Δύο κράτη μπορεί να επηρεάζονται αμφότερα από μια μεταβολή στη σχέση τους, αλλά εκείνο που έχει λιγότερες και ακριβότερες εναλλακτικές βρίσκεται σε μεγαλύτερη ευπάθεια. Η εξάρτηση δεν καθορίζεται συνεπώς μόνο από τον όγκο όσων ανταλλάσσονται αλλά από το κόστος υποκατάστασής τους. Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική για την ελληνοαμερικανική περίπτωση.

Για την Ελλάδα, τα οφέλη της αμερικανικής σχέσης είναι πολυδιάστατα. Στην άμυνα περιλαμβάνουν πρόσβαση σε προηγμένες πλατφόρμες και τεχνολογίες, εκπαίδευση, ασκήσεις, αυξανόμενη διαλειτουργικότητα και βαθύτερη ένταξη στον αμερικανικό και νατοϊκό επιχειρησιακό σχεδιασμό. Η συνεργασία γύρω από F-35 και άλλες δυνατότητες, η MDCA και οι κοινές ασκήσεις δημιουργούν μια μακροχρόνια αμυντική υποδομή που υπερβαίνει τις μεμονωμένες αγορές οπλικών συστημάτων. Οι προηγούμενοι Στρατηγικοί Διάλογοι έχουν καταγράψει ρητά αυτή τη διεύρυνση, όπως και την αυξανόμενη αμερικανική χρήση ελληνικών υποδομών και την έμφαση στη διαλειτουργικότητα.

Υπάρχει επίσης σημαντικό όφελος πληροφόρησης και πρόσβασης. Η στρατηγική σχέση παρέχει στην Ελλάδα συστηματικούς διαύλους προς έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς διαμόρφωσης διεθνούς πολιτικής. Η αξία αυτής της πρόσβασης δεν πρέπει να υπερτιμάται, αλλά ούτε να υποτιμάται. Στις διεθνείς σχέσεις, η δυνατότητα να παρουσιάζεται μια θέση νωρίς, πριν μια μεγάλη δύναμη έχει παγιώσει την πολιτική της, είναι πολύ διαφορετική από την προσπάθεια ανατροπής μιας απόφασης που έχει ήδη ληφθεί. Η θεσμική πυκνότητα του Στρατηγικού Διαλόγου και η επαναλαμβανόμενη συνεργασία υπουργείων και υπηρεσιών δίνουν στην Αθήνα περισσότερα σημεία εισόδου στην αμερικανική διαδικασία πολιτικής.

Η σημερινή συμφωνία για βαθύτερη αντιτρομοκρατική ανταλλαγή πληροφοριών διευρύνει ακριβώς αυτό το κεφάλαιο. Ο Rubio ανακοίνωσε νέο μνημόνιο για κοινό πρόγραμμα ασφαλείας που θα ενισχύσει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των δύο χωρών. Η σημασία του δεν είναι μόνο επιχειρησιακή. Δείχνει ότι η σχέση παράγει πλέον κοινά θεσμικά αγαθά σε πεδία όπου η πληροφορία αποτελεί κεντρική πηγή ασφάλειας και κρατικής ικανότητας.

Στην οικονομική και ενεργειακή διάσταση, η Ελλάδα αποκτά πρόσβαση σε αμερικανικές επενδύσεις, τεχνολογικές εταιρείες και ενεργειακές αλυσίδες, ενώ η ανάδειξη της χώρας σε σημείο εισόδου αμερικανικού LNG ενισχύει υποδομές που διαφορετικά ίσως είχαν μικρότερη γεωπολιτική και οικονομική αξία. Στις σημερινές δηλώσεις, η ελληνική πλευρά αναφέρθηκε σε αμερικανικές επενδύσεις στην υψηλή τεχνολογία, στα ναυπηγεία και στην ενέργεια και συνέδεσε τον Κάθετο Διάδρομο με τη διοχέτευση αμερικανικού LNG προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το όφελος για την Αθήνα δεν περιορίζεται στη διμερή εμπορική σχέση· αφορά τη δυνατότητα ενσωμάτωσης ελληνικών υποδομών σε μεγαλύτερα διεθνή δίκτυα.

Υπάρχει τέλος το λιγότερο απτό αλλά σημαντικό όφελος της στρατηγικής αναγνώρισης. Η στενή σχέση με τις ΗΠΑ αυξάνει την ορατότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ενισχύει τη δυνατότητα συμμετοχής σε περιφερειακούς θεσμούς και προσδίδει πρόσθετη πολιτική σημασία σε πρωτοβουλίες που διαφορετικά θα μπορούσαν να θεωρούνται περισσότερο τοπικές. Ο χαρακτηρισμός της Ελλάδας από τον Rubio ως ισχυρού και πρότυπου συμμάχου του ΝΑΤΟ αποτελεί αμερικανική πολιτική αξιολόγηση και όχι αντικειμενικό επιστημονικό μέτρο, έχει όμως σημασία επειδή δείχνει ότι η ελληνική συμμαχική συμπεριφορά αξιολογείται θετικά από τη σημερινή αμερικανική ηγεσία.

Η αμερικανική πλευρά λαμβάνει εξίσου συγκεκριμένα οφέλη, διαφορετικής όμως φύσης. Το σημαντικότερο είναι η στρατηγική πρόσβαση. Η MDCA προσφέρει στις αμερικανικές δυνάμεις πρόσβαση, δυνατότητες στάθμευσης και υπερπτήσεων και έχει συνδεθεί επίσημα από τις Ηνωμένες Πολιτείες με την ικανότητα του ΝΑΤΟ να προστατεύει τη νοτιοανατολική του πτέρυγα. Η Αλεξανδρούπολη έχει χαρακτηριστεί σημαντικός κόμβος για τη νατοϊκή ανατολική πτέρυγα, ενώ η Σούδα παραμένει κρίσιμη για την παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα παρέχει επομένως στις ΗΠΑ κάτι εξαιρετικά χειροπιαστό: γεωγραφικές επιλογές.

Το πλεονέκτημα αυτών των επιλογών αυξάνεται όταν εξετάζεται σε όρους στρατηγικής προαιρετικότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζεται να θεωρούν την Ελλάδα αναντικατάστατη για να αποκομίζουν σημαντικό όφελος από τη συνεργασία. Κάθε πρόσθετο αξιόπιστο λιμάνι, αεροπορική εγκατάσταση, διάδρομος εφοδιασμού ή ενεργειακή υποδομή μειώνει την εξάρτηση του αμερικανικού σχεδιασμού από ένα μικρότερο σύνολο επιλογών. Για μια παγκόσμια δύναμη, η δυνατότητα διαφοροποίησης είναι καθεαυτή στρατηγικό αγαθό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επωφελούνται επίσης από την ελληνική συμμαχική συνεισφορά. Η Αθήνα διατηρεί υψηλές αμυντικές δαπάνες και συμμετέχει σε ευρωπαϊκές και νατοϊκές αποστολές πέρα από την άμεση εθνική της περιοχή. Η ελληνική ηγεσία τόνισε σήμερα τη συμμετοχή και ηγετική παρουσία στις ASPIDES, ATALANTA και IRINI, παρουσιάζοντάς τες ως συμπληρωματικές προς ευρύτερους δυτικούς στόχους ασφαλείας. Για την Ουάσιγκτον, σύμμαχοι που διαθέτουν δικές τους δυνατότητες και μπορούν να αναλάβουν μέρος του περιφερειακού φορτίου μειώνουν το κόστος της αποκλειστικά αμερικανικής παροχής ασφάλειας.

Η ενεργειακή σχέση παράγει επίσης αμερικανικό όφελος. Η ανάπτυξη διαδρομών για αμερικανικό LNG ενισχύει την πρόσβαση αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά και ταυτόχρονα εξυπηρετεί την αμερικανική επιδίωξη διαφοροποίησης των πηγών ευρωπαϊκής ενέργειας. Η Ελλάδα λειτουργεί επομένως ταυτόχρονα ως αγορά, διαμετακομιστικός κόμβος και διευκολυντής μιας ευρύτερης γεωοικονομικής στρατηγικής.

Η αμοιβαιότητα είναι συνεπώς πραγματική στο επίπεδο των ωφελειών. Δεν είναι όμως αντίστοιχη στο επίπεδο της εξάρτησης. Εδώ βρίσκεται το πιο σημαντικό σημείο της ανάλυσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επωφελούνται από τις ελληνικές υποδομές, αλλά διαθέτουν ένα πολύ μεγαλύτερο δίκτυο βάσεων, συμμάχων, λιμένων και εναλλακτικών διαδρομών. Η απώλεια της ελληνικής πρόσβασης θα αύξανε κόστος και θα περιόριζε επιλογές, δεν θα αφαιρούσε όμως από την Ουάσιγκτον τη συνολική δυνατότητα επιχειρησιακής δράσης στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο.

Για την Ελλάδα, αντίθετα, η υποκατάσταση των αμερικανικών λειτουργιών είναι δυσκολότερη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γαλλία και άλλες διμερείς συνεργασίες μπορούν να παρέχουν σημαντικά συμπληρωματικά εργαλεία, αλλά κανένας μεμονωμένος ευρωπαϊκός εταίρος δεν διαθέτει το πλήρες εύρος αμερικανικών στρατιωτικών, πληροφοριακών, τεχνολογικών και παγκόσμιων διπλωματικών δυνατοτήτων. Η ελληνική ευπάθεια σε μια σοβαρή αποδυνάμωση της αμερικανικής σχέσης είναι επομένως μεγαλύτερη από την αντίστοιχη αμερικανική ευπάθεια σε μια αποδυνάμωση της ελληνικής σχέσης.

Αυτή η διαφορά δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα στερείται διαπραγματευτικής ισχύος. Σημαίνει ότι η ισχύς αυτή είναι τομεακή και όχι γενικευμένη. Η Αθήνα διαθέτει περισσότερη επιρροή στα ζητήματα όπου το συγκεκριμένο ελληνικό asset είναι δύσκολο ή δαπανηρό να υποκατασταθεί. Η Σούδα έχει συγκεκριμένη γεωγραφική αξία. Η Αλεξανδρούπολη έχει συγκεκριμένη λειτουργία στον άξονα προς την Ανατολική Ευρώπη. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία έχει ασυνήθιστα μεγάλη διεθνή παρουσία. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ, στο ΝΑΤΟ και σε περιφερειακά σχήματα της δίνει πρόσβαση σε διαφορετικά θεσμικά περιβάλλοντα. Αυτές οι ιδιότητες δημιουργούν bargaining assets. Δεν μετατρέπονται όμως αυτομάτως σε γενική δυνατότητα επιβολής ελληνικών προτιμήσεων στην Ουάσιγκτον.

Η διάκριση ανάμεσα στη χρησιμότητα και στη μόχλευση είναι εδώ θεμελιώδης. Ένα κράτος μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο σε έναν σύμμαχο χωρίς να διαθέτει την ίδια αναλογία πολιτικής μόχλευσης. Για να μετατραπεί η χρησιμότητα σε διαπραγματευτική ισχύ πρέπει να πληρούνται τουλάχιστον τρεις προϋποθέσεις: ο ισχυρός εταίρος να αποδίδει υψηλή αξία στο συγκεκριμένο αγαθό, η υποκατάστασή του να έχει κόστος και το μικρότερο κράτος να διαθέτει πραγματική δυνατότητα διαφοροποίησης της συνεργασίας του. Το τρίτο στοιχείο είναι συχνά το δυσκολότερο για μικρότερα κράτη, επειδή η απειλή περιορισμού μιας σχέσης είναι πειστική μόνο όταν η ίδια η χώρα μπορεί να αντέξει τις συνέπειες.

Η ελληνική στρατηγική έχει συνεπώς συμφέρον να μειώνει τη δική της ευπάθεια παράλληλα με την αύξηση της χρησιμότητάς της. Αυτό δεν προϋποθέτει απομάκρυνση από τις ΗΠΑ. Προϋποθέτει διαφοροποίηση στρατηγικών δεσμών: ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία, ισχυρές διμερείς σχέσεις με ευρωπαϊκές δυνάμεις, δική της αμυντική βιομηχανική ικανότητα, περιφερειακές συνεργασίες και επενδύσεις σε εθνικές δυνατότητες. Ένας σύμμαχος που έχει περισσότερες εναλλακτικές είναι συνήθως ισχυρότερος διαπραγματευτικά ακόμη και όταν επιθυμεί να διατηρήσει την ίδια βασική συμμαχική κατεύθυνση.

Η ίδια λογική ισχύει στην αμυντική βιομηχανία. Η απόκτηση προηγμένων αμερικανικών συστημάτων μπορεί να αυξήσει εντυπωσιακά τη στρατιωτική ικανότητα και τη διαλειτουργικότητα. Δημιουργεί όμως ταυτόχρονα μακροχρόνια εξάρτηση από ανταλλακτικά, λογισμικό, αναβαθμίσεις, εκπαίδευση και αλυσίδες υποστήριξης. Αυτό δεν καθιστά την επιλογή αναγκαστικά δυσμενή· δείχνει απλώς ότι τα οφέλη και οι εξαρτήσεις παράγονται ταυτόχρονα. Η σωστή αξιολόγηση μιας ασύμμετρης εταιρικής σχέσης δεν εξετάζει μόνο το τι αποκτά ένα κράτος σήμερα αλλά και ποιες επιλογές περιορίζει για το αύριο.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα στις υποδομές. Η αμερικανική επένδυση και χρήση μπορούν να αυξήσουν την αξία λιμένων, να επιταχύνουν έργα και να εντάξουν περιοχές σε ευρύτερα δίκτυα. Η Ελλάδα όμως έχει συμφέρον οι υποδομές αυτές να παραμένουν πολυλειτουργικές και να παράγουν ευρύτερη εθνική οικονομική αξία, ώστε να μη μετατρέπονται απλώς σε εξαρτήματα ενός εξωτερικού στρατηγικού σχεδιασμού. Όσο μεγαλύτερη είναι η οικονομική, εμπορική και ενεργειακή χρησιμότητά τους για την ίδια τη χώρα, τόσο περισσότερο η εξωτερική συνεργασία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής και όχι ως υποκατάστατο εθνικής στρατηγικής.

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, επειδή εκεί συχνά δημιουργείται η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στην πραγματική αμοιβαιότητα και στις προσδοκίες που παράγει η συμμαχία. Η αυξημένη ελληνική χρησιμότητα μπορεί να ενισχύσει την προσοχή που αφιερώνει η Ουάσιγκτον στις ελληνικές θέσεις και να αυξήσει το κόστος μιας σοβαρής αποσταθεροποίησης της Ελλάδας. Δεν συνεπάγεται όμως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν τα ανεξάρτητα συμφέροντά τους έναντι της Τουρκίας ή ότι η αμερικανική πολιτική μετατρέπεται σε προέκταση των ελληνικών προτιμήσεων. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αντιμετωπίζει Αθήνα και Άγκυρα ως διαφορετικά κράτη που παρέχουν διαφορετικές στρατηγικές λειτουργίες.

Επομένως, η πραγματική αξία της αμερικανικής σχέσης για την ελληνική αποτροπή είναι περισσότερο σύνθετη από μια υποτιθέμενη άτυπη εγγύηση. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, οι κοινές επενδύσεις και η αυξημένη στρατηγική σημασία της ελληνικής σταθερότητας μπορεί να δημιουργούν πρόσθετες αποτρεπτικές συνέπειες, επειδή αυξάνεται το κόστος μιας περιφερειακής κρίσης για τρίτα μέρη και για την ίδια την Ουάσιγκτον. Αυτό όμως διαφέρει ουσιωδώς από μια νομικά δεσμευτική διμερή εγγύηση συγκεκριμένων ελληνικών διεκδικήσεων.

Η αμοιβαιότητα επομένως πρέπει να μετρηθεί σε περισσότερες από μία διαστάσεις. Στο επίπεδο της λειτουργικής ανταλλαγής είναι σημαντική: οι ΗΠΑ αποκτούν στρατηγική πρόσβαση, υποδομές, ενεργειακές διαδρομές και έναν σύμμαχο που αναλαμβάνει μεγαλύτερο περιφερειακό ρόλο, ενώ η Ελλάδα αποκτά προηγμένες δυνατότητες, επενδύσεις, πρόσβαση, τεχνολογία και ισχυρότερη ένταξη στην ευρωατλαντική αρχιτεκτονική. Στο επίπεδο όμως της δυνατότητας υποκατάστασης, η ασυμμετρία παραμένει πολύ μεγαλύτερη. Η Ουάσιγκτον διαθέτει περισσότερες εναλλακτικές από την Αθήνα.

Αυτό οδηγεί σε ένα ίσως αντιφατικό αλλά ουσιαστικό συμπέρασμα. Για την Ελλάδα, η καλύτερη στρατηγική δεν είναι να επιδιώξει μια ανέφικτη ισότητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά να αυξήσει την αμοιβαιότητα μέσα στην αναπόφευκτη ασυμμετρία. Αυτό σημαίνει περισσότερες κοινές επενδύσεις, μεγαλύτερη ελληνική συμμετοχή στην παραγωγή αμυντικού και τεχνολογικού αποτελέσματος, καλύτερη αξιοποίηση των υποδομών για την εθνική οικονομία, συστηματική μετατροπή της πρόσβασης σε τεχνογνωσία και ενίσχυση εκείνων των ελληνικών δυνατοτήτων που είναι δύσκολο να υποκατασταθούν.

Το στρατηγικό ζητούμενο επομένως δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες «χρειάζονται την Ελλάδα περισσότερο» ή αν η Ελλάδα «χρειάζεται περισσότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες». Αυτή η διατύπωση συμπιέζει μια σύνθετη σχέση σε λανθασμένο δίπολο. Το ουσιώδες είναι ποιος έχει μεγαλύτερο κόστος όταν μια συγκεκριμένη ροή συνεργασίας διακοπεί, πόσες εναλλακτικές διαθέτει και αν η χρησιμότητα που παρέχει ο μικρότερος εταίρος μπορεί να μετατραπεί σε διαρκή δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων του ισχυρότερου.

Η ελληνοαμερικανική στρατηγική εταιρική σχέση είναι υπό αυτή την έννοια σαφώς ασύμμετρη, αλλά όχι μονομερής. Έχει αναπτύξει πραγματικές μορφές αμοιβαιότητας, οι οποίες αυξάνονται όσο η συνεργασία επεκτείνεται από τις βάσεις και τους εξοπλισμούς προς την ενέργεια, τις πληροφορίες, τη ναυτιλία, την τεχνολογία και την περιφερειακή ασφάλεια. Η κρίσιμη ελληνική πρόκληση της επόμενης περιόδου δεν είναι να αυξήσει απλώς τον αριθμό των πεδίων συνεργασίας. Είναι να βελτιώσει τη μετατρεψιμότητα της συνεργασίας: να μετατρέπει τη γεωγραφική πρόσβαση σε τεχνογνωσία, την αμυντική προμήθεια σε βιομηχανική ικανότητα, την ενεργειακή διασύνδεση σε οικονομική ισχύ και τη στρατηγική χρησιμότητα σε πραγματικό διπλωματικό περιθώριο.

Εκεί ακριβώς θα κριθεί το βάθος της αμοιβαιότητας. Μια ώριμη ασύμμετρη συμμαχία δεν απαιτεί οι δύο πλευρές να διαθέτουν ίση ισχύ ούτε να αποκομίζουν τα ίδια οφέλη σε κάθε συναλλαγή. Απαιτεί όμως το μικρότερο κράτος να μην αποτελεί απλώς τόπο στον οποίο ασκείται η στρατηγική του ισχυρότερου, αλλά φορέα ικανό να χρησιμοποιεί τη σχέση για να αυξάνει τη δική του μακροχρόνια εθνική ικανότητα. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο μοντέλα είναι και η πραγματική διαφορά ανάμεσα στην εξάρτηση και σε μια στρατηγική εταιρική σχέση που, παρά την ασυμμετρία της, μπορεί να παραμένει ουσιαστικά αμοιβαία.