Η εξέλιξη του διεθνούς δικαίου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει καταστήσει σαφές ότι η ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας δεν βαρύνει αποκλειστικά το κράτος που παραβιάζει τους κανόνες, αλλά εκτείνεται και στα τρίτα κράτη, τα οποία, διά της στάσης τους, δύνανται είτε να αποτρέψουν είτε να διευκολύνουν τη συνέχιση της παρανομίας. Η έννοια της διεθνούς ανοχής, η οποία συχνά προβάλλεται ως ουδέτερη ή πραγματιστική επιλογή, δεν είναι νομικά άνευ σημασίας. Αντιθέτως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μετατρέπεται σε σιωπηρή συνενοχή, με σαφείς κανονιστικές και νομικές συνέπειες.

Στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η διεθνής ανοχή απέναντι σε συστηματικές και επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου έχει αποκτήσει δομικό χαρακτήρα. Η τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μεμονωμένη απόκλιση από τη διεθνή νομιμότητα, αλλά ως διαχειρίσιμη σταθερά ενός ασταθούς περιφερειακού περιβάλλοντος. Η μετατόπιση αυτή, ωστόσο, δεν είναι πολιτικά ουδέτερη ούτε νομικά αδιάφορη. Παράγει αποτελέσματα που επηρεάζουν τη συνοχή της διεθνούς έννομης τάξης και τη λειτουργία του συστήματος συλλογικής ασφάλειας.

Το διεθνές δίκαιο της κρατικής ευθύνης έχει εισαγάγει ρητά την έννοια της ευθύνης τρίτων κρατών σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων υποχρεώσεων που απορρέουν από επιτακτικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου. Η απαγόρευση της απειλής ή χρήσης βίας, η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης δεν αποτελούν απλώς διμερείς δεσμεύσεις, αλλά υποχρεώσεις έναντι της διεθνούς κοινότητας στο σύνολό της. Όταν οι υποχρεώσεις αυτές παραβιάζονται συστηματικά, τα τρίτα κράτη δεν έχουν την ευχέρεια να παραμείνουν αδρανή χωρίς νομικό κόστος.

Η τουρκική στρατηγική αμφισβήτησης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο έχει καταστεί επαρκώς γνωστή και τεκμηριωμένη ώστε να αποκλείεται κάθε επίκληση άγνοιας. Η επαναλαμβανόμενη απειλή χρήσης βίας, η στρατιωτικοποίηση της αμφισβήτησης και η προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις κανόνων θεμελιώδους σημασίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποφυγή ρητού νομικού χαρακτηρισμού της τουρκικής συμπεριφοράς από τρίτα κράτη και διεθνείς οργανισμούς συνιστά μορφή σιωπηρής αποδοχής μιας παράνομης κατάστασης.

Η σιωπηρή συνενοχή δεν απαιτεί πρόθεση ή ενεργή συμμετοχή. Αρκεί η γνώση της παρανομίας και η συστηματική αποτυχία λήψης μέτρων που θα μπορούσαν εύλογα να αποτρέψουν τη συνέχισή της. Στο διεθνές δίκαιο, οι παραλείψεις μπορούν να έχουν την ίδια νομική βαρύτητα με τις πράξεις, ιδίως όταν αφορούν την τήρηση επιτακτικών κανόνων. Η επίμονη επιλογή της «ίσων αποστάσεων» μεταξύ παραβάτη και θιγόμενου κράτους δεν συνιστά ουδετερότητα, αλλά αλλοίωση της κανονιστικής λειτουργίας του δικαίου.

Η διεθνής κοινότητα, μέσω θεσμών όπως τα Ηνωμένα Έθνη και περιφερειακών οργανισμών ασφάλειας, έχει αναλάβει ρητές δεσμεύσεις για τη διασφάλιση της ειρήνης. Οι δεσμεύσεις αυτές δεν εξαντλούνται σε διακηρύξεις αρχών, αλλά συνεπάγονται θετικές υποχρεώσεις δράσης. Όταν οι θεσμοί αυτοί περιορίζονται σε γενικόλογες εκκλήσεις για «αυτοσυγκράτηση» χωρίς σαφή νομική αποτίμηση της κατάστασης, δημιουργείται κενό κανονιστικής ισχύος, το οποίο εκμεταλλεύεται ο παραβάτης.

Η πρακτική αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στα ελληνοτουρκικά, διότι μετατρέπει μια αντικειμενική παραβίαση του διεθνούς δικαίου σε ζήτημα πολιτικής διαπραγμάτευσης. Η μετατόπιση από το δίκαιο στην πολιτική σκοπιμότητα υπονομεύει την προβλεψιμότητα και την ασφάλεια δικαίου, βασικές προϋποθέσεις της διεθνούς ειρήνης. Επιπλέον, δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο, καθώς ενθαρρύνει άλλα κράτη να υιοθετήσουν παρόμοιες πρακτικές, προσδοκώντας ότι η διεθνής ανοχή θα λειτουργήσει ως ασπίδα ατιμωρησίας.

Για την Ελλάδα, η ανάδειξη της ευθύνης τρίτων κρατών δεν συνιστά μετακύλιση ευθυνών, αλλά θεμελιώδη νομική διεκδίκηση. Η Ελλάδα δεν αμφισβητεί τον ρόλο της διπλωματίας ούτε την ανάγκη πολιτικού διαλόγου. Ωστόσο, ο διάλογος δεν μπορεί να υποκαθιστά την εφαρμογή του δικαίου, ούτε να λειτουργεί ως άλλοθι για τη διαιώνιση μιας παράνομης κατάστασης. Η επίκληση της διεθνούς ανοχής ως παράγοντα σταθερότητας αποδεικνύεται, στην πράξη, παράγοντας αποσταθεροποίησης.

Καθίσταται έτσι σαφές ότι η διεθνής ανοχή απέναντι στην τουρκική συμπεριφορά δεν είναι απλώς πολιτικά προβληματική, αλλά νομικά επιβαρυντική. Η αποτυχία ανάληψης δράσης, όταν πληρούνται τα αντικειμενικά κριτήρια σοβαρής παραβίασης, ενδέχεται να θεμελιώσει ευθύνη τρίτων κρατών για παράλειψη. Η ευθύνη αυτή δεν εκδηλώνεται άμεσα με κυρώσεις, αλλά με τη διάβρωση της ίδιας της κανονιστικής ισχύος του διεθνούς δικαίου.

Η διεθνής κοινότητα, μέσω της ενσωμάτωσης επιτακτικών κανόνων, έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα εφαρμογής διεθνών κυρώσεων σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Η σιωπηρή συνενοχή των τρίτων κρατών, ή η αποτυχία λήψης δραστικών μέτρων για την αποτροπή της συνέχισης μιας τέτοιας παραβίασης, δεν μπορεί να θεωρείται απλώς «ουδετερότητα» ή «προτιμησιακή στάση». Αντιθέτως, πρόκειται για κανονιστική απόκλιση από τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από το σύστημα της συλλογικής ασφάλειας.

Το διεθνές δίκαιο, μέσω των κανόνων που διέπουν την κρατική ευθύνη, θεμελιώνει την υποχρέωση των τρίτων κρατών να μην αναγνωρίζουν καταστάσεις που προκύπτουν από παράνομες ενέργειες. Το άρθρο 41 της Σύμβασης της Βιέννης για την Ευθύνη των Κρατών διασαφηνίζει ότι όταν ένα τρίτο κράτος είναι ενήμερο για τη σοβαρότητα της παραβίασης, η αποδοχή ή η ενέργεια που επιτρέπει τη συνέχιση της παράνομης κατάστασης συνιστά παραβίαση των κανονιστικών υποχρεώσεων του τρίτου κράτους.

Η τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο συνιστά παράνομη αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, η οποία υπερβαίνει το πλαίσιο μιας «διμερούς» διαφοράς και εξελίσσεται σε ζήτημα διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Όταν διεθνείς οργανισμοί και κράτη μέλη της διεθνούς κοινότητας αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτή τη διάσταση, συμβάλλουν ουσιαστικά στη διατήρηση της παράνομης κατάστασης και συνεισφέρουν στην αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου και άλλων θεσμικών οργάνων είναι σαφής: τρίτα κράτη έχουν την ευθύνη να μην παρέχουν βοήθεια, αναγνώριση ή υποστήριξη σε κράτη που παραβιάζουν θεμελιώδεις κανόνες διεθνούς δικαίου. Οποιαδήποτε συνεχιζόμενη παραδοχή αυτών των παραβιάσεων, ή ακόμη και η «ουδέτερη» στάση, καθιστά το τρίτο κράτος συνυπεύθυνο για τη συνέχιση των παρανομιών.

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου για τη Νότια Αφρική κατά της Ιταλίας, όπου αναγνωρίστηκε ότι η Ιταλία είχε την ευθύνη να μην παράσχει υποστήριξη σε χώρες που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, συνιστά βασικό προηγούμενο. Αντίστοιχα, η αποδοχή της τουρκικής παράνομης συμπεριφοράς χωρίς ουσιαστική αντίδραση από τρίτα κράτη δημιουργεί μία πρακτική που είναι επικίνδυνη για το ίδιο το σύστημα διεθνούς δικαίου.

Τα τρίτα κράτη, τα οποία επιλέγουν να ακολουθούν μια πολιτική ανοχής ή σιωπηρής αποδοχής απέναντι στις τουρκικές παραβιάσεις, επιβαρύνουν την εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Εάν η διεθνής κοινότητα δεν αντιδρά με σαφή και άμεση δράση, όπως η επιβολή κυρώσεων ή η ενεργοποίηση του άρθρου 7 του Χάρτη του ΟΗΕ για την αναγνώριση της απειλής κατά της ειρήνης, ενδέχεται να οδηγηθούμε σε επικίνδυνες παραδοχές. Αυτές οι παραδοχές, που αφορούν τη διαρκή ανοχή απέναντι σε παράνομες πράξεις, δημιουργούν ένα καθεστώς ατιμωρησίας που ενθαρρύνει άλλους παραβάτες να επαναλάβουν ανάλογες πρακτικές.

Η διεθνής κοινότητα έχει πλέον τη νομική και ηθική υποχρέωση να αναλάβει δράση, μέσω της εφαρμογής των κυρώσεων που απορρέουν από τις διεθνείς συμφωνίες και τα επιτακτικά πρότυπα του διεθνούς δικαίου. Τα τρίτα κράτη, ιδίως τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι η αδρανής στάση τους ενδέχεται να υπονομεύσει τη διεθνή τάξη και να θέσει σε κίνδυνο την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή.

Η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι καθοριστική. Η στρατηγική «ίσης απόστασης» δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε ζητήματα που αφορούν θεμελιώδη δικαιώματα και την εδαφική ακεραιότητα. Η έννοια της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια και στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, διασφαλίζοντας ότι η στάση της Ε.Ε. δεν ενθαρρύνει την παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Η μη αναγνώριση, η μη συνδρομή και η αποδοχή της τουρκικής παραβατικότητας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πολιτική ουδετερότητας. Αντιθέτως, τα τρίτα κράτη που επιλέγουν να μην επιβάλουν κυρώσεις ή να μην υποστηρίξουν τις διεθνείς ενέργειες κατά της Τουρκίας, καθίστανται συνυπεύθυνα για την παραβίαση του διεθνούς δικαίου και την αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Η εσωτερική πολιτική επιλογή των τρίτων κρατών να αποφύγουν την αντιπαράθεση ή να διατηρήσουν μια «ουδέτερη» στάση, ενώ γνωρίζουν την παραβίαση του διεθνούς δικαίου, ενδέχεται να οδηγήσει στην επίσημη αναγνώριση της συνειδητής ή ακούσιας συνδρομής στην παραβατικότητα. Η συνεχιζόμενη ανοχή απέναντι στην τουρκική συμπεριφορά αποτελεί παράγοντα που ενισχύει την ευθύνη αυτών των κρατών και διαμορφώνει ένα επικίνδυνο προηγούμενο για την παγκόσμια κοινότητα.