Ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ είναι συναφής με την Συμφωνία της Μέκκας είναι εν μέρει ακριβής καθώς η ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους παύει να αποτελεί ατομικό πρόβλημα ασφαλείας και αναγνωρίζεται ως κοινή υπόθεση όλων των συμβαλλομένων. Είναι όμως ανεπαρκής αν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι δύο εγγυήσεις διαθέτουν ήδη την ίδια στρατιωτική αξιοπιστία, τον ίδιο βαθμό νομικής εξειδίκευσης και την ίδια θεσμική υποδομή. Η Συμφωνία της Μέκκας μόλις υπεγράφη, τα δημόσια στοιχεία δεν καθορίζουν ακόμη συγκεκριμένο εύρος υποχρεωτικής στρατιωτικής συνδρομής και ο ίδιος ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών έχει αναφέρει ότι ο βαθμός και η μορφή βοήθειας θα προσδιορίζονται μέσω διαβουλεύσεων, ενώ τα επιχειρησιακά ζητήματα θα αναπτυχθούν από τους νέους θεσμούς της συμμαχίας. Η σωστή σύγκριση πρέπει, επομένως, να γίνει όχι μόνο ανάμεσα σε δύο φράσεις αλλά ανάμεσα σε δύο διαφορετικά επίπεδα θεσμικής ωρίμανσης της ίδιας βασικής ιδέας συλλογικής άμυνας.
Το πρώτο βήμα είναι να αποκατασταθεί η πραγματική έννοια του άρθρου 5, επειδή η δημόσια συζήτηση το παρουσιάζει συχνά ως ρήτρα αυτόματης κήρυξης πολέμου. Το άρθρο 5 δεν προβλέπει κάτι τέτοιο. Ορίζει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός ή περισσότερων μελών θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων και ότι κάθε μέρος θα συνδράμει το πληγέν κράτος λαμβάνοντας αμέσως, μόνο του και σε συντονισμό με τους άλλους, «τέτοια δράση που θεωρεί αναγκαία», περιλαμβανομένης της χρήσης ένοπλης δύναμης. Το ίδιο το ΝΑΤΟ διευκρινίζει ότι η βοήθεια μπορεί να περιλαμβάνει ή να μην περιλαμβάνει ένοπλη βία και ότι κάθε σύμμαχος αποφασίζει τον τρόπο με τον οποίο θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Συνεπώς, το άρθρο 5 δημιουργεί υποχρέωση βοήθειας, όχι υποχρέωση ταυτόσημης στρατιωτικής αντίδρασης από όλα τα μέλη.
Αυτή η διάκριση είναι αποφασιστική, διότι καθιστά την εξήγηση Fidan περί διαβουλεύσεων λιγότερο ασυνήθιστη από όσο φαίνεται. Εάν τα τρία μέλη της Συμφωνίας της Μέκκας αποφασίζουν από κοινού την έκταση, το περιεχόμενο και τον τύπο της υποστήριξης, η ρήτρα δεν διαφοροποιείται κατ’ ανάγκην από το ΝΑΤΟ επειδή δεν επιβάλλει έναν προκαθορισμένο αριθμό στρατευμάτων. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι το ΝΑΤΟ έχει επί δεκαετίες δημιουργήσει ολόκληρο θεσμικό σύστημα που κάνει αυτή την ευελιξία αξιόπιστη. Η Μέκκα διαθέτει σήμερα τον κανόνα της αλληλεγγύης, αλλά βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία οικοδόμησης του μηχανισμού μέσω του οποίου η αλληλεγγύη θα μεταφράζεται σε συγκεκριμένες στρατιωτικές επιλογές.
Η ιστορική προέλευση του άρθρου 5 βοηθά να γίνει κατανοητό γιατί η ευελιξία δεν είναι νομικό ελάττωμα. Κατά την ίδρυση του ΝΑΤΟ, υπήρχαν διαφορετικές απόψεις για το πόσο αυτόματη έπρεπε να είναι η στρατιωτική απάντηση. Το σημερινό ΝΑΤΟ εξηγεί ότι οι Ευρωπαίοι συμμετέχοντες επιθυμούσαν ισχυρότερη αυτόματη αμερικανική στρατιωτική εγγύηση, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επέμεναν σε διατύπωση συμβατή με τις δικές τους συνταγματικές διαδικασίες· γι’ αυτό το τελικό άρθρο επιβάλλει συνδρομή αλλά αφήνει την επιλογή του συγκεκριμένου μέσου στο κάθε κράτος. Η αμφισημία αυτή αποτέλεσε τελικά μέρος της ισχύος του άρθρου: διατηρούσε την πολιτική δέσμευση χωρίς να απαιτεί από τις κυβερνήσεις να παραιτηθούν εκ των προτέρων από την εθνική τους αρμοδιότητα για τη χρήση στρατιωτικής δύναμης.
Αυτό είναι και το πρώτο μεγάλο δίδαγμα για τη Μέκκα. Μια αποτελεσματική ρήτρα συλλογικής άμυνας δεν χρειάζεται να εξαλείφει την εθνική διακριτική ευχέρεια· χρειάζεται να κάνει την απουσία ουσιαστικής βοήθειας πολιτικά και στρατηγικά εξαιρετικά δαπανηρή. Η αποτροπή προκύπτει όταν ένας πιθανός αντίπαλος θεωρεί ότι η επίθεση θα ενεργοποιήσει πραγματική αντίδραση, ακόμη και αν δεν γνωρίζει εκ των προτέρων τη μορφή της. Εάν, αντιθέτως, θεωρεί ότι η διατύπωση είναι πολιτικά εύκολο να παρακαμφθεί, η νομική γλώσσα χάνει αποτρεπτική ισχύ.
Η διαφορά μεταξύ των δύο συστημάτων αρχίζει επομένως να φαίνεται όταν διαβάσει κανείς το άρθρο 5 μαζί με τα υπόλοιπα άρθρα της Βορειοατλαντικής Συνθήκης. Το άρθρο 3 δεσμεύει τα μέρη να αναπτύσσουν συνεχώς την ατομική και συλλογική ικανότητα αντίστασης σε ένοπλη επίθεση· το άρθρο 4 θεσπίζει διαβουλεύσεις όταν απειλούνται η εδαφική ακεραιότητα, η πολιτική ανεξαρτησία ή η ασφάλεια κάποιου μέλους· το άρθρο 6 προσδιορίζει γεωγραφικά την κάλυψη της ρήτρας· και το άρθρο 9 ιδρύει το Συμβούλιο και προβλέπει αμυντική επιτροπή για την εφαρμογή των άρθρων 3 και 5. Το άρθρο 5, επομένως, δεν είναι μια μοναχική εγγύηση. Βρίσκεται μέσα σε ένα σύστημα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την κρίση.
Η έννοια αυτή είναι καθοριστική. Η πραγματική στρατιωτική δύναμη μιας συλλογικής εγγύησης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τι έχει συμβεί πριν χρειαστεί να ενεργοποιηθεί. Οι χώρες πρέπει να γνωρίζουν ποια δύναμη θα μετακινηθεί, από πού, μέσω ποιας βάσης, με ποιες επικοινωνίες, ποια πυρομαχικά, ποια αλυσίδα διοίκησης και με ποια διαδικασία πολιτικής εξουσιοδότησης. Εάν όλα αυτά αρχίσουν να συζητούνται μόνο αφού έχει εκδηλωθεί η επίθεση, μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος της συλλογικής άμυνας έχει χαθεί. Το ΝΑΤΟ έχει αναπτύξει ακριβώς μια τέτοια προπαρασκευασμένη υποδομή, και το ίδιο συνδέει ρητά την αποτελεσματικότητα του άρθρου 5 με τη συνεχή ανάπτυξη συλλογικών δυνατοτήτων του άρθρου 3.
Η Μέκκα βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην αντίθετη χρονική αφετηρία: η πολιτική δέσμευση προηγείται της πλήρους επιχειρησιακής δομής. Το γεγονός δεν αποτελεί από μόνο του αδυναμία· όλες οι συμμαχίες κάποτε ξεκινούν. Ούτε όμως επιτρέπεται να συγχέεται η συμβατική αρχή με το τελικό προϊόν. Η δημιουργία υπουργικής επιτροπής και μόνιμης γενικής γραμματείας στη Σαουδική Αραβία αποτελεί ένδειξη ότι τα τρία κράτη κατανοούν πως χρειάζεται θεσμική συνέχεια, αλλά ο ίδιος ο Fidan έχει επιβεβαιώσει ότι τα επιχειρησιακά ζητήματα θα εξειδικευθούν από τη νέα δομή. Επομένως, η ρήτρα της Μέκκας είναι σήμερα πολιτικονομικά περισσότερο ώριμη από ό,τι είναι επιχειρησιακά.
Μια ακόμη βαθιά διαφορά αφορά τη γεωγραφία. Το άρθρο 6 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης προσδιορίζει με αρκετή ακρίβεια το εδαφικό και λειτουργικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, καλύπτοντας συγκεκριμένα εδάφη, δυνάμεις, πλοία και αεροσκάφη σε προσδιορισμένες περιοχές. Αυτή η διάταξη έχει τεράστια στρατηγική σημασία, επειδή μειώνει την αβεβαιότητα για το ποια επίθεση καλύπτεται. Στην περίπτωση της Μέκκας, τα μέχρι στιγμής δημόσια στοιχεία δεν παρέχουν αντίστοιχη λεπτομερή γεωγραφική χαρτογράφηση των υποχρεώσεων. Το κενό δεν είναι ακαδημαϊκή λεπτομέρεια. Για μια Τουρκία που διαθέτει δυνάμεις και συμφέροντα σε πολλαπλά γεωγραφικά πεδία, για μια Σαουδική Αραβία με κρίσιμες ενεργειακές και θαλάσσιες υποδομές και για ένα Πακιστάν με διαφορετική στρατηγική περιφέρεια, το ερώτημα «πού ακριβώς ισχύει η εγγύηση;» είναι καθοριστικό.
Η γεωγραφική σαφήνεια εξυπηρετεί δύο αντίθετους στόχους ταυτόχρονα: ενισχύει την αποτροπή και περιορίζει την παγίδευση. Ο πιθανός αντίπαλος γνωρίζει τι καλύπτεται· ο σύμμαχος γνωρίζει μέχρι πού φθάνει η υποχρέωσή του. Χωρίς τέτοιο όριο, ένα κράτος μπορεί να φοβάται ότι η συμμαχία θα το παρασύρει σε συγκρούσεις που δεν θεωρούσε ότι είχε αναλάβει. Αυτό ακριβώς είναι το entrapment problem της θεωρίας συμμαχιών: όσο πιο αόριστη η εγγύηση, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα ενός μέλους να επιχειρήσει να «κοινωνικοποιήσει» στους συμμάχους μια κρίση που οι τελευταίοι θεωρούν δευτερεύουσα.
Από την άλλη πλευρά, υπερβολικά στενή εγγύηση δημιουργεί τον αντίθετο κίνδυνο: ένας εξωτερικός δρων μπορεί να επιχειρήσει να κινηθεί λίγο κάτω ή λίγο έξω από το συμβατικό όριο, πιστεύοντας ότι οι σύμμαχοι δεν θα αντιδράσουν. Η ιστορία των στρατηγικών εγγυήσεων δείχνει ότι η αποτροπή χρειάζεται μια λεπτή ισορροπία σαφήνειας για την αποφασιστικότητα και αβεβαιότητας για την κλιμάκωση. Η Μέκκα θα χρειαστεί να βρει τη δική της ισορροπία. Δεν αρκεί να λέει ότι κάθε επίθεση είναι κοινή επίθεση· πρέπει να αναπτύξει κοινή κατανόηση του τι θεωρείται επίθεση, πού εφαρμόζεται η διάταξη και ποιος αποφασίζει ότι το κατώφλι έχει υπερβεί.
Εδώ εμφανίζεται ο πιο σύνθετος διεθνοδικαιικός πυρήνας της ρήτρας. Η Συμφωνία της Μέκκας δεν βρίσκεται πάνω από τον Χάρτη του ΟΗΕ. Το άρθρο 51 αναγνωρίζει δικαίωμα συλλογικής νόμιμης άμυνας όταν έχει συμβεί ένοπλη επίθεση. Η ύπαρξη αμυντικής συνθήκης δεν επιτρέπει στα συμβαλλόμενα κράτη να βαφτίσουν οποιαδήποτε πολιτική ή στρατιωτική αντιπαράθεση «ένοπλη επίθεση» και να αποκτήσουν αυτομάτως δικαίωμα χρήσης βίας. Η διάκριση αυτή αποτελεί βασική εγγύηση του jus ad bellum: η συμμαχική υπόσχεση καθορίζει ποιος θα βοηθήσει το θύμα μιας επίθεσης, δεν καθορίζει μονομερώς το πότε η απαγόρευση χρήσης βίας παύει να εφαρμόζεται.
Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου προσθέτει ουσιαστικές ασφαλιστικές δικλίδες. Η άσκηση αυτοάμυνας απαιτεί πραγματική ένοπλη επίθεση και υπόκειται στις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά την ενεργοποίηση μιας συμβατικής ρήτρας, η μορφή της στρατιωτικής απάντησης δεν είναι ανεξέλεγκτη. Η αρχή «επίθεση εναντίον ενός είναι επίθεση εναντίον όλων» δεν σημαίνει «οποιαδήποτε απάντηση είναι νόμιμη». Σημαίνει ότι τα άλλα μέλη μπορούν να ασκήσουν συλλογική άμυνα μέσα στα όρια του διεθνούς δικαίου.
Το ίδιο έχει άμεση σημασία για την Ελλάδα. Μια τριμερής αμυντική συμφωνία στην οποία συμμετέχει η Τουρκία δεν μπορεί να μεταβάλει το ισχύον νομικό καθεστώς απέναντι σε τρίτο κράτος. Η Σύμβαση της Βιέννης αποτυπώνει τη θεμελιώδη αρχή pacta tertiis nec nocent nec prosunt: συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτο κράτος χωρίς συναίνεση. Από ελληνική οπτική, επομένως, το κρίσιμο σημείο είναι ότι καμία διατύπωση της Μέκκας δεν μπορεί να μετατρέψει μονομερείς τουρκικές θέσεις σε διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματα, ούτε να μεταβάλλει το περιεχόμενο των υφιστάμενων διεθνών συνθηκών. Η Ελλάδα επισήμως υποστηρίζει την ειρηνική επίλυση των διαφορών και τη ρύθμιση των θαλάσσιων ζητημάτων με βάση το διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας.
Εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση μεταξύ στρατηγικού αποτελέσματος και νομικού αποτελέσματος. Η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί, εφόσον ωριμάσει, να αυξήσει το στρατηγικό βάθος της Τουρκίας, να δημιουργήσει πρόσθετες πηγές χρηματοδότησης και αμυντικής τεχνολογίας και να καταστήσει ευρύτερο το δίκτυο πολιτικής αλληλεγγύης της. Αυτό είναι πραγματικό ζήτημα ισχύος που η ελληνική στρατηγική οφείλει να αξιολογεί. Δεν συνεπάγεται όμως μεταβολή κυριαρχίας, θαλάσσιων δικαιωμάτων ή των κανόνων περί απαγόρευσης απειλής και χρήσης βίας. Η ισχύς μπορεί να επηρεάσει τη διαπραγματευτική συμπεριφορά· δεν υποκαθιστά τον νομικό τίτλο.
Ακριβώς γι’ αυτό θα ήταν λανθασμένο να θεωρηθεί ότι η φράση «επίθεση σε έναν, επίθεση σε όλους» μετατρέπει αυτομάτως κάθε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική στρατιωτική ένταση σε υποχρεωτική τριμερή πολεμική σύγκρουση. Πριν από οποιαδήποτε εφαρμογή θα έπρεπε να κριθεί αν πράγματι έχει υπάρξει ένοπλη επίθεση, ποιος είναι το θύμα της, ποιο είναι το νομικό πλαίσιο της κρίσης και ποια βοήθεια ζητείται. Το ότι ένα συμβαλλόμενο κράτος χαρακτηρίζει μια κατάσταση επίθεση δεν αρκεί από μόνο του για να μεταβάλει την αντικειμενική εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Η προϋπόθεση αυτή είναι ζωτική για κάθε σοβαρό σύστημα συλλογικής άμυνας: διαφορετικά, η συμμαχία θα λειτουργούσε ως μηχανισμός νομιμοποίησης των μονομερών ερμηνειών ενός μέλους αντί ως αμυντική εγγύηση.
Το ΝΑΤΟ έχει αναπτύξει ακριβώς γι’ αυτό πυκνό πολιτικό μηχανισμό διαβούλευσης. Το άρθρο 4 επιτρέπει στα μέλη να συζητούν μια απειλή πριν ακόμη φθάσει στο επίπεδο ένοπλης επίθεσης, ενώ το North Atlantic Council αποτελεί τον μόνιμο χώρο όπου διαμορφώνεται κοινή πολιτική αντίληψη. Η Μέκκα θα χρειαστεί αντίστοιχο μηχανισμό όχι για να «αντιγράψει» το ΝΑΤΟ αλλά επειδή το πρόβλημα είναι αντικειμενικό: μια συμμαχία τριών κρατών με διαφορετικές γεωγραφίες πρέπει να διαθέτει θεσμικό χώρο όπου μπορεί να αμφισβητηθεί, να επιβεβαιωθεί ή να εξειδικευθεί η ερμηνεία μιας κρίσης πριν ληφθεί μη αναστρέψιμη απόφαση.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο στις σύγχρονες μορφές σύγκρουσης. Το ΝΑΤΟ έχει δηλώσει ότι σημαντικές κυβερνοεπιθέσεις ή άλλες υβριδικές ενέργειες μπορούν, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, να αξιολογηθούν ως ένοπλη επίθεση. Η Μέκκα θα αντιμετωπίσει αναπόφευκτα το ίδιο πρόβλημα: τι συμβαίνει όταν μια κρίσιμη ενεργειακή υποδομή υποστεί ψηφιακή καταστροφή; Όταν μια επίθεση πραγματοποιείται από μη κρατικό φορέα; Όταν η απόδοση ευθύνης είναι πιθανή αλλά όχι βέβαιη; Όταν η υλική ζημία είναι τεράστια αλλά δεν έχει χρησιμοποιηθεί συμβατικό όπλο; Η συλλογική άμυνα του 21ου αιώνα δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε εικόνα μηχανοκίνητων δυνάμεων που διασχίζουν σύνορα. Χρειάζεται κοινό δόγμα για το κατώφλι της επίθεσης και κοινές διαδικασίες attribution.
Ακριβώς σε αυτό το επίπεδο η θεσμική ηλικία αποκτά τεράστια σημασία. Το ΝΑΤΟ διαθέτει δεκαετίες στρατηγικής επεξεργασίας, κοινών εγγράφων, πολιτικής διαβούλευσης και επιχειρησιακής πρακτικής. Η Μέκκα διαθέτει προς το παρόν ελάχιστη κοινή νομολογία, ελάχιστη θεσμική παράδοση και κανένα ιστορικό εφαρμογής της νέας τριμερούς ρήτρας. Αυτή δεν είναι κανονιστική κρίση υπέρ ή κατά της συμφωνίας· είναι απλώς δομική πραγματικότητα. Η αξιοπιστία είναι συσσωρευμένο κεφάλαιο. Δεν δημιουργείται τη στιγμή της υπογραφής.
Γι’ αυτό και η πρώτη σοβαρή κρίση που θα αντιμετωπίσει ο μηχανισμός θα έχει δυσανάλογη βαρύτητα. Εάν ένα κράτος ζητήσει βοήθεια και τα άλλα δύο ανταποκριθούν γρήγορα, ορατά και με ουσιαστική συνεισφορά, θα αυξηθεί η αποτρεπτική αξία της ρήτρας πολύ περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να επιτύχει οποιαδήποτε ανακοίνωση. Εάν αντίθετα προκύψουν μακρές διαφωνίες για το αν υπήρξε επίθεση ή τα δύο κράτη περιοριστούν σε συμβολικές δηλώσεις, οι τρίτοι δρώντες θα αναθεωρήσουν προς τα κάτω την πιθανότητα ουσιαστικής εφαρμογής. Οι συμμαχίες αποκτούν reputation όπως τα κράτη: μέσα από επαναλαμβανόμενες πράξεις.
Η εμπειρία του άρθρου 5 το αποδεικνύει με ενδιαφέροντα τρόπο. Ενεργοποιήθηκε επίσημα μόνο μία φορά, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Ωστόσο, η ανταπόκριση δεν πήρε τη μορφή ενιαίας και ταυτόσημης στρατιωτικής επέμβασης όλων των κρατών. Οι σύμμαχοι συμφώνησαν διαφορετικά υποστηρικτικά μέτρα και το ΝΑΤΟ υπογραμμίζει ότι η ίδια η δομή της ρήτρας επιτρέπει διαφορετικές μορφές συνδρομής. Το παράδειγμα είναι σημαντικό για τη Μέκκα ακριβώς επειδή καταρρίπτει τη λανθασμένη ιδέα ότι μια ισχυρή συλλογική εγγύηση απαιτεί υποχρεωτικά ομοιόμορφη στρατιωτική δράση.
Το ουσιώδες είναι η κοινωνικοποίηση του κινδύνου. Μετά την ενεργοποίηση της ρήτρας, το κράτος που έχει υποστεί επίθεση δεν διαπραγματεύεται πλέον μόνο του με την απειλή. Ο επιτιθέμενος γνωρίζει ότι το πρόβλημα έχει μετατραπεί από διμερή κρίση σε πολυμερή. Αυτός είναι ο πραγματικός στρατηγικός πυρήνας τόσο του άρθρου 5 όσο και της ρήτρας της Μέκκας. Εκεί βρίσκεται και η σημαντικότερη ομοιότητά τους.
Η ουσιωδέστερη διαφορά, αντιθέτως, βρίσκεται στην προκαταβολική οργάνωση του πολέμου που κανείς δεν επιθυμεί να γίνει. Το ΝΑΤΟ έχει δυνάμεις, διοικήσεις, ασκήσεις, πρότυπα, κοινό σχεδιασμό, μηχανισμούς συλλογικής απόφασης και μακρόχρονη αμυντική προετοιμασία. Η Μέκκα, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δημόσια έως τις 10 Αυγούστου 2026, βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία δημιουργίας των πρώτων μόνιμων δομών της. Για τον λόγο αυτό είναι επιστημονικά ακριβέστερο να πούμε ότι οι δύο ρήτρες είναι ομοειδείς ως προς την αρχή αλλά άνισες ως προς την θεσμική πυκνότητα.
Αυτό έχει και μια ευρύτερη συνέπεια. Αν η Μέκκα επιθυμεί να εξελιχθεί σε πραγματικά ισχυρό σύστημα συλλογικής άμυνας, δεν χρειάζεται να αντιγράψει όλες τις οργανωτικές δομές του ΝΑΤΟ. Χρειάζεται όμως να λύσει τα ίδια θεμελιώδη προβλήματα: πώς ορίζεται η επίθεση, ποιος αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά, πώς γίνεται η διαβούλευση πριν από την κρίση, πώς οργανώνεται η συνδρομή, ποια γεωγραφία προστατεύεται, πώς μοιράζεται το στρατιωτικό κόστος, ποια είναι η αλυσίδα διοίκησης και πώς οι εθνικές συνταγματικές διαδικασίες συνδέονται με την ανάγκη ταχείας αντίδρασης.
Αν αυτά τα ζητήματα επιλυθούν, η σημερινή δήλωση Fidan ότι υπάρχει τεχνική συγγένεια με το άρθρο 5 μπορεί με τον χρόνο να αποκτήσει πολύ περισσότερο περιεχόμενο. Αν δεν επιλυθούν, θα παραμένει ακριβής μόνο στο επίπεδο της γλωσσικής φόρμουλας. Η διαφορά είναι θεμελιώδης: άλλο να θεωρούν τα κράτη την ασφάλεια του ενός κοινή υπόθεση και άλλο να είναι οργανωμένα ώστε να υπερασπισθούν αυτή την αρχή υπό συνθήκες πραγματικού κινδύνου.
Για την Ελλάδα, τέλος, η ορθή στρατηγική ανάγνωση πρέπει να συνδυάζει προσοχή στην εξέλιξη του νέου μηχανισμού με απόλυτη νομική καθαρότητα. Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να υποτιμήσει την πιθανή αύξηση του τουρκικού στρατηγικού βάθους, ιδίως αν η νέα σχέση οδηγήσει σε κοινές προμήθειες, χρηματοδότηση αμυντικών προγραμμάτων, κοινές ασκήσεις ή βελτιωμένη στρατιωτική διαλειτουργικότητα. Δεν υπάρχει όμως επίσης λόγος να αποδεχθεί την ιδέα ότι μια τριμερής συμφωνία μπορεί να παράγει νέα νομική πραγματικότητα σε βάρος τρίτων. Ο Χάρτης του ΟΗΕ εξακολουθεί να διέπει τη χρήση βίας, οι διεθνείς συνθήκες εξακολουθούν να καθορίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις και το άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης αποκλείει την επιβολή συμβατικών υποχρεώσεων σε τρίτα κράτη χωρίς συναίνεση.
Ακριβώς γι’ αυτό η σύγκριση Μέκκας–άρθρου 5 είναι περισσότερο χρήσιμη όταν απομακρύνεται από τις εντυπωσιακές αναλογίες. Το βαθύτερο δίδαγμα του ΝΑΤΟ δεν είναι η διάσημη φράση περί επίθεσης εναντίον όλων. Είναι ότι μια τέτοια φράση αποκτά πραγματική ισχύ μόνο όταν περιβάλλεται από δεκαετίες προετοιμασίας, πολιτική εμπιστοσύνη, στρατιωτική συμβατότητα, νομική σαφήνεια και δυνατότητα άμεσης συντονισμένης αντίδρασης.
Η Συμφωνία της Μέκκας έχει ήδη επιλέξει την πιο φιλόδοξη δυνατή αφετηρία: μια αρχή συλλογικής αλληλεγγύης που τοποθετεί την ασφάλεια των τριών κρατών στο ίδιο πολιτικό επίπεδο. Το αν θα εξελιχθεί σε πραγματικό σύστημα συλλογικής άμυνας θα εξαρτηθεί από κάτι πολύ λιγότερο θεαματικό αλλά πολύ περισσότερο αποφασιστικό — από το εάν οι τρεις κυβερνήσεις θα κατασκευάσουν την καθημερινή θεσμική, στρατιωτική και νομική υποδομή που θα κάνει έναν μελλοντικό αντίπαλο να πιστεύει ότι η επίθεση στον έναν πράγματι θα μετατρέψει τους άλλους δύο από παρατηρητές σε συμμάχους.
Πρόσφατα σχόλια