Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση διεξάγεται συχνά μέσα σε ένα παραπλανητικά απλό δίπολο. Από τη μία πλευρά προβάλλεται ως ιστορική ευκαιρία «επανίδρυσης» του κράτους, εκσυγχρονισμού των θεσμών και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών. Από την άλλη αντιμετωπίζεται ως μέσο προεκλογικού αντιπερισπασμού, ως διαδικασία με την οποία αναδιατάσσεται η δημόσια συζήτηση και μεταφέρεται το κέντρο βάρους από την αξιολόγηση της ασκούμενης πολιτικής σε μια εκτεταμένη εξαγγελία μελλοντικών θεσμικών μεταβολών. Η πραγματικότητα είναι συνθετότερη. Μια αναθεωρητική πρωτοβουλία μπορεί να περιλαμβάνει συγχρόνως γνήσιες θεσμικές ανάγκες, ιδεολογικά φορτισμένες πολιτικές επιλογές, συμβολικές διακηρύξεις και υπολογισμούς εκλογικής στρατηγικής. Το κρίσιμο επιστημονικό καθήκον δεν είναι να αποδοθεί ένας ενιαίος χαρακτηρισμός στο σύνολο της διαδικασίας, αλλά να διακριθεί, για κάθε επιμέρους πρόταση, το πραγματικό συνταγματικό της αντικείμενο, η θεσμική της αναγκαιότητα, η ικανότητά της να θεραπεύσει τη διαπιστωμένη παθογένεια και η πολιτική λειτουργία που επιτελεί στον συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο.
Ο όρος «επανίδρυση του κράτους» δεν έχει αυτοτελές και προσδιορισμένο περιεχόμενο στο συνταγματικό δίκαιο. Αποτελεί πολιτικό σημαίνον μεγάλης συμβολικής ισχύος, το οποίο παραπέμπει σε βαθιά ασυνέχεια προς τις υφιστάμενες πρακτικές, σε αναδιάρθρωση των σχέσεων εξουσίας και σε ανασύνθεση της διοικητικής και θεσμικής λειτουργίας. Για να αποκτήσει, όμως, νομική ακρίβεια, πρέπει να συνδεθεί με μεταβολές οι οποίες επηρεάζουν πραγματικά τον τρόπο παραγωγής, άσκησης, ελέγχου και καταλογισμού της δημόσιας εξουσίας. Το κράτος δεν «επανιδρύεται» επειδή προστίθενται νέοι όροι στο συνταγματικό κείμενο, επειδή κατονομάζονται σύγχρονες προκλήσεις ή επειδή πολιτικοί στόχοι αποκτούν αυξημένη τυπική ισχύ. Επανιδρύεται, στο μέτρο που ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιστημονικά, όταν η εξουσία καθίσταται λιγότερο προσωποκεντρική, περισσότερο διαφανής, θεσμικά κατανεμημένη, αποτελεσματικά ελεγχόμενη και ουσιαστικά υπόλογη.
Η πρώτη και σημαντικότερη διάκριση είναι, επομένως, εκείνη ανάμεσα στο συνταγματικό πρόβλημα και στο πρόβλημα εφαρμογής του Συντάγματος. Δεν οφείλεται κάθε κρατική δυσλειτουργία σε ελάττωμα του συνταγματικού κειμένου. Η καθυστέρηση της Δικαιοσύνης, η πολυνομία, η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων, η ανεπαρκής αξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών, η χαμηλή ποιότητα της κανονιστικής παραγωγής, η διοικητική αδράνεια και η ελλιπής κοινοβουλευτική εποπτεία μπορεί να συνδέονται με συνταγματικές ρυθμίσεις, συνήθως όμως αποτελούν σύνθετα αποτελέσματα της κοινής νομοθεσίας, της διοικητικής οργάνωσης, των δημοσιονομικών προτεραιοτήτων, της κομματικής πρακτικής και της θεσμικής κουλτούρας. Η τροποποίηση του Συντάγματος δεν είναι αυτονόητα η κατάλληλη θεραπεία. Εάν η αιτία βρίσκεται στην πλημμελή εφαρμογή υφιστάμενων εγγυήσεων, η προσθήκη μιας νέας διάταξης μπορεί να δημιουργήσει μόνο ένα ακόμη επίπεδο κανονιστικής υπόσχεσης, χωρίς να μεταβάλει την πραγματικότητα.
Η διάκριση αυτή δεν υποτιμά τη σημασία της αναθεώρησης. Αντιθέτως, την προστατεύει από τον συνταγματικό πληθωρισμό. Το Σύνταγμα είναι το θεμελιώδες πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώνονται οι κρατικές λειτουργίες, κατοχυρώνονται τα δικαιώματα και εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις της πολιτικής εναλλαγής. Δεν είναι πλήρες κυβερνητικό πρόγραμμα, κατάλογος διοικητικών τεχνικών ή αποθήκη όλων των θεμιτών κοινωνικών επιδιώξεων. Όσο περισσότερες λεπτομερείς επιλογές δημόσιας πολιτικής μεταφέρονται στο συνταγματικό επίπεδο, τόσο περισσότερο περιορίζεται η ευχέρεια των επόμενων δημοκρατικών πλειοψηφιών να προσαρμόζουν τα μέσα τους στις νέες κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες. Ο συνταγματισμός δεν επιδιώκει να καταστήσει την πολιτική περιττή. Επιδιώκει να τη διατηρήσει ελεύθερη μέσα σε δεσμευτικά όρια δικαιωμάτων, αρμοδιότητας, λογοδοσίας και θεσμικής αμεροληψίας.
Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής αναθεωρητικής διαδικασίας καθιστά τη σχέση θεσμικής μεταρρύθμισης και πολιτικής στρατηγικής ακόμη στενότερη. Το άρθρο 110 προβλέπει δύο διαδοχικές κοινοβουλευτικές φάσεις, οι οποίες διαχωρίζονται από εκλογές. Η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης και προσδιορίζει ειδικά τις αναθεωρητέες διατάξεις, ενώ η επόμενη καθορίζει το νέο περιεχόμενό τους. Όταν μια πρόταση λάβει στην πρώτη φάση πλειοψηφία τριών πέμπτων, μπορεί να εγκριθεί στην επόμενη με την απόλυτη πλειοψηφία· όταν λάβει μόνο την απόλυτη πλειοψηφία, απαιτούνται στην επόμενη Βουλή τρία πέμπτα. Το ίδιο άρθρο προβλέπει δύο ψηφοφορίες στην προτείνουσα Βουλή, με απόσταση τουλάχιστον ενός μήνα.
Η διαδικασία αυτή δεν αποτελεί απλώς αυξημένη τυπική δυσκολία. Ενσωματώνει συγκεκριμένη θεωρία δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η αναθεώρηση δεν πρέπει να αποτελεί μονομερή πράξη μιας συγκυριακής πλειοψηφίας, αλλά προϊόν απόφασης η οποία διατρέχει δύο κοινοβουλευτικές περιόδους και παρεμβάλλει την εκλογική κρίση. Ο λαός δεν καλείται να εγκρίνει άμεσα ένα πλήρες νέο συνταγματικό κείμενο, αλλά να ανασυνθέσει την αντιπροσωπευτική εντολή μέσα σε ένα ήδη προσδιορισμένο αναθεωρητικό πεδίο. Η επόμενη Βουλή διαθέτει ευχέρεια προσδιορισμού του νέου περιεχομένου, χωρίς όμως να μπορεί να επεκταθεί σε διατάξεις που δεν χαρακτηρίστηκαν προηγουμένως αναθεωρητέες. Έτσι επιχειρείται ένας συνδυασμός συνέχειας, λαϊκής μεσολάβησης και αποτροπής του συνταγματικού αιφνιδιασμού.
Η ίδια αρχιτεκτονική δημιουργεί, ωστόσο, ισχυρά στρατηγικά κίνητρα. Η ψήφος στην πρώτη Βουλή δεν αφορά μόνο τη θεσμική αποδοχή μιας αναθεωρητικής ανάγκης. Καθορίζει και το απαιτούμενο κατώφλι της επόμενης φάσης. Οι πολιτικές δυνάμεις έχουν συνεπώς λόγο να σταθμίζουν όχι μόνο το περιεχόμενο μιας πρότασης αλλά και τις προσδοκίες τους για την επόμενη κοινοβουλευτική σύνθεση. Μπορούν να υποστηρίξουν μια αναθεώρηση προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η τελική διαμόρφωσή της ή, αντιστρόφως, να της παράσχουν μόνο την ελάχιστη απαιτούμενη συναίνεση, ώστε να αυξηθεί το κατώφλι της επόμενης περιόδου. Το άρθρο 110 αποπολιτικοποιεί, επομένως, λιγότερο απ’ όσο φαίνεται τη διαδικασία. Δεν καταργεί τη στρατηγική συμπεριφορά· την οργανώνει μέσα σε αυξημένες πλειοψηφίες και διαδοχικές χρονικές φάσεις.
Η τρέχουσα πρόταση περιλαμβάνει ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα αντικειμένων: τεχνητή νοημοσύνη, ελευθερία της έκφρασης, ανώτατη εκπαίδευση, περιβάλλον, στέγαση, ιδιοκτησία, πολιτικά κόμματα, εκλογικές διαδικασίες, φορολογία, δημοσιονομική λειτουργία, διοίκηση, ποινική ευθύνη κυβερνητικών στελεχών, επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων και άλλες θεσμικές ή κοινωνικοοικονομικές ρυθμίσεις. Η επίσημη κοινοβουλευτική πύλη καταχώρισε την πρόταση ως ψηφισθείσα στις 27 Ιουλίου 2026, ενώ η πλήρης αναθεώρηση εξακολουθεί να υπάγεται στη διαδοχική διαδικασία του άρθρου 110.
Το εύρος αυτό έχει διττή σημασία. Από τη μία πλευρά, αποτυπώνει την πρόθεση συνολικής θεσμικής παρέμβασης και επιτρέπει τη σύνδεση διαφορετικών μεταρρυθμίσεων σε ένα ευρύτερο σχέδιο. Από την άλλη, αυξάνει τον κίνδυνο να εξομοιωθούν αντικείμενα διαφορετικής κανονιστικής φύσης. Η διαδικασία επιλογής της δικαστικής ηγεσίας αφορά άμεσα την ισορροπία μεταξύ πολιτικής και δικαστικής λειτουργίας. Η τεχνητή νοημοσύνη αφορά την αναπροσαρμογή της προστασίας της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αυτονομίας. Η ανώτατη εκπαίδευση αφορά τόσο την ακαδημαϊκή ελευθερία όσο και συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης μιας δημόσιας υπηρεσίας. Η δημοσιονομική βιωσιμότητα αφορά τα όρια της οικονομικής δράσης των μελλοντικών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Δεν είναι επιστημονικά πειστικό όλα αυτά να υπάγονται αδιακρίτως σε ένα ενιαίο αφήγημα «εκσυγχρονισμού».
Για τον λόγο αυτόν απαιτείται ένα αυστηρό κριτήριο συνταγματικής προσφορότητας. Μια πρόταση συνιστά πραγματική συνταγματική μεταρρύθμιση όταν πληρούνται σωρευτικά ορισμένες προϋποθέσεις: υπάρχει αναγνωρίσιμη θεσμική παθογένεια· η παθογένεια οφείλεται τουλάχιστον εν μέρει στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο· η κοινή νομοθεσία δεν επαρκεί για την αντιμετώπισή της· η νέα διάταξη διαθέτει σαφή αιτιώδη σύνδεση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα· δεν υπονομεύει άλλες θεμελιώδεις εγγυήσεις· και μπορεί να εφαρμοστεί ανεξάρτητα από την κομματική ταυτότητα εκείνων που ασκούν την εξουσία. Το τελευταίο στοιχείο είναι κρίσιμο: ένας συνταγματικός κανόνας πρέπει να θεωρείται θεμιτός και όταν την εφαρμογή του ελέγχει πολιτική δύναμη αντίθετη προς εκείνη που τον εισηγήθηκε.
Οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και στην απόδοση ποινικής ευθύνης βρίσκονται κατ’ αρχήν εγγύτερα στον σκληρό πυρήνα μιας θεσμικής αναθεώρησης. Η διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων επηρεάζει την πραγματική και την αντιληπτή ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας. Η πρόταση προβλέπει επιλογή από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, μεταξύ προσώπων που προτείνονται από τις ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων. Η κατεύθυνση αυτή μπορεί να περιορίσει την άμεση εξάρτηση από το κυβερνητικό κέντρο, δεν εξαλείφει όμως το πρόβλημα της πολιτικοποίησης. Η κοινοβουλευτική επιλογή μπορεί να αναπαραγάγει κομματικές διαιρέσεις, ενώ η αποκλειστική επιρροή των ολομελειών μπορεί να ενισχύσει μια κλειστή εσωτερική ιεραρχία. Το ζητούμενο δεν είναι να μεταφερθεί η ισχύς από έναν θεσμό σε άλλον, αλλά να οικοδομηθεί μια διαδικασία πολλαπλών εγγυήσεων: δημόσια κριτήρια, διαφανής αξιολόγηση, αιτιολογία, ακρόαση, ασυμβίβαστα και ουσιαστική αποτροπή προσωπικών ή πολιτικών συναλλαγών.
Αντίστοιχα, η μεταβολή της διαδικασίας για την ποινική ευθύνη των μελών της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να υπηρετήσει μια γνήσια ανάγκη αποκομματικοποίησης της προκαταρκτικής έρευνας. Η πρόταση μεταφέρει σημαντικό μέρος της ανακριτικής διερεύνησης στη δικαστική λειτουργία, διατηρώντας κοινοβουλευτικό στοιχείο στην τελική απόφαση άσκησης δίωξης. Η λύση αυτή επιχειρεί να συνδυάσει τη δικαστική αμεροληψία με την αναγνώριση της πολιτειακής ιδιομορφίας των πράξεων που τελούνται κατά την άσκηση κυβερνητικών καθηκόντων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο κοινοβουλευτικός φραγμός εξακολουθεί να επιτρέπει στην πλειοψηφία να καθορίζει ουσιαστικά την έκβαση ή αν η προηγούμενη δικαστική επεξεργασία περιορίζει επαρκώς τη δυνατότητα κομματικής χειραγώγησης. Η μεταρρύθμιση δεν πρέπει να καταλήξει ούτε σε καθεστώς πολιτικής ασυλίας ούτε σε ευχερή ποινικοποίηση της πολιτικής διαφωνίας.
Πολύ πιο αμφίσημη είναι η συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης στη δημόσια διοίκηση και η επανανοηματοδότηση της μονιμότητας. Η αποτελεσματικότητα και η αξιοκρατία αποτελούν θεμιτούς και αναγκαίους στόχους. Η μονιμότητα, όμως, δεν είναι απλώς εργασιακή εξασφάλιση. Αποτελεί εγγύηση διοικητικής συνέχειας και προστασίας του υπαλλήλου απέναντι στην κομματική ή προσωπική αυθαιρεσία. Ο δημόσιος λειτουργός οφείλει να εφαρμόζει τον νόμο και να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ακόμη και όταν η επαγγελματικά ορθή κρίση του δεν είναι πολιτικά επιθυμητή. Η αποδυνάμωση της μονιμότητας χωρίς αυστηρές διαδικαστικές εγγυήσεις μπορεί να δημιουργήσει μια διοίκηση περισσότερο πειθαρχημένη προς την εκάστοτε εξουσία, όχι περισσότερο αποτελεσματική.
Η αξιολόγηση αποκτά νόημα μόνο εάν στηρίζεται σε σαφείς περιγραφές καθηκόντων, αντικειμενικά και ποιοτικά κριτήρια, επαρκή δεδομένα, αιτιολογημένη κρίση, δικαίωμα ακρόασης και αποτελεσματική προσφυγή. Κυρίως, πρέπει να διακρίνει την ατομική ανεπάρκεια από τη συστημική αποτυχία. Δεν είναι ορθολογικό να καταλογίζεται στον υπάλληλο η καθυστέρηση που προκαλείται από αντιφατική νομοθεσία, ελλιπή στελέχωση, παρωχημένο πληροφοριακό σύστημα ή ασαφή κατανομή αρμοδιοτήτων. Η συνταγματοποίηση ενός γενικού αιτήματος αξιολόγησης δεν θεραπεύει αυτές τις αιτίες. Εάν δεν συνοδευτεί από οργανωτική ανασυγκρότηση και επαγγελματική διοίκηση, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως νομικός μανδύας πειθαρχικής αυστηροποίησης.
Παρόμοια προβλήματα εμφανίζει η συνταγματική κατοχύρωση της «καλύτερης νομοθέτησης». Η κακή ποιότητα της νομοθεσίας αποτελεί δομική παθογένεια: πολυάριθμες παραπομπές, αποσπασματικές τροποποιήσεις, άσχετες τροπολογίες, περιορισμένη διαβούλευση, αδύναμες αναλύσεις συνεπειών και ασταθές κανονιστικό περιβάλλον. Ωστόσο, η παθογένεια αυτή δεν οφείλεται στην απουσία μιας γενικής συνταγματικής αρχής. Οφείλεται κυρίως στη λειτουργική υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας επί της νομοθετικής διαδικασίας, στη συμπίεση του κοινοβουλευτικού χρόνου και στην έλλειψη ουσιαστικών συνεπειών για την πλημμελή νομοθέτηση. Μια αόριστη συνταγματική διατύπωση μπορεί να προσφέρει ερμηνευτική κατεύθυνση, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει συγκεκριμένους κανόνες για τη διαβούλευση, την κωδικοποίηση, την αιτιολογία, τη συνάφεια των τροπολογιών και την αξιολόγηση μετά την εφαρμογή.
Στις προτάσεις που αφορούν την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη στέγαση και τη διαγενεακή δικαιοσύνη, το βασικό πρόβλημα είναι διαφορετικό. Εδώ δεν υπάρχει αναγκαστικά υπέρμετρη θεσμική παρέμβαση, αλλά κίνδυνος συμβολικού συνταγματισμού: η αναφορά ενός σύγχρονου κοινωνικού προβλήματος στο ανώτατο κείμενο μπορεί να παράγει ισχυρή πολιτική εντύπωση, χωρίς αντίστοιχη κανονιστική αποτελεσματικότητα. Η επίσημη πρόταση προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την κοινωνική ευημερία. Πρόκειται για θεμιτή κατεύθυνση, αλλά εξαιρετικά γενική. Η ουσιαστική συνταγματική προστασία θα απαιτούσε σαφέστερες εγγυήσεις απέναντι στην αυτοματοποιημένη δημόσια απόφαση: ενημέρωση, δυνατότητα ανθρώπινης επανεξέτασης, έλεγχο αλγοριθμικών διακρίσεων, πρόσβαση σε επαρκή αιτιολογία και δικαστική προστασία.
Η ίδια ανάγκη κανονιστικής πυκνότητας ισχύει για τη στεγαστική προστασία και τη διαγενεακή δικαιοσύνη. Η αναγνώριση της κατοικίας ως κοινωνικά κρίσιμου αγαθού δεν απαντά από μόνη της ποια συγκεκριμένη υποχρέωση αναλαμβάνει το κράτος, ποιος είναι ο δικαιούχος και ποιο το περιεχόμενο του δικαστικού ελέγχου. Αντίστοιχα, η διαγενεακή δικαιοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντική ερμηνευτική αρχή σε ζητήματα περιβάλλοντος, χρέους, κοινωνικής ασφάλισης και δημόσιων επενδύσεων. Εάν, όμως, διατυπωθεί αόριστα, μπορεί να επικαλείται επιλεκτικά για την υποστήριξη αντιφατικών πολιτικών: τόσο για τον περιορισμό του χρέους όσο και για την αύξηση των κλιματικών επενδύσεων, τόσο για τον περιορισμό παροχών όσο και για την ενίσχυση της εκπαίδευσης. Η αοριστία δεν είναι πάντοτε ελάττωμα του Συντάγματος, αλλά γίνεται προβληματική όταν αποκρύπτεται πίσω από αυτήν η απουσία σαφούς θεσμικής επιλογής.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πολιτική διάσταση στις ρυθμίσεις που αφορούν τα κόμματα, τις εκλογές και τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού. Σε αυτά τα πεδία, οι φορείς που αποφασίζουν τον κανόνα είναι συγχρόνως εκείνοι που θα ωφεληθούν ή θα ζημιωθούν από την εφαρμογή του. Πρόκειται για εγγενή θεσμική σύγκρουση συμφέροντος. Η αυξημένη πλειοψηφία και η μεσολάβηση της επόμενης Βουλής περιορίζουν τον κίνδυνο, αλλά δεν τον εξαλείφουν. Χρειάζονται κανόνες γενικοί, αφηρημένοι, αναλογικοί και ουδέτεροι ως προς τους υφιστάμενους κομματικούς συσχετισμούς.
Η εσωτερική δημοκρατία των κομμάτων αποτελεί εύλογο συνταγματικό αίτημα, επειδή τα κόμματα δεν είναι απλώς ιδιωτικές ενώσεις. Διαμεσολαβούν τη λαϊκή βούληση, οργανώνουν την πολιτική αντιπροσώπευση και επηρεάζουν καθοριστικά τη στελέχωση των κρατικών θεσμών. Η συνταγματική ρύθμιση πρέπει, όμως, να περιορίζεται σε ελάχιστες εγγυήσεις διαφάνειας, οικονομικής λογοδοσίας, συμμετοχής και σεβασμού των δημοκρατικών αρχών. Δεν πρέπει να επιβάλλει ένα ενιαίο οργανωτικό πρότυπο ούτε να παρέχει στο κράτος ευρεία εξουσία ελέγχου της ιδεολογικής και οργανωτικής αυτονομίας. Η δημοκρατία οφείλει να προστατεύεται από δυνάμεις που επιδιώκουν την κατάλυσή της, χωρίς να αποκτά η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ανεξέλεγκτη δυνατότητα να ορίζει ποιος δικαιούται να συμμετέχει στον ανταγωνισμό.
Η προεκλογική λειτουργία της αναθεώρησης δεν εξαντλείται, πάντως, σε ρυθμίσεις που επηρεάζουν άμεσα τις εκλογές. Η ίδια η επιλογή των αναθεωρητικών θεμάτων αποτελεί πράξη πολιτικής ισχύος. Εκείνος που κατορθώνει να ορίσει ποια προβλήματα θεωρούνται θεμελιώδη και «συνταγματικά» επηρεάζει τη γλώσσα με την οποία θα διεξαχθεί η δημόσια αντιπαράθεση. Η αξιολόγηση, η ανώτατη εκπαίδευση, η φορολογική σταθερότητα, η δημοσιονομική βιωσιμότητα και η δικαστική οργάνωση παύουν να παρουσιάζονται ως επιμέρους πεδία πολιτικής και εντάσσονται σε ένα ενιαίο αφήγημα εθνικής θεσμικής ανασυγκρότησης. Με αυτόν τον τρόπο, η συμφωνία με συγκεκριμένες επιλογές μπορεί να ταυτιστεί με τον «εκσυγχρονισμό», ενώ η διαφωνία κινδυνεύει να εμφανιστεί ως υπεράσπιση της ακινησίας.
Η λειτουργία αυτή είναι κεντρική στην πολιτική θεωρία της θεματοθέτησης. Η εξουσία δεν συνίσταται μόνο στη δυνατότητα να αποφασίζει κανείς επί ενός ήδη διαμορφωμένου ζητήματος. Συνίσταται και στη δυνατότητα να καθορίζει ποια ζητήματα θα συζητηθούν, με ποιους όρους και μέσα σε ποια ερμηνευτικά πλαίσια. Μια εκτεταμένη αναθεωρητική πρωτοβουλία μπορεί να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από την αποτίμηση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων σε μια αντιπαράθεση περί μελλοντικών θεσμικών δυνατοτήτων. Μπορεί να συγκροτήσει νέα δίπολα, να πιέσει τις άλλες πολιτικές δυνάμεις να λάβουν θέση σε ένα ευρύ πακέτο και να δημιουργήσει προϋποθέσεις μετεκλογικών συναινέσεων ή αντιπαραθέσεων.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η αναθεώρηση είναι προσχηματική. Η ύπαρξη πολιτικής στρατηγικής δεν ακυρώνει αυτομάτως τη θεσμική αξία μιας πρότασης. Κάθε αναθεώρηση διεξάγεται από πολιτικούς φορείς, σε συγκεκριμένο χρόνο και υπό συγκεκριμένους συσχετισμούς. Η επιδίωξη πολιτικής υπεροχής είναι αναπόφευκτη. Το ουσιώδες κριτήριο είναι αν οι προτεινόμενες διατάξεις διαθέτουν αυτοτελή αξία πέρα από τη συγκυρία: αν επιλύουν πραγματικά προβλήματα, αν θα εξακολουθούσαν να υποστηρίζονται σε διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον και αν λειτουργούν δίκαια όταν η εξουσία αλλάζει χέρια.
Εδώ πρέπει να προστεθεί η σημασία του χρονισμού. Η αναθεωρητική διαδικασία διεξάγεται σε θεσμική εγγύτητα προς τον επόμενο εκλογικό κύκλο. Η εγγύτητα αυτή δεν καθιστά τη διαδικασία παράνομη ούτε αθέμιτη. Αυξάνει, όμως, την ανάγκη αυστηρής θεσμικής αιτιολόγησης. Όσο περισσότερο η αναθεώρηση συμπλέκεται με τις επικείμενες εκλογικές στρατηγικές, τόσο περισσότερο πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο σχεδιασμός της δεν εξαντλείται στη δημιουργία πολιτικού αφηγήματος. Η σοβαρότητα μιας συνταγματικής μεταβολής κρίνεται και από τον χρόνο που διατίθεται για επιστημονική επεξεργασία, κοινωνική διαβούλευση, ακρόαση των φορέων και διερεύνηση των ανεπιθύμητων συνεπειών.
Η δημοκρατική νομιμοποίηση της αναθεώρησης δεν ταυτίζεται με την αριθμητική συγκέντρωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας. Η πλειοψηφία είναι αναγκαία τυπική προϋπόθεση, όχι πλήρης απόδειξη θεσμικής ορθότητας. Χρειάζεται δημόσιος λόγος επαρκώς ανοιχτός ώστε να επιτρέπει την κατανόηση όχι μόνο των γενικών στόχων αλλά και των νομικών συνεπειών. Η κοινωνία δεν πρέπει να καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε αφηρημένα συνθήματα «μεταρρύθμισης» και «ακινησίας». Πρέπει να γνωρίζει ποιο ακριβώς πρόβλημα επιχειρείται να λυθεί, ποιοι εναλλακτικοί μηχανισμοί εξετάστηκαν, ποια εξουσία ενισχύεται, ποια αποδυναμώνεται και ποια δικαιώματα ενδέχεται να επηρεαστούν.
Η ίδια απαίτηση ισχύει για τη σχέση της αναθεώρησης με την άτυπη συνταγματική πραγματικότητα. Το πολίτευμα δεν λειτουργεί μόνο μέσω του γραπτού Συντάγματος. Διαμορφώνεται από την κομματική πειθαρχία, τη συγκέντρωση της νομοθετικής πρωτοβουλίας, την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, την πρακτική των ανεξάρτητων αρχών, την κουλτούρα κοινοβουλευτικού ελέγχου και τον σεβασμό των θεσμικών ορίων. Ακόμη και η τεχνικά αρτιότερη διάταξη μπορεί να αποτύχει όταν εφαρμόζεται σε περιβάλλον θεσμικής δυσπιστίας ή κακής πίστης. Η αλλαγή του κανόνα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της κουλτούρας.
Η λογοδοσία, για παράδειγμα, δεν ενισχύεται μόνο επειδή προβλέπεται νέα διαδικασία. Ενισχύεται όταν οι αποφάσεις είναι δημόσιες και αιτιολογημένες, όταν τα στοιχεία είναι προσβάσιμα, όταν ο ελεγκτικός θεσμός διαθέτει επαρκείς πόρους και όταν η παραβίαση του κανόνα παράγει πραγματικές συνέπειες. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν εξασφαλίζεται μόνο με αλλαγή του οργάνου επιλογής της ηγεσίας, αλλά με υπηρεσιακές εγγυήσεις, διαφανή κριτήρια, επαρκή χρηματοδότηση και θεσμικό σεβασμό στις αποφάσεις. Η αποτελεσματικότητα της διοίκησης δεν προκύπτει μόνο από την αξιολόγηση, αλλά από την ορθολογική κατανομή αρμοδιοτήτων, την κατάρτιση, τη διοικητική μνήμη και τα αξιόπιστα πληροφοριακά συστήματα.
Γι’ αυτό η έννοια της κρατικής επανίδρυσης πρέπει να μετατοπιστεί από τη μεγαλοπρέπεια του συνταγματικού λόγου στην ακρίβεια της θεσμικής λειτουργίας. Μια πραγματική ανασυγκρότηση θα απαιτούσε λιγότερες αόριστες διακηρύξεις και περισσότερους ελέγξιμους κανόνες· λιγότερη συνταγματοποίηση επιμέρους προγραμμάτων και ισχυρότερη προστασία της θεσμικής αμεροληψίας· λιγότερη μεταφορά της πολιτικής ευθύνης σε δικαστήρια ή ανεξάρτητες αρχές και σαφέστερο καταλογισμό στα εκλεγμένα όργανα· λιγότερη έμφαση στη συμβολική προσθήκη σύγχρονων εννοιών και μεγαλύτερη προσοχή στους μηχανισμούς εφαρμογής.
Η αναθεώρηση πρέπει επίσης να διαθέτει πλήρη «θεσμική αλυσίδα». Μετά την αλλαγή του Συντάγματος θα απαιτηθούν εκτελεστικοί νόμοι, διοικητικές διαδικασίες, οργανωτικές δομές, χρηματοδότηση, στελέχωση και δικαστική ερμηνεία. Χωρίς προκαταρκτική εκτίμηση αυτής της αλυσίδας, το νέο συνταγματικό κείμενο μπορεί να παραμείνει ανενεργό ή να αποκτήσει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που προβάλλεται στη δημόσια συζήτηση. Το χάσμα ανάμεσα στη συνταγματική υπόσχεση και στη θεσμική εφαρμογή δεν είναι δευτερεύον τεχνικό ζήτημα. Είναι βασικό κριτήριο ποιότητας της ίδιας της αναθεώρησης.
Η ορθότερη αποτίμηση είναι, συνεπώς, αναγκαστικά διαφοροποιημένη. Ορισμένες προτάσεις αγγίζουν πραγματικούς κόμβους του πολιτεύματος και μπορούν, εφόσον σχεδιαστούν προσεκτικά, να ενισχύσουν την ανεξαρτησία, τη λογοδοσία και την ασφάλεια δικαίου. Άλλες επιχειρούν να συνταγματοποιήσουν πολιτικές κατευθύνσεις που θα έπρεπε να παραμείνουν περισσότερο ανοιχτές στη δημοκρατική εναλλαγή. Άλλες έχουν κυρίως συμβολικό χαρακτήρα και κινδυνεύουν να αυξήσουν το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και στην εφαρμογή. Και ολόκληρη η διαδικασία λειτουργεί αναπόφευκτα ως μέσο θεματοθέτησης ενόψει του 2027.
Η πολιτική λειτουργία δεν αναιρεί τη νομική, αλλά επιβάλλει μεγαλύτερη επιστημονική αυστηρότητα. Η αναθεώρηση θα μπορεί να χαρακτηριστεί ουσιαστική κρατική ανασυγκρότηση μόνο εάν οι νέοι κανόνες είναι θεσμικά ουδέτεροι, εφαρμόσιμοι, συγκεκριμένοι και ανθεκτικοί στην εναλλαγή της εξουσίας. Το κριτήριο δεν είναι αν η πρωτοβουλία επιτυγχάνει να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση, αλλά αν δημιουργεί ένα δικαιότερο και αποτελεσματικότερο πλαίσιο για όλους τους μελλοντικούς φορείς εξουσίας.
Η τελική δοκιμασία του γνήσιου συνταγματισμού είναι η αντιστροφή της πολιτικής θέσης. Κάθε φορέας που υποστηρίζει μια νέα εξουσία ή έναν νέο περιορισμό πρέπει να αναρωτηθεί αν θα τον θεωρούσε εξίσου θεμιτό όταν θα ασκούνταν από τον πολιτικό του αντίπαλο. Εάν η απάντηση είναι αρνητική, η ρύθμιση υπηρετεί πιθανότατα τη συγκυριακή ισχύ περισσότερο από τη μακροχρόνια πολιτειακή ισορροπία. Εάν είναι θετική, τότε μπορεί να αποτελεί μέρος μιας πραγματικής θεσμικής ανασυγκρότησης.
Το κράτος δεν επανιδρύεται επειδή το Σύνταγμα γίνεται μεγαλύτερο, περισσότερο περιγραφικό ή περισσότερο επίκαιρο. Επανιδρύεται όταν η δημόσια εξουσία γίνεται λιγότερο αυθαίρετη, οι αρμοδιότητες σαφέστερες, η διοίκηση επαγγελματικότερη, η νομοθέτηση σοβαρότερη, η Δικαιοσύνη περισσότερο ανεξάρτητη και ο καταλογισμός της ευθύνης αποτελεσματικότερος. Εάν οι προτεινόμενες μεταβολές επιτύχουν αυτά τα αποτελέσματα, η αναθεώρηση μπορεί να υπερβεί τον εκλογικό ορίζοντα του 2027. Εάν περιοριστούν στη συμβολική συσσώρευση θεμάτων και στην αναδιάταξη της πολιτικής ατζέντας, θα αποτελέσουν περισσότερο συνταγματική διαχείριση της συγκυρίας παρά επανίδρυση του κράτους.
Πρόσφατα σχόλια