.Η θεσμική ενσωμάτωση των κοινωνικών ή θετικών δικαιωμάτων στο Σύνταγμα συνιστά εξέλιξη υψηλού νομικού, πολιτικού και κοινωνικού βάρους, η οποία αντιπροσωπεύει τη δεύτερη γενιά δικαιωμάτων μετά την παραδοσιακή κατοχύρωση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Αυτή η γενιά δικαιωμάτων αναδεικνύει τη μετάβαση από την απλή προστασία της ατομικής ελευθερίας προς την ενεργό υποχρέωση του κράτους να παρέχει στους πολίτες συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση, υγειονομική φροντίδα, εκπαίδευση και κοινωνική προστασία. Τα κοινωνικά δικαιώματα δεν περιορίζονται σε προγραμματικές δηλώσεις καλής θέλησης, αλλά αποκτούν κανονιστική ισχύ και δεσμευτικό χαρακτήρα, ο οποίος καθορίζει την κρατική πολιτική, την οργάνωση των δημοσίων πόρων και την άσκηση της νομοθετικής και διοικητικής εξουσίας.

Η συνταγματική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων έχει πολλαπλές διαστάσεις. Πρώτον, λειτουργεί ως κανονιστικός οδηγός για την πολιτική του κράτους, επιβάλλοντας την ενεργό μέριμνα για την άρση κοινωνικών ανισοτήτων και την προστασία των ευάλωτων ομάδων. Δεύτερον, εξασφαλίζει τη νομική δυνατότητα θεσμικού ελέγχου της συμμόρφωσης του κράτους με τις κοινωνικές του υποχρεώσεις, παρέχοντας στον πολίτη και στη δικαιοσύνη εργαλεία για την επιβολή της θεσμικής λογοδοσίας. Τρίτον, διαμορφώνει ένα πλαίσιο αναφοράς για τη δημοσιονομική, διοικητική και κοινωνική στρατηγική της πολιτείας, εξισορροπώντας την ανάγκη βιωσιμότητας με την υποχρέωση παροχής θεμελιωδών κοινωνικών υπηρεσιών.

Η φύση των κοινωνικών δικαιωμάτων συνδέεται με την ανάγκη ενεργού παρέμβασης του κράτους. Σε αντίθεση με τα ατομικά δικαιώματα, τα οποία συνιστούν αρνητικές υποχρεώσεις του κράτους – να μην παρεμβαίνει στην ελευθερία του πολίτη – τα κοινωνικά δικαιώματα προϋποθέτουν θετική δράση, διαχείριση πόρων και δημιουργία θεσμικών μηχανισμών. Αυτή η διάσταση αναδεικνύει την κοινωνική διάσταση της συνταγματικής τάξης και τη σημασία της πολιτικής επιστήμης για την ερμηνεία και την εφαρμογή των δικαιωμάτων αυτών, καθώς η συνταγματική πρόβλεψή τους δεν μπορεί να περιοριστεί σε τυπική αναφορά, αλλά πρέπει να διασφαλίζει την πρακτική πραγματοποίηση των δικαιωμάτων με μέτρα προσβάσιμα, μετρήσιμα και διαρκή.

Η εμπειρία των ευρωπαϊκών συνταγμάτων καταδεικνύει ότι η δευτέρα γενιά δικαιωμάτων ενσωματώνεται με διαφορετικό βαθμό έντασης και κανονιστικής ισχύος. Στο γερμανικό Σύνταγμα, για παράδειγμα, η αρχή του κοινωνικού κράτους (Sozialstaatsprinzip) καθορίζει όχι μόνο την υποχρέωση προστασίας των αδύναμων, αλλά και το πλαίσιο για την κοινωνική αναδιανομή, τη σύνδεση των κοινωνικών παροχών με την αγορά εργασίας και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Στο γαλλικό Σύνταγμα, η κοινωνική διάσταση ενσωματώνεται μέσω της αναφοράς στα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα και των προγραμματικών δηλώσεων της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 και του Προσάρτημα Στρασβούργου, τα οποία αναγνωρίζονται από τη νομολογία ως δεσμευτικά για τη χάραξη κοινωνικής πολιτικής. Η ισπανική και η ιταλική εμπειρία υπογραμμίζει τη σύνδεση των κοινωνικών δικαιωμάτων με την κρατική υποχρέωση να διασφαλίζει καθολική πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση και την κοινωνική ασφάλιση, ενώ στα σκανδιναβικά κράτη η δευτερογενής φύση των δικαιωμάτων ενσωματώνεται κυρίως μέσω πρακτικών και θεσμικών μηχανισμών που συνδέουν τη θεσμική προστασία με την κοινωνική επένδυση και την ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η ενεργός υποχρέωση του κράτους απαιτεί καθορισμό σαφών δεικτών αποτελεσματικότητας και διαφάνειας, καθώς η απλή αναγνώριση δικαιωμάτων δεν εξασφαλίζει την πρακτική πρόσβαση ή την κοινωνική ενσωμάτωση. Η έννοια της βιωσιμότητας και της διαγενεακής ισότητας αποκτά κεντρικό ρόλο, καθώς η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών υψηλού επιπέδου πρέπει να συνυπάρχει με τη δημοσιονομική υπευθυνότητα και την προστασία των μελλοντικών γενεών. Σε αυτό το πλαίσιο, η θεσμική κατοχύρωση μηχανισμών όπως ο κοινωνικός προϋπολογισμός, η συστηματική αξιολόγηση κοινωνικών δαπανών και η διαφάνεια στη διοίκηση αποτελούν αναγκαία εργαλεία για την ουσιαστική εφαρμογή των δευτερογενών δικαιωμάτων.

 Η ρητή υιοθέτηση κοινωνικών δικαιωμάτων στο Σύνταγμα αναδεικνύει τη σχέση μεταξύ συνταγματικής θεωρίας, δημοκρατικής νομιμοποίησης και κοινωνικής συνοχής. Η κατοχύρωση της υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής ασφάλισης και της εργασίας ως συνταγματικών δικαιωμάτων προσφέρει ένα ισχυρό εργαλείο για την καταπολέμηση της κοινωνικής ανισότητας και την ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα διαμορφώνει πλαίσιο για τη χάραξη μακροπρόθεσμων πολιτικών κοινωνικής σταθερότητας. Η εμπειρία των ευρωπαϊκών κρατών δείχνει ότι η ισχυρή νομική κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με θεσμικούς ελέγχους και μετρήσιμες πολιτικές, ενισχύει τη νομιμοποίηση του κράτους και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Συμπερασματικά, η συνταγματική πρόβλεψη των θετικών δικαιωμάτων αποτελεί κορωνίδα της σύγχρονης θεσμικής και δημοκρατικής ωριμότητας. Τα κοινωνικά δικαιώματα δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας ή προαιρετικές παροχές, αλλά θεμελιώδη στοιχεία της συνταγματικής τάξης, τα οποία καθορίζουν το περιεχόμενο, τη λειτουργία και τη νομιμοποίηση του κράτους. Η δεύτερη γενιά δικαιωμάτων, ως συνέχεια της παραδοσιακής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, ενσωματώνει την έννοια της θετικής υποχρέωσης, της κοινωνικής επένδυσης και της δημοκρατικής ευθύνης. Η πλήρης εφαρμογή τους απαιτεί συνδυασμό συνταγματικής δέσμευσης, θεσμικής συνέπειας, διαφάνειας και στρατηγικής πολιτικής, ώστε το κοινωνικό κράτος και η κοινωνική δικαιοσύνη να παραμένουν ζωντανά και βιώσιμα στοιχεία της κοινωνικής πραγματικότητας.