Η πιο ουσιαστική πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη δεν είναι να διαχειριστεί ακόμη ένα επεισόδιο αναταραχής, αλλά να μεταβεί από ένα υπόδειγμα εκ των υστέρων αντίδρασης σε ένα υπόδειγμα στρατηγικής οικονομικής προσαρμογής. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι βαθιά. Η αντίδραση στοχεύει πρωτίστως στην απορρόφηση του άμεσου σοκ, ενώ η προσαρμογή αποβλέπει στη μεταβολή των δομών που καθιστούν το σοκ τόσο επιβαρυντικό. Για μεγάλο διάστημα, οι ευρωπαϊκές οικονομίες λειτουργούσαν σε ένα πλαίσιο στο οποίο οι κυριότερες μεταβλητές σταθερότητας, όπως το ενεργειακό κόστος, το χρηματοδοτικό περιβάλλον και η δυνατότητα ομαλής λειτουργίας των διεθνών αγορών, θεωρούνταν επαρκώς διασφαλισμένες ώστε να επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να επικεντρώνονται κυρίως στη βραχυχρόνια διαχείριση αποκλίσεων. Η πραγματικότητα των τελευταίων ετών, όμως, κατέδειξε ότι αυτή η παραδοχή δεν ισχύει πλέον. Η Ευρώπη κινείται σε έναν κόσμο όπου τα σοκ τείνουν να επανέρχονται με μεγαλύτερη συχνότητα, όπου η ενέργεια αποτελεί διαρκή πηγή αβεβαιότητας, όπου η χρηματοδότηση έχει γίνει ακριβότερη και όπου η αντοχή των κοινωνιών δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητη.

Αυτή η μεταβολή επιβάλλει μια πιο ώριμη οικονομική στρατηγική, η οποία δεν θα μετρά την επιτυχία της μόνο με βάση την προσωρινή αποκλιμάκωση των πιέσεων, αλλά με βάση τη μείωση της δομικής ευπάθειας. Η στρατηγική αυτή πρέπει να αναγνωρίζει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία δεν χρειάζεται απλώς μεγαλύτερο όγκο πόρων, αλλά διαφορετική ποιότητα κατανομής τους. Η επένδυση στην ανθεκτικότητα δεν είναι αφηρημένος στόχος. Σημαίνει επένδυση σε ενεργειακές υποδομές, σε αποθήκευση, σε διασυνδέσεις, σε τεχνολογική αναβάθμιση, σε βιομηχανική προσαρμογή, σε ψηφιακή διοικητική ικανότητα, σε ταχύτερη υλοποίηση δημόσιων έργων και σε μηχανισμούς έγκαιρης στόχευσης των κοινωνικών παρεμβάσεων. Η ουσία είναι ότι τα ίδια κεφάλαια που σε παλαιότερες περιόδους θα αρκούσαν ίσως για βραχυχρόνια επιδότηση κατανάλωσης, σήμερα οφείλουν να υπηρετούν και την οικοδόμηση ενός οικονομικού πλαισίου λιγότερο ευάλωτου στο επόμενο σοκ.

Η ανάγκη αυτής της στρατηγικής μετατόπισης καθίσταται ακόμη πιο πιεστική επειδή το διαθέσιμο δημοσιονομικό πεδίο στενεύει. Όσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού και όσο οι αγορές αξιολογούν αυστηρότερα τον κίνδυνο, τόσο πιο σημαντικό γίνεται κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης να εντάσσεται σε μια σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ποιότητα της πολιτικής γίνεται καθοριστικότερη από την ποσότητά της. Ένα κράτος που κατευθύνει τους πόρους του σε αποσπασματικά, οριζόντια ή καθαρά επικοινωνιακά μέτρα μπορεί να εξαντλήσει γρήγορα τις δυνατότητές του χωρίς να έχει ενισχύσει ουσιαστικά την κοινωνική ή παραγωγική του βάση. Αντιθέτως, ένα κράτος που εντάσσει τις παρεμβάσεις του σε στρατηγικό σχέδιο προσαρμογής μπορεί να συνδυάσει βραχυχρόνια προστασία με μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Η διαφορά αυτή θα είναι κρίσιμη για την Ευρώπη τα επόμενα χρόνια, διότι δεν θα κριθεί μόνο η δυνατότητά της να χρηματοδοτεί μέτρα, αλλά η δυνατότητά της να τα καθιστά μετασχηματιστικά.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος καλείται επίσης να μεταβεί από μια λογική προσαρμογής στη συγκυρία σε μια λογική βαθύτερης ανασύνθεσης. Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σε ευρωπαϊκό περιβάλλον δεν μπορούν πλέον να στηρίζουν τη βιωσιμότητά τους στην υπόθεση ότι το κόστος ενέργειας, οι εφοδιαστικές αλυσίδες ή το χρηματοδοτικό πλαίσιο θα επανέλθουν γρήγορα στην προηγούμενη τους σταθερότητα. Οφείλουν να επανεξετάσουν τις επενδύσεις τους, την ενεργειακή τους ένταση, την εφοδιαστική τους αρχιτεκτονική, την τεχνολογική τους εξάρτηση και το επίπεδο ευελιξίας τους απέναντι σε διαταραχές. Από αυτή τη σκοπιά, η έννοια της ανταγωνιστικότητας αποκτά νέο περιεχόμενο. Ανταγωνιστική δεν είναι απλώς η οικονομία με χαμηλότερο κόστος, αλλά εκείνη που διατηρεί υψηλότερη ικανότητα λειτουργίας σε συνθήκες αβεβαιότητας. Αυτή η μετατόπιση από την οικονομία της αποδοτικότητας στην οικονομία της ανθεκτικότητας είναι ίσως η πιο σημαντική στρατηγική αλλαγή της εποχής.

Η Ευρώπη έχει επιπλέον να αντιμετωπίσει και ένα ζήτημα θεσμικού χρόνου. Οι αγορές, οι ενεργειακές πιέσεις και οι κοινωνικές αντιδράσεις εξελίσσονται ταχύτερα από τους μηχανισμούς συλλογικής ευρωπαϊκής απόφασης. Αυτό δημιουργεί μια μόνιμη υστέρηση προσαρμογής: οι προκλήσεις εμφανίζονται ακαριαία, ενώ οι απαντήσεις διαμορφώνονται βραδύτερα, συχνά μετά από σύνθετες διαπραγματεύσεις και υπό καθεστώς συμβιβασμών. Η υστέρηση αυτή δεν είναι απλώς διαδικαστικό πρόβλημα. Επηρεάζει την αξιοπιστία του ίδιου του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, διότι σε συνθήκες πίεσης η αποτελεσματικότητα κρίνεται και από την ταχύτητα. Αν οι κοινωνίες διαπιστώνουν ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναγνωρίζουν τα προβλήματα αλλά αδυνατούν να μετατρέψουν έγκαιρα την αναγνώριση σε πολιτική, τότε η ιδέα της ευρωπαϊκής προστασίας εξασθενεί. Γι’ αυτό η στρατηγική προσαρμογή δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των πολιτικών, αλλά και τη βελτίωση της θεσμικής ικανότητας λήψης και υλοποίησης αποφάσεων.

Κεντρικός άξονας μιας τέτοιας στρατηγικής πρέπει να είναι η σύνδεση της οικονομικής σταθερότητας με τη θεσμική επάρκεια. Η Ευρώπη δεν θα καταστεί πιο ανθεκτική μόνο με περισσότερους πόρους, αλλά και με καλύτερα οργανωμένους μηχανισμούς εφαρμογής. Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, η αποτελεσματική χαρτογράφηση κοινωνικών αναγκών, η δυνατότητα ταχείας στόχευσης μέτρων, η απορρόφηση επενδυτικών κεφαλαίων χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις, η απλούστευση διαδικασιών και η ενίσχυση της διοικητικής συνέχειας είναι θεμελιώδεις όροι προσαρμογής. Σε μια εποχή κατά την οποία η ευαλωτότητα μπορεί να πολλαπλασιαστεί γρήγορα, η κρατική ανεπάρκεια αποκτά πολύ μεγαλύτερο κόστος από ό,τι στο παρελθόν. Η ικανότητα του κράτους να δρα έγκαιρα, με ακρίβεια και με πειστικότητα μετατρέπεται έτσι σε καίρια οικονομική μεταβλητή.

Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση ανάμεσα στη στρατηγική προσαρμογή και στην κοινωνική αποδοχή. Καμία μεγάλη μεταβολή στην οικονομική πολιτική δεν μπορεί να είναι σταθερή εάν δεν πλαισιώνεται από μια ελάχιστη κοινωνική συναίνεση. Οι κοινωνίες είναι διατεθειμένες να δεχθούν δύσκολες μεταρρυθμίσεις, επώδυνες μετατοπίσεις πόρων ή μακροχρόνιες επενδύσεις μόνο όταν πιστεύουν ότι το κόστος έχει νόημα, ότι η κατανομή είναι εύλογη και ότι ο τελικός σκοπός είναι σαφής. Αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική ανθεκτικότητας δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνοκρατική. Πρέπει να είναι και πολιτικά πειστική. Ο ευρωπαϊκός δημόσιος λόγος, επομένως, χρειάζεται να μετακινηθεί από τη γλώσσα της αποσπασματικής διαχείρισης στη γλώσσα της μακροπρόθεσμης συλλογικής προσαρμογής. Χρειάζεται να εξηγεί όχι μόνο τι γίνεται, αλλά γιατί γίνεται και ποιο μελλοντικό επίπεδο σταθερότητας επιδιώκεται.

Η σημερινή οικονομική πίεση καθιστά σαφές ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται με το ελάχιστο δυνατό επίπεδο στρατηγικής συνοχής. Η διατήρηση υψηλής ποιότητας ζωής, παραγωγικής ισχύος, δημοσιονομικής αξιοπιστίας και κοινωνικής σταθερότητας σε περιβάλλον επαναλαμβανόμενων σοκ απαιτεί περισσότερο σχεδιασμό, περισσότερη θεσμική ωριμότητα και ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ βραχυχρόνιας αντίδρασης και μακροχρόνιας προσαρμογής. Αν η Ευρώπη επιτύχει αυτή τη μετάβαση, μπορεί να μετατρέψει μια περίοδο πίεσης σε αφετηρία ανανέωσης του οικονομικού της υποδείγματος. Αν αποτύχει, θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε μια αλληλουχία διαχειριστικών παρεμβάσεων που θα απορροφούν διαρκώς πόρους χωρίς να περιορίζουν ουσιαστικά την υποκείμενη ευαλωτότητα. Το πραγματικό διακύβευμα, συνεπώς, δεν είναι μόνο η προσωρινή άμβλυνση της πίεσης, αλλά η οικοδόμηση μιας Ευρώπης που θα μπορεί να παράγει σταθερότητα όχι επειδή ο κόσμος θα γίνει ξανά απλός, αλλά επειδή η ίδια θα έχει γίνει σοβαρότερα προετοιμασμένη.