετάζοντας τις θεωρητικές προκείμενες, τις πολιτικές επιδιώξεις, τα σημεία αποτυχίας τους, καθώς και την ευρύτερη ιστορική τους σημασία. Ειδικότερα, επιδιώκει να απαντήσει στο ερώτημα: Γιατί απέτυχαν όλα τα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού;

  1. Σχέδιο Χάρτινγκ (1956): Μια αποικιακή τεχνοκρατική πρόταση σε κρίση εθνικής αυτοδιάθεσης

Το Σχέδιο Χάρτινγκ αποτέλεσε την πρώτη συγκροτημένη βρετανική προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού εν μέσω της ένοπλης δράσης της ΕΟΚΑ. Στόχος ήταν η διατήρηση της Κύπρου ως στρατηγικής βάσης της Βρετανίας, με κάποιες πολιτικές μεταρρυθμίσεις που δεν άγγιζαν τον πυρήνα του αιτήματος της Ένωσης με την Ελλάδα ή της Αυτοδιάθεσης.

Από θεωρητικής σκοπιάς, το σχέδιο εντάσσεται στο πλαίσιο του κλασικού ρεαλισμού, σύμφωνα με τον οποίο τα κράτη δρουν με γνώμονα τη στρατηγική ισχύ και την επιβίωση. Αγνόησε εντελώς τις δυναμικές του εθνοτικού εθνικισμού, υποτιμώντας τη σημασία της ταυτότητας και της λαϊκής νομιμοποίησης. Η απόρριψή του υπήρξε καθολική από πλευράς Ελληνοκυπρίων, ενώ και η τουρκοκυπριακή ηγεσία το θεώρησε ανεπαρκές.

  1. Σχέδιο Μακμίλαν (1958): Ρεαλιστική «λύση» με βάση την τριμερή επιτήρηση και τη σταδιακή διχοτόμηση

Το Σχέδιο Μακμίλαν υιοθέτησε μια πιο «ρεαλιστική» προσέγγιση, προτείνοντας τριμερή συνδιοίκηση (Βρετανία, Ελλάδα, Τουρκία) και μελλοντική εξέταση της αυτοδιάθεσης ανά κοινότητα. Ενώ φαινομενικά πρότεινε μια μορφή εθνοτικής ισορροπίας, στην ουσία ενέπνεε μια σταδιακή διχοτόμηση με παραχώρηση «ζωνών επιρροής».

Αποτελούσε μια στρατηγική διαχείρισης της σύγκρουσης μέσω ισορροπίας ισχύος, εντασσόμενη στον ρεαλισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, με σαφή στόχο τη σταθεροποίηση της Ανατολικής Μεσογείου. Η μαζική αντίδραση των Ελληνοκυπρίων, που το είδαν ως πρόκληση, και η αμηχανία των Τουρκοκυπρίων, κατέδειξαν την αποτυχία τέτοιων γεωστρατηγικών κατασκευών όταν λείπει η εσωτερική κοινωνική νομιμοποίηση.

  1. Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου (1959): Θεσμικός συναινετισμός σε πολιτισμικά εχθρικό περιβάλλον

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου οδήγησαν στη δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Το νέο κράτος υιοθέτησε ένα μοντέλο εξουσίας, βασισμένο στην αυστηρή εθνοτική κατανομή των εξουσιών και μηχανισμούς αρνησικυρίας. Αν και εμπνευσμένο από θεωρίες συναινετικού συνταγματισμού, το πλαίσιο αυτό απέτυχε λόγω της απουσίας πολιτικής κουλτούρας συνεργασίας και του έντονου εθνικιστικού ανταγωνισμού.

Η θεωρία του consociationalism (συνεταιρισμού), όπως διαμορφώθηκε από τον Arend Lijphart, προϋποθέτει αμοιβαία εμπιστοσύνη, διαμοιρασμό εξουσίας και αποδοχή της διαφορετικότητας. Αυτά δεν ίσχυσαν στην Κύπρο. Η δομή λειτούργησε ως «θεσμική παγίδα», και η κατάρρευση του 1963 απέδειξε ότι χωρίς πολιτική βούληση και κοινωνική ενσωμάτωση, οι συνταγματικοί μηχανισμοί δεν επιβιώνουν.

  1. Σχέδιο Γκιουνές (1978): Πραγματισμός υπό σκιά κατοχής

Το Σχέδιο Γκιουνές εμφανίστηκε υπό την πίεση της de facto διχοτόμησης που επέφερε η εισβολή του 1974. Προέβλεπε τη δημιουργία μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπου οι δύο κοινότητες θα ασκούσαν αυτονομία σε καθορισμένες γεωγραφικές περιοχές. Για πρώτη φορά έγινε αποδοχή της γεωγραφικής διχοτόμησης ως αφετηριακού σημείου για την επανένωση.

Το σχέδιο εντάσσεται θεωρητικά σε μια ρεαλιστική σχολή post-conflict( μετασυγκρουσιακής)διαχείρισης, με στόχο τη σταθερότητα μέσω αποδοχής των τετελεσμένων. Η απόρριψη του σχεδίου από την ελληνοκυπριακή πλευρά υπογράμμισε ότι καμία λύση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή όταν νομιμοποιεί το αποτέλεσμα βίαιης σύγκρουσης χωρίς ικανοποίηση ιστορικών δικαίων.

  1. Σχέδιο Κουεγιάρ (1986): Η πρώτη πραγματικά ολοκληρωμένη προσέγγιση από τον ΟΗΕ

Το Σχέδιο Κουεγιάρ αποτέλεσε ένα φιλόδοξο πλαίσιο επανένωσης με βάση την ισότιμη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διζωνική ομοσπονδία. Περιλάμβανε επίσης πρόνοιες για σταδιακή αποστρατιωτικοποίηση και μηχανισμούς ασφάλειας και επανένταξης.

Από πλευράς διεθνούς θεωρίας, αποτελεί ένα μίγμα φιλελεύθερου θεσμισμού (προτεραιότητα στα δικαιώματα και στους διεθνείς θεσμούς) και εποικοδομισμού, δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση κοινής πολιτικής κουλτούρας. Όμως, η απουσία εμπιστοσύνης και οι αποκλίνοντες εθνικοί στόχοι κατέστησαν και αυτό το σχέδιο ατελέσφορο.

  1. Σχέδιο Ανάν (2002–2004): Πολυπλοκότητα, Τεχνοκρατία και Κοινωνική Απόρριψη

Το Σχέδιο Ανάν υπήρξε το πιο λεπτομερειακό και τεχνοκρατικά δομημένο σχέδιο, αποτελώντας κορύφωση δεκαετιών διπλωματικής προσπάθειας. Προέβλεπε μια σύνθετη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με μηχανισμούς υπερεθνικής επίβλεψης και εγγυήσεις.

Παρά τη διεθνή υποστήριξη, το σχέδιο απορρίφθηκε στο δημοψήφισμα της ελληνοκυπριακής κοινότητας, αναδεικνύοντας το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης και την αντίσταση στις «επιβαλλόμενες λύσεις» που δεν ανταποκρίνονταν στις κοινωνικές και πολιτισμικές πραγματικότητες. Από επιστημονική σκοπιά, το σχέδιο αποτελεί μελέτη περίπτωσης συνεταιριστικής οργάνωσης υπό αυστηρό διεθνή έλεγχο, με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του μοντέλου.

  1. Συμπεράσματα: Θεσμική Πολυπλοκότητα και Κοινωνική Πολυμορφία ως Πρόκληση Λύσης

Η επιστημονική αποτίμηση των σχεδίων επίλυσης του Κυπριακού αποκαλύπτει μια διαρκή σύγκρουση ανάμεσα σε:

  • Τη θεσμική πολυπλοκότητα και νομική τελειότητα που αποπειρώνται να καλύψουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια,
  • Και την κοινωνική πολυμορφία και πολιτισμική απόσταση που δημιουργούν μια βαθιά δυσπιστία και άρνηση αποδοχής.

Από τα πρώτα αποικιακά σχέδια ώς το Σχέδιο Ανάν, η έλλειψη ενσυναίσθησης, κοινωνικής συναίνεσης και δημοκρατικής νομιμοποίησης λειτουργούσε ως το μεγαλύτερο εμπόδιο. Επιπλέον, οι εξωτερικές επιρροές, γεωστρατηγικές σκοπιμότητες και ανταγωνισμοί, όπως και η αδυναμία θεσμικής ευελιξίας, εμπόδισαν την υλοποίηση βιώσιμων λύσεων.

Αυτό που προκύπτει ως συμπέρασμα για το Κυπριακό είναι η ανάγκη για μια προσέγγιση που θα συνδυάζει τη θεσμική και νομική καινοτομία με την κοινωνική αλληλεγγύη, τη δημοκρατία και την εμπέδωση εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινοτήτων. Μόνο μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα είναι πιθανό να αποκατασταθεί η σταθερότητα και η ειρήνη σε μια περιοχή με έντονα ιστορικά και εθνοτικά τραύματα.