Η προοπτική μιας νέας Συνταγματικής Αναθεώρησης επαναφέρει αναπόφευκτα στο προσκήνιο μια διαχρονική και θεμελιώδη συζήτηση που διαπερνά την ελληνική συνταγματική θεωρία και πράξη: τον βαθμό εκσυγχρονισμού, θεσμικής ορθολογικότητας και λειτουργικής αποτελεσματικότητας του κοινοβουλευτικού συστήματος. Η αναθεωρητική διαδικασία δεν συνιστά απλώς μια τεχνική άσκηση αναδιατύπωσης διατάξεων, αλλά μια κατ’ εξοχήν πολιτειακή στιγμή επαναπροσδιορισμού των θεμελιωδών κανόνων οργάνωσης και άσκησης της δημοκρατικής εξουσίας. Υπό το πρίσμα αυτό, το Κοινοβούλιο, ως πυρήνας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθίσταται αναγκαίο να τεθεί στο επίκεντρο της αναθεωρητικής προβληματικής, όχι μόνο ως θεσμικό όργανο αλλά ως λειτουργικό πεδίο παραγωγής πολιτικής, ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας και θεσμικής διαμεσολάβησης κοινωνικών συμφερόντων.

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα θεσμικής υπερρύθμισης εντοπίζεται στο πεδίο των βουλευτικών κωλυμάτων και ασυμβιβάστων. Οι ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις διακρίνονται από υπερβολικό κανονιστικό φορμαλισμό, λεπτομερειακή απαρίθμηση περιπτώσεων και αυξημένη κανονιστική πυκνότητα, στοιχεία που δεν συνάδουν με τη φύση και τη λειτουργία ενός σύγχρονου Συντάγματος-πλαισίου. Η ελληνική συνταγματική ιδιαιτερότητα καθίσταται ακόμη πιο εμφανής εάν ληφθεί υπόψη ότι καμία άλλη έννομη τάξη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιλέγει να ενσωματώσει τόσο εξαντλητικές ρυθμίσεις για τα εν λόγω ζητήματα στο ίδιο το συνταγματικό κείμενο. Η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει σε ερμηνευτικές αμφισημίες, αντιφατική νομολογία και διαρκή προσφυγή σε ad hoc ερμηνευτικές λύσεις, υπονομεύοντας τελικά την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

Η κρατούσα στη θεωρία και την πράξη άποψη συγκλίνει προς την ανάγκη αποσυνταγματοποίησης των ειδικών αυτών ρυθμίσεων και μεταφοράς τους στο επίπεδο του κοινού νομοθέτη. Το Σύνταγμα θα όφειλε να περιορίζεται στη διατύπωση γενικών αρχών, όπως η διαφάνεια, η αποτροπή σύγκρουσης συμφερόντων και η διασφάλιση της ανεξαρτησίας της βουλευτικής εντολής, παρέχοντας παράλληλα στον κοινό νομοθέτη την αναγκαία ευχέρεια προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Μια τέτοια επιλογή δεν θα αποδυνάμωνε τη θεσμική προστασία της δημοκρατικής λειτουργίας, αλλά αντιθέτως θα ενίσχυε την προβλεψιμότητα και τη συνοχή του κανονιστικού πλαισίου.

Ιδιαίτερη ένταση παρουσιάζει και το ζήτημα της απαγόρευσης συμμετοχής πολιτικών κομμάτων στις εκλογικές διαδικασίες, το οποίο έχει αναδειχθεί σε πεδίο οξύτατης συνταγματικής αντιπαράθεσης. Η απουσία ρητής συνταγματικής πρόβλεψης έχει επιτρέψει τη διαμόρφωση δύο αντικρουόμενων ερμηνευτικών αφηγήσεων. Από τη μία πλευρά, υποστηρίζεται ότι το ισχύον Σύνταγμα αποκλείει κάθε δυνατότητα απαγόρευσης, δεδομένου ότι σχετική πρόταση είχε απορριφθεί ρητά από την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, γεγονός που προσδίδει αυξημένο ερμηνευτικό βάρος στη βούληση του συντακτικού νομοθέτη. Από την άλλη πλευρά, προβάλλεται η άποψη ότι, υπό εξαιρετικές συνθήκες, η απαγόρευση μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή ως έσχατο μέτρο αυτοπροστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, ιδίως έναντι σχηματισμών που στρέφονται ευθέως κατά των θεμελιωδών αρχών του.

Η εν λόγω αμφισημία παράγει σοβαρή νομική ανασφάλεια και ενισχύει τον κίνδυνο πολιτικής εργαλειοποίησης της συνταγματικής ερμηνείας. Υπό το πρίσμα αυτό, η ρητή συνταγματική ρύθμιση του ζητήματος σε επόμενη Αναθεώρηση καθίσταται όχι απλώς σκόπιμη αλλά αναγκαία. Η συζήτηση οφείλει να κινηθεί προς την κατεύθυνση μιας αυστηρά περιορισμένης και δικαστικά ελεγχόμενης δυνατότητας απαγόρευσης, με την ταυτόχρονη πρόβλεψη ισχυρών δικονομικών εγγυήσεων. Κεντρικό ρόλο σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να διαδραματίσει η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, με αποκλειστική αρμοδιότητα την κρίση επί της συνταγματικότητας της συμμετοχής πολιτικών κομμάτων, αποσυνδέοντας την απόφαση από συγκυριακές πολιτικές πλειοψηφίες.

Στο πεδίο του εκλογικού συστήματος, η συζήτηση για τη συνταγματοποίηση του εκλογικού νόμου αναδεικνύει τα όρια της θεσμικής ακαμψίας. Η πλήρης συνταγματική κατοχύρωση συγκεκριμένου εκλογικού συστήματος θα στερούσε από το πολιτικό σύστημα την αναγκαία ευελιξία προσαρμογής, αυξάνοντας τον κίνδυνο παρατεταμένων κυβερνητικών αδιεξόδων. Ωστόσο, η ισχύουσα ρύθμιση ως προς τον χρόνο εφαρμογής των αλλαγών, η οποία θεσπίστηκε το 2001 με στόχο την αποτροπή ευκαιριακών παρεμβάσεων, έχει πλέον απολέσει τη λειτουργική της αποτελεσματικότητα. Η εφαρμογή του εκλογικού νόμου από τις μεθεπόμενες εκλογές δεν ανταποκρίνεται πλέον στις συνθήκες επιταχυνόμενης πολιτικής δυναμικής και συχνών εκλογικών αναμετρήσεων.

Εναλλακτικές προσεγγίσεις περιλαμβάνουν την πρόβλεψη ελάχιστου χρονικού διαστήματος μεταξύ ψήφισης και εφαρμογής του εκλογικού νόμου, όπως δεκαοκτώ μήνες ή μία πλήρη κοινοβουλευτική θητεία, ή την άμεση εφαρμογή του υπό την προϋπόθεση αυξημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη θεσμοθέτησης προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας του εκλογικού νόμου πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών, προκειμένου να αποφεύγονται μεταγενέστερες αμφισβητήσεις που πλήττουν τη θεσμική αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας.

Κρίσιμη παράμετρος της κοινοβουλευτικής λειτουργίας αποτελεί και το ζήτημα της πρόωρης διάλυσης της Βουλής. Η ελληνική συνταγματική εμπειρία καταδεικνύει ότι οι διατάξεις περί διάλυσης λόγω μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας ή λόγω επίκλησης εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας λειτούργησαν επανειλημμένα ως μηχανισμοί πολιτικού τακτικισμού. Η κατάργηση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 41 παρ. 5, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι η κυβερνητική παραίτηση επαρκεί για την πρόκληση εκλογών, συνηγορεί υπέρ μιας συνολικής αναθεώρησης του πλαισίου πρόωρης διάλυσης, με στόχο την ενίσχυση της κυβερνητικής και κοινοβουλευτικής σταθερότητας.

Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται επίσης στην ενίσχυση της κοινοβουλευτικής λειτουργίας μέσω της θεσμοθέτησης αυστηρών κανόνων καλής νομοθέτησης, της διασφάλισης απαρτίας κατά τις συνεδριάσεις, της σταθεροποίησης της σύνθεσης της Διάσκεψης των Προέδρων και της εξορθολογισμένης διαδικασίας ενσωμάτωσης τροπολογιών. Η κατάργηση της δυνατότητας πρόωρης λήξης της τακτικής συνόδου, θεσμικό κατάλοιπο της βασιλευόμενης δημοκρατίας, θα εξασφάλιζε την απρόσκοπτη άσκηση κρίσιμων κοινοβουλευτικών λειτουργιών, συμπεριλαμβανομένης της πρότασης δυσπιστίας, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων.

Περαιτέρω θεωρητική ανάλυση απαιτεί συγκριτική θεώρηση: το ελληνικό Σύνταγμα δύναται να ωφεληθεί από την εμπειρία της γερμανικής Grundgesetz και των ιταλικών θεσμικών ρυθμίσεων, όπου η σαφής διάκριση μεταξύ γενικών συνταγματικών αρχών και λεπτομερών κανόνων που υπάγονται σε κανονιστικό δίκαιο έχει αποδειχθεί λειτουργικά αποτελεσματική. Το άρθρο 38 του γερμανικού Συντάγματος για τα εκλογικά κωλύματα και οι αντίστοιχες ρυθμίσεις του ιταλικού Συντάγματος προσφέρουν παραδείγματα θεσμικής ευελιξίας και αυξημένης δικαστικής εποπτείας, ενώ η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προσθέτει περαιτέρω στρώμα ελέγχου και ασφάλειας, ειδικά σε ζητήματα απαγορεύσεων συμμετοχής σε εκλογές.

Η ελληνική αναθεωρητική πρακτική μπορεί να επωφεληθεί από τα παραπάνω, εισάγοντας αυστηρά δικαστικά φίλτρα, την αυξημένη εποπτεία δικαστηρίων και την τυποποίηση της διαδικασίας για κρίσιμα ζητήματα, όπως η συμμετοχή κομμάτων με αντιδημοκρατική δραστηριότητα. Η ενσωμάτωση τέτοιων συγκριτικών στοιχείων όχι μόνο ενισχύει τη θεωρητική υπόσταση του αναθεωρητικού εγχειρήματος, αλλά και διασφαλίζει μεγαλύτερη νομιμότητα και σταθερότητα στη λειτουργία των θεσμών.

Η αναθεώρηση, συνεπώς, δεν αποτελεί αποκλειστικά τεχνικό εγχείρημα αλλά πολιτειακή και νομική στρατηγική, όπου η συνταγματική επιστήμη, η συγκριτική θεώρηση και η εμπειρία του διεθνούς δικαίου παρέχουν τα αναγκαία εργαλεία για την ενίσχυση της κοινοβουλευτικής λειτουργίας, της ασφάλειας δικαίου και της δημοκρατικής συνέπειας, συμβάλλοντας στην οικοδόμηση ενός σύγχρονου, σταθερού και ευέλικτου κοινοβουλευτικού συστήματος.