Το σύγχρονο διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται από έναν κατακερματισμένο ανταγωνισμό πολλαπλών επιπέδων, όπου η οικονομία, η τεχνολογία, οι υποδομές και οι ροές κρίσιμων πόρων αποκτούν στρατηγική σημασία ισοδύναμη –και συχνά ανώτερη– της στρατιωτικής ισχύος. Σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της κρατικής κυριαρχίας επαναπροσδιορίζεται: δεν αρκεί η τυπική κατοχύρωση δικαιωμάτων, αλλά απαιτείται η πραγματική ικανότητα άσκησής τους υπό συνθήκες διεθνούς αλληλεξάρτησης και συστημικών κρίσεων.
Η γεωοικονομία αναδεικνύεται σε κεντρικό πεδίο άσκησης ισχύος. Τα κράτη που ελέγχουν κρίσιμους κόμβους, ροές και θεσμικά πλαίσια δεν επιβάλλονται μέσω καταναγκασμού, αλλά μέσω της διαμόρφωσης όρων συμμετοχής στο διεθνές σύστημα. Η ισχύς αυτή είναι λιγότερο ορατή, αλλά βαθύτερη και διαρκέστερη. Η Ελλάδα, ως κράτος με σύνθετη γεωγραφική και θεσμική θέση, εντάσσεται σε αυτή τη δυναμική όχι ως παθητικός αποδέκτης εξελίξεων, αλλά ως δρων που επιδιώκει να μετατρέψει τη γεωγραφία και τη θεσμική του ένταξη σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η μετάβαση από ένα διεθνές σύστημα κανόνων σε ένα σύστημα διαπραγματευόμενης ισχύος καθιστά κρίσιμη τη δυνατότητα ενός κράτους να ενσωματώνεται σε μηχανισμούς συλλογικής σταθερότητας, χωρίς να απεμπολεί την αυτονομία του. Η ισορροπία αυτή είναι εξαιρετικά λεπτή. Η υπερβολική εξάρτηση οδηγεί σε περιορισμό επιλογών, ενώ η απομόνωση αυξάνει την ευαλωτότητα. Η Ελλάδα επιχειρεί να κινηθεί εντός αυτού του φάσματος, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της θέση μέσω θεσμικής συμμετοχής, χωρίς να απεκδύεται τον έλεγχο κρίσιμων τομέων πολιτικής.
Η συστημική ασφάλεια δεν αφορά πλέον μόνο την αποτροπή ένοπλων απειλών. Αφορά τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της οικονομίας, της κοινωνικής συνοχής και των κρίσιμων υποδομών υπό συνθήκες πίεσης. Οι πρόσφατες διεθνείς κρίσεις ανέδειξαν ότι οι διαταραχές σε έναν τομέα μεταφέρονται ταχύτατα σε άλλους, δημιουργώντας φαινόμενα αλυσιδωτής αστάθειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρατική ισχύς μετριέται από την ικανότητα πρόληψης, απορρόφησης και ταχείας προσαρμογής.
Η Ελλάδα, έχοντας βιώσει πολυεπίπεδες κρίσεις την προηγούμενη δεκαετία, έχει αποκτήσει ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα: θεσμική εμπειρία διαχείρισης πίεσης. Η εμπειρία αυτή, εφόσον κεφαλαιοποιηθεί ορθολογικά, μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικό κεφάλαιο. Τα κράτη που έχουν δοκιμαστεί και επιβιώσει αναπτύσσουν μηχανισμούς αντοχής που δεν είναι εύκολα ορατοί, αλλά αποδεικνύονται καθοριστικοί σε περιόδους αστάθειας.
Στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής οικονομίας, η έννοια της αυτάρκειας επανέρχεται όχι ως πλήρης αποσύνδεση, αλλά ως ελεγχόμενη μείωση εξαρτήσεων. Η στρατηγική αυτονομία δεν ταυτίζεται με την απομόνωση, αλλά με τη δυνατότητα επιλογής. Ένα κράτος είναι κυρίαρχο όταν μπορεί να αποφασίζει, όχι όταν απλώς συμμετέχει. Η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει αυτή τη δυνατότητα μέσω διαφοροποίησης συνεργασιών και επένδυσης σε τομείς που αυξάνουν το στρατηγικό της βάρος.
Η ένταξη της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, αλλά και ως πλαίσιο περιορισμών. Η πρόκληση δεν έγκειται στην αμφισβήτηση του πλαισίου, αλλά στη βέλτιστη αξιοποίησή του. Τα κράτη που επιτυγχάνουν εντός υπερεθνικών δομών είναι εκείνα που μετατρέπουν τους κανόνες σε εργαλεία εθνικής στρατηγικής, αντί να τους αντιμετωπίζουν ως εξωτερικές επιβολές.
Η γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιφέρεια της Ελλάδας ενισχύει τη σημασία της ως σημείου αναφοράς για προβλεψιμότητα και θεσμική συνέχεια. Σε ένα περιβάλλον όπου η αβεβαιότητα αυξάνεται, οι διεθνείς δρώντες αναζητούν αξιόπιστους εταίρους. Η αξιοπιστία αυτή δεν προκύπτει από δηλώσεις προθέσεων, αλλά από τη μακροχρόνια συνέπεια πολιτικής και την ικανότητα εφαρμογής αποφάσεων.
Η κρατική κυριαρχία, στο σύγχρονο περιβάλλον, δεν ασκείται μόνο μέσω ελέγχου εδάφους, αλλά μέσω ελέγχου διαδικασιών και κανόνων. Η χώρα μας ενισχύοντας τη συμμετοχή της σε διεθνείς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, διευρύνει τον χώρο επιρροής της πέρα από τα στενά γεωγραφικά της όρια. Η επιρροή αυτή είναι συχνά πιο αποτελεσματική από τη σκληρή ισχύ, καθώς διαμορφώνει το πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνονται οι αποφάσεις των άλλων.
Η ανθεκτικότητα του κράτους συνδέεται άρρηκτα με τη νομιμοποίησή του στο εσωτερικό. Κοινωνίες που αντιλαμβάνονται τη στρατηγική κατεύθυνση της χώρας τους και συμμετέχουν σε αυτή εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή σε εξωτερικές πιέσεις. Η Ελλάδα καλείται να ενισχύσει τη στρατηγική της αφήγηση, όχι με όρους προπαγάνδας, αλλά με όρους διαφάνειας και ορθολογικής τεκμηρίωσης.
Εν κατακλείδι, η θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο διεθνές σύστημα καθορίζεται από την ικανότητα προσαρμογής και θεσμικής εμβάθυνσης. Η γεωοικονομία, η συστημική ασφάλεια και η λειτουργική κυριαρχία συνιστούν τα βασικά πεδία όπου θα κριθεί η μακροπρόθεσμη ισχύς της χώρας.
Πρόσφατα σχόλια