Το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του σύγχρονου κράτους δικαίου, δεν συνιστά απλώς το ανώτατο τυπικά κείμενο της έννομης τάξης, αλλά τον θεμελιώδη κανονιστικό πυρήνα που οργανώνει, περιορίζει και δεσμεύει τη συνολική άσκηση της κρατικής εξουσίας. Η κανονιστική του υπεροχή δεν εξαντλείται στην τυπική του θέση στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου, αλλά εκτείνεται στο ουσιαστικό περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων, οι οποίες λειτουργούν ως άμεσοι και δεσμευτικοί κανόνες δικαίου για όλα τα κρατικά όργανα και ιδίως για τον κοινό νομοθέτη. Η αναγνώριση αυτής της υπεροχής αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη και τη λειτουργία του συνταγματικού κράτους.
Η αρχή της κανονιστικής υπεροχής του Συντάγματος θεμελιώνεται πρωτίστως στην αυξημένη τυπική του ισχύ. Το Σύνταγμα θεσπίζεται και τροποποιείται σύμφωνα με ειδικές, αυστηρές και θεσμικά ενισχυμένες διαδικασίες, οι οποίες το διαφοροποιούν ριζικά από τον κοινό νόμο. Η αυξημένη αυτή τυπική ισχύς δεν αποτελεί απλό διαδικαστικό χαρακτηριστικό, αλλά ενσωματώνει μια κανονιστική επιλογή: ότι οι θεμελιώδεις κανόνες οργάνωσης της πολιτείας και προστασίας των δικαιωμάτων δεν μπορούν να εξαρτώνται από τις εκάστοτε πολιτικές πλειοψηφίες. Μέσω της τυπικής υπεροχής, το Σύνταγμα αποκτά ανθεκτικότητα έναντι της πολιτικής συγκυρίας.
Ωστόσο, η κανονιστική υπεροχή του Συντάγματος δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο αν περιοριζόταν σε μια αφηρημένη ιεραρχική θέση. Η πραγματική της σημασία έγκειται στη δεσμευτικότητα των συνταγματικών κανόνων ως κανόνων δικαίου άμεσης εφαρμογής. Το Σύνταγμα δεν λειτουργεί απλώς ως πλαίσιο εντός του οποίου κινείται ο νομοθέτης, αλλά ως σύνολο δεσμευτικών επιταγών που καθορίζουν τόσο τα όρια όσο και το περιεχόμενο της νομοθετικής δράσης. Η αντίληψη του Συντάγματος ως «προγράμματος» ή ως απλής πολιτικής κατεύθυνσης υπονομεύει τη θεμελιώδη του λειτουργία.
Η δεσμευτικότητα του κοινού νομοθέτη από το Σύνταγμα αποτελεί έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου. Ο νομοθέτης, ακόμη και όταν δρα ως φορέας της δημοκρατικής βούλησης, δεν είναι κυρίαρχος υπό την έννοια της ανεξέλεγκτης εξουσίας. Αντιθέτως, η αρμοδιότητά του να θεσπίζει γενικούς και αφηρημένους κανόνες τελεί υπό την προϋπόθεση της συνταγματικής συμμόρφωσης. Η συνταγματική τάξη δεν αναγνωρίζει στον νομοθέτη πρωτογενή κανονιστική εξουσία, αλλά παράγωγη, δεσμευμένη και ελεγχόμενη.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά στο σημείο αυτό η διάκριση μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής υπεροχής του Συντάγματος. Η τυπική υπεροχή αναφέρεται στη θέση του Συντάγματος στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου, ενώ η ουσιαστική υπεροχή αφορά το περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων ως κριτήριο ελέγχου της νομοθετικής δράσης. Χωρίς ουσιαστική υπεροχή, η τυπική ανωτερότητα του Συντάγματος θα ήταν κενή περιεχομένου. Η ουσιαστική υπεροχή καθιστά το Σύνταγμα ενεργό παράγοντα διαμόρφωσης της έννομης τάξης.
Η έννοια της δεσμευτικότητας του κοινού νομοθέτη αποκτά ιδιαίτερη ένταση σε τομείς όπου το Σύνταγμα θέτει άμεσες και συγκεκριμένες επιταγές, όπως η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η αρχή της ισότητας, η αναλογικότητα και η διάκριση των λειτουργιών. Στις περιπτώσεις αυτές, ο νομοθέτης δεν διαθέτει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια. Αντιθέτως, υποχρεούται να κινείται εντός ενός συνταγματικά προκαθορισμένου πλαισίου, το οποίο περιορίζει τόσο τους σκοπούς όσο και τα μέσα της νομοθετικής παρέμβασης.
Η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Το Σύνταγμα δεν εξαλείφει τη νομοθετική ευχέρεια, αλλά τη θεσμοποιεί. Η ευχέρεια αυτή υφίσταται μόνο στο μέτρο που δεν προσκρούει σε συνταγματικές απαγορεύσεις ή δεσμεύσεις. Όταν ο νομοθέτης υπερβαίνει τα όρια αυτά, δεν ασκεί πλέον δημοκρατική αρμοδιότητα, αλλά παραβιάζει τη συνταγματική τάξη.
Κρίσιμη στο πλαίσιο αυτό είναι η λειτουργία του συνταγματικού ελέγχου της νομοθεσίας. Ο έλεγχος αυτός δεν αποσκοπεί στην υποκατάσταση του νομοθέτη από τον δικαστή, αλλά στη διασφάλιση της κανονιστικής υπεροχής του Συντάγματος. Η ύπαρξη μηχανισμών ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων αποτελεί θεσμική εγγύηση ότι η δεσμευτικότητα του Συντάγματος δεν θα παραμείνει θεωρητική, αλλά θα έχει πρακτική αποτελεσματικότητα.
Η κανονιστική υπεροχή του Συντάγματος συνδέεται άρρηκτα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Όταν ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται από σταθερούς και προβλέψιμους συνταγματικούς κανόνες, η έννομη τάξη αποκτά συνοχή και συνέχεια. Αντιθέτως, η αποδυνάμωση της συνταγματικής δεσμευτικότητας οδηγεί σε θεσμική αστάθεια και σε απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών προς το δίκαιο.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη σύγχρονη τάση υπερερμηνείας της νομοθετικής διακριτικής ευχέρειας. Όταν η έννοια αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την παράκαμψη συνταγματικών περιορισμών, η κανονιστική υπεροχή του Συντάγματος υπονομεύεται εκ των έσω. Η επίκληση της πολιτικής σκοπιμότητας ή της κοινωνικής αναγκαιότητας δεν αρκεί για να δικαιολογήσει νομοθετικές ρυθμίσεις που προσκρούουν σε συνταγματικές εγγυήσεις.
Σε τελική ανάλυση, η κανονιστική υπεροχή του Συντάγματος και η δεσμευτικότητα του κοινού νομοθέτη αποτελούν δύο όψεις της ίδιας πολιτειακής αρχής: ότι η εξουσία, ακόμη και όταν ασκείται δημοκρατικά, οφείλει να παραμένει δεσμευμένη από κανόνες ανώτερης ισχύος. Η αρχή αυτή δεν περιορίζει τη δημοκρατία, αλλά τη θωρακίζει, εξασφαλίζοντας ότι η πολιτική βούληση δεν θα μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη κυριαρχία.
Πρόσφατα σχόλια