Το ερώτημα κατά πόσον η Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας συνιστά πράγματι ένα σοσιαλιστικό εγχείρημα δεν είναι απλώς ιδεολογικό, αλλά κατεξοχήν αναλυτικό και θεσμικό. Η αυτοτοποθέτηση του καθεστώτος εντός της παράδοσης του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» δημιουργεί συγκεκριμένες κανονιστικές προσδοκίες ως προς τη δομή της εξουσίας, τον ρόλο του κράτους, τη λαϊκή συμμετοχή και την κοινωνική αναδιανομή. Η αποτίμηση, ωστόσο, αυτής της ταυτότητας προϋποθέτει διάκριση μεταξύ ρητορικής, θεσμικού σχεδιασμού και πραγματικής άσκησης πολιτικής.
Σε επίπεδο θεσμικού και συνταγματικού πλαισίου, το Σύνταγμα του 1999 ενσωματώνει σαφή στοιχεία που αντλούν από σοσιαλιστικές και ριζοσπαστικά δημοκρατικές παραδόσεις. Η έμφαση στη λαϊκή κυριαρχία, η αναγνώριση μορφών άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας, η κατοχύρωση εκτεταμένων κοινωνικών δικαιωμάτων και η ρητή απόρριψη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου συγκροτούν ένα κανονιστικό υπόβαθρο που αποκλίνει από την κλασική φιλελεύθερη συνταγματική τάξη. Οι θεσμοί λαϊκής συμμετοχής, όπως τα κοινοτικά συμβούλια και οι λαϊκές συνελεύσεις, σχεδιάστηκαν θεωρητικά ως πυρήνες κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας και συλλογικής αυτοοργάνωσης.
Ωστόσο, η ουσιαστική λειτουργία αυτών των θεσμών αποκαλύπτει μια βαθιά αντίφαση. Αντί να συγκροτούν αυτόνομους χώρους κοινωνικής χειραφέτησης, εντάχθηκαν οργανικά στο κρατικό και κομματικό πλέγμα εξουσίας. Η εξάρτησή τους από κρατική χρηματοδότηση και πολιτική πιστοποίηση περιόρισε δραστικά την αυτονομία τους, μετατρέποντάς τους σε μηχανισμούς πολιτικής κινητοποίησης και νομιμοποίησης, παρά σε δομές λαϊκής αυτοκυβέρνησης. Υπό αυτή την έννοια, η λαϊκή συμμετοχή απέκτησε περισσότερο εργαλειακό παρά χειραφετητικό χαρακτήρα.
Η διάρθρωση των δομών εξουσίας ενισχύει περαιτέρω την αμφισημία του σοσιαλιστικού χαρακτήρα του καθεστώτος. Η υπερσυγκέντρωση εξουσίας στην εκτελεστική λειτουργία, η αποδυνάμωση της νομοθετικής και δικαστικής ανεξαρτησίας και η ενσωμάτωση των ενόπλων δυνάμεων στον πυρήνα της πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης συνθέτουν ένα μοντέλο που αποκλίνει τόσο από τον δημοκρατικό σοσιαλισμό όσο και από τις κλασικές μορφές εργατικού ελέγχου. Αντί για κοινωνικοποίηση της εξουσίας, παρατηρείται κρατικοποίηση της πολιτικής βούλησης, με το κράτος να λειτουργεί ως φορέας συγκέντρωσης και όχι διάχυσης ισχύος.
Ο κρατικός παρεμβατισμός αποτελεί αναμφίβολα κεντρικό στοιχείο της μπολιβαριανής εμπειρίας. Η εκτεταμένη κρατικοποίηση στρατηγικών τομέων, ιδίως της ενέργειας, των πρώτων υλών και βασικών υπηρεσιών, καθώς και ο έλεγχος των τιμών και των συναλλαγματικών ροών, συνιστούν πολιτικές που ευθυγραμμίζονται τυπικά με σοσιαλιστικές λογικές. Στοχεύουν στη μείωση των ανισοτήτων, στην αναδιανομή του πλούτου και στην προστασία των λαϊκών στρωμάτων από τις αγορές.
Η αποτελεσματικότητα, ωστόσο, αυτών των πολιτικών υπήρξε περιορισμένη και συχνά αντιφατική. Η απουσία θεσμικής επάρκειας, η εκτεταμένη διαφθορά και η πολιτικοποίηση της δημόσιας διοίκησης υπονόμευσαν τη λειτουργικότητα του κρατικού παρεμβατισμού. Αντί για παραγωγική ανασυγκρότηση, η οικονομία παρέμεινε μονοδιάστατα εξαρτημένη από το πετρέλαιο, με αποτέλεσμα την ακραία ευαλωτότητα σε εξωτερικά σοκ. Ο πληθωρισμός και, σε ορισμένες περιόδους, ο υπερπληθωρισμός, η κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης και η εκτίναξη της φτώχειας ανέδειξαν τα όρια ενός παρεμβατισμού που δεν συνοδεύθηκε από θεσμικό ορθολογισμό και παραγωγική στρατηγική.
Στον τομέα των κοινωνικών πολιτικών, η μπολιβαριανή διακυβέρνηση πέτυχε αρχικά μετρήσιμα αποτελέσματα. Η διεύρυνση της πρόσβασης στην υγεία, την εκπαίδευση και τη βασική κοινωνική προστασία βελτίωσε ουσιαστικά τους δείκτες διαβίωσης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, ιδίως στα πρώτα χρόνια. Οι πολιτικές αυτές συνάδουν με σοσιαλιστικές αρχές κοινωνικής ισότητας και καθολικότητας. Ωστόσο, η μακροχρόνια βιωσιμότητά τους υπονομεύθηκε από τη δημοσιονομική ανεπάρκεια, τη μείωση των εσόδων και τη διαχειριστική δυσλειτουργία, οδηγώντας τελικά σε υποβάθμιση των ίδιων των κοινωνικών υπηρεσιών.
Συνολικά, η Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας εμφανίζει χαρακτηριστικά ενός συστήματος που είναι σοσιαλιστικό κυρίως σε επίπεδο ρητορικής, συμβολισμού και επιμέρους πολιτικών επιλογών, αλλά όχι ως συνεκτικό και θεσμικά εδραιωμένο μοντέλο κοινωνικής χειραφέτησης. Πρόκειται περισσότερο για ένα καθεστώς sui generis κρατικού συγκεντρωτισμού με αναδιανεμητικές φιλοδοξίες, παρά για μια μορφή δημοκρατικού σοσιαλισμού ή κοινωνικού ελέγχου της παραγωγής και της εξουσίας.
Η αντίφαση μεταξύ σοσιαλιστικής αυτοπεριγραφής και συγκεντρωτικής πρακτικής αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του μπολιβαριανού εγχειρήματος. Η εμπειρία της Βενεζουέλας καταδεικνύει ότι ο σοσιαλισμός εάν αποσυνδεθεί από θεσμικές εγγυήσεις, λογοδοσία και παραγωγική στρατηγική, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ιδεολογικό περίβλημα ενός υπερσυγκεντρωτισμού με περιορισμένη κοινωνική αποτελεσματικότητα.
Πρόσφατα σχόλια