Η ελληνική επιχειρηματολογία περί διεθνούς δικαίου μέσα στο ΝΑΤΟ πρέπει να πάψει να λειτουργεί ως αμυντική αντίδραση και να μετατραπεί σε ενεργητική στρατηγική γλώσσα. Το βασικό πρόβλημα για την Ελλάδα δεν είναι ότι οι θέσεις της στερούνται νομικής ή πολιτικής βάσης. Είναι ότι μέσα στη Συμμαχία συχνά συρρικνώνονται σε μια γενική κατηγορία «διμερών διαφορών» μεταξύ δύο μελών. Αυτή η κατηγορία είναι βολική για το ΝΑΤΟ, επειδή του επιτρέπει να αποφεύγει την ανάληψη θέσης σε εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Είναι όμως ανεπαρκής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, παραπλανητική. Δεν είναι όλες οι διαφορές μεταξύ δύο κρατών απλές διμερείς διαφορές. Όταν μια διαφορά περιλαμβάνει απειλή ή χρήση βίας, αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, μονομερείς αναθεωρητικές αξιώσεις, παρεμπόδιση νόμιμων δραστηριοτήτων, πίεση σε κρίσιμους θαλάσσιους χώρους και κίνδυνο αποσταθεροποίησης της νοτιοανατολικής πτέρυγας, τότε δεν αφορά μόνο τα δύο εμπλεκόμενα κράτη. Αφορά τη συνοχή, την αξιοπιστία και την πολιτική λογική της Συμμαχίας.
Η αφετηρία της ελληνικής επιχειρηματολογίας πρέπει να είναι η ίδια η Βορειοατλαντική Συνθήκη. Το Άρθρο 1 δεν είναι δευτερεύουσα εισαγωγική διακήρυξη. Είναι θεμέλιο της εσωτερικής νομιμότητας της Συμμαχίας. Τα μέρη δεσμεύονται να επιλύουν κάθε διεθνή διαφορά με ειρηνικά μέσα και να απέχουν από απειλή ή χρήση βίας κατά τρόπο ασύμβατο με τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών. Αυτή η διάταξη έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, διότι προσφέρει εσωτερική νατοϊκή γλώσσα για να τεθεί το ζήτημα του καταναγκασμού μεταξύ Συμμάχων. Η ελληνική θέση δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται μόνο ως επίκληση εξωτερικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί και πρέπει να παρουσιάζεται ως απαίτηση συνέπειας προς το ίδιο το ιδρυτικό κείμενο του ΝΑΤΟ. Αν η Συμμαχία απαιτεί ενότητα απέναντι σε εξωτερικούς αναθεωρητισμούς, δεν μπορεί να αδιαφορεί για λογικές απειλής ή πίεσης στο εσωτερικό της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να μετατραπεί σε διεθνές δικαστήριο θαλασσίων διαφορών. Μια τέτοια αξίωση θα ήταν μη ρεαλιστική και πιθανότατα αντιπαραγωγική. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ζητήσει από το ΝΑΤΟ να αποφανθεί για κάθε τεχνική πτυχή υφαλοκρηπίδας, ΑΟΖ, χωρικών υδάτων, εναέριου χώρου ή θαλασσίων ζωνών. Πρέπει όμως να απαιτεί κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: να μην αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη «διμερής ένταση» η απειλή χρήσης βίας ή η προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων. Το ΝΑΤΟ μπορεί να μη χαράσσει θαλάσσιες ζώνες, αλλά οφείλει να υπερασπίζεται την αρχή ότι οι Σύμμαχοι δεν επιβάλλουν αξιώσεις με απειλή.
Η ελληνική επιχειρηματολογία πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική απέναντι στη λέξη «διάλογος». Ο διάλογος είναι αναγκαίος, αλλά δεν είναι αυταξία ανεξάρτητη από το περιεχόμενό του. Η Ελλάδα ορθά αποδέχεται την ανάγκη επικοινωνίας, αποκλιμάκωσης, μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και ειρηνικής επίλυσης διαφορών. Δεν πρέπει όμως να αποδέχεται ότι κάθε μονομερής αξίωση καθίσταται νόμιμο αντικείμενο διαπραγμάτευσης επειδή διατυπώθηκε επίμονα ή υποστηρίχθηκε με πίεση. Αν μια χώρα πολλαπλασιάζει αξιώσεις και μετά ζητά «διάλογο επί όλων», τότε ο διάλογος κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό επιβράβευσης της αναθεώρησης. Η ελληνική θέση είναι σαφής: διάλογος για τη μία ουσιαστική νομική διαφορά οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, στη βάση του διεθνούς δικαίου· όχι διάλογος ως γενική επαναδιαπραγμάτευση κυριαρχίας, δικαιωμάτων και διεθνών συνθηκών.
Η έννοια της «διμερούς διαφοράς» χρειάζεται, επίσης, αποδόμηση με ακρίβεια. Υπάρχει διμερής διάσταση, επειδή οι άμεσοι δρώντες είναι Ελλάδα και Τουρκία. Δεν υπάρχει όμως μόνο διμερής συνέπεια. Μια ελληνοτουρκική κρίση στο Αιγαίο δεν θα ήταν τοπικό επεισόδιο. Θα επηρέαζε τη συνοχή της Συμμαχίας, τη στρατιωτική κινητικότητα, τη λειτουργία βάσεων, τις θαλάσσιες και αεροπορικές οδούς, την εικόνα του ΝΑΤΟ ως μηχανισμού σταθερότητας και την αξιοπιστία του απέναντι σε εξωτερικούς αντιπάλους. Μια κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα αφορούσε μόνο δύο κράτη. Θα άγγιζε ενέργεια, υποδομές, Κύπρο, θαλάσσια ασφάλεια, μεταναστευτικές πιέσεις, Βόρεια Αφρική και ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η Ελλάδα πρέπει να επιμένει ότι η διμερής μορφή δεν ακυρώνει τη συμμαχική σημασία.
Ζήτημα μείζονος σημασίας είναι η μετάφραση του διεθνούς δικαίου σε γλώσσα συμμαχικής λειτουργικότητας. Πολλοί Σύμμαχοι μπορεί να μη γνωρίζουν ή να μη θέλουν να εμβαθύνουν στις λεπτομέρειες των ελληνοτουρκικών. Κατανοούν όμως την ανάγκη προβλεψιμότητας, αποφυγής κρίσεων, προστασίας υποδομών, ελευθερίας κινήσεων, ασφάλειας θαλασσίων οδών και μη εργαλειοποίησης της ισχύος μεταξύ μελών. Η Ελλάδα πρέπει να δείχνει ότι το διεθνές δίκαιο αποτελεί de facto προϋπόθεση στρατηγικής σταθερότητας. Όταν οι θαλάσσιες ζώνες οριοθετούνται με συμφωνίες ή δικαστικές διαδικασίες, οι επενδύσεις, οι υποδομές και οι στρατιωτικές δραστηριότητες γίνονται προβλέψιμες. Όταν αμφισβητούνται μονομερώς με απειλές, ολόκληρο το επιχειρησιακό περιβάλλον γίνεται ασταθές. Η νομιμότητα είναι μορφή ασφάλειας.
Η Ελλάδα πρέπει να παρουσιάζει τη θέση της ως υπεράσπιση ενός κανόνα που προστατεύει όλους: καμία διαφορά μεταξύ Συμμάχων δεν μπορεί να επιλύεται υπό απειλή, καμία γεωγραφική ισχύς δεν μπορεί να μετατρέπεται σε δικαίωμα καταναγκασμού, καμία συμμαχική αναγκαιότητα δεν πρέπει να γίνεται λευκή επιταγή αναθεωρητικής συμπεριφοράς. Αυτή η διατύπωση είναι πολύ ισχυρότερη από μια καθαρά εθνική καταγγελία. Μεταφέρει το ζήτημα από τη διαμάχη Ελλάδας–Τουρκίας στην ποιότητα της νατοϊκής τάξης.
Το Άρθρο 3 της Συνθήκης προσφέρει ένα επιπλέον επιχείρημα. Η Συμμαχία ζητά από τα μέλη να αναπτύσσουν την ατομική και συλλογική τους ικανότητα αντίστασης σε ένοπλη επίθεση. Η Ελλάδα, με υψηλή αμυντική προσπάθεια και κρίσιμη γεωγραφία, εκπληρώνει αυτή την υποχρέωση. Δεν είναι αδύναμος κρίκος που ζητά προστασία χωρίς συνεισφορά. Είναι κράτος που επενδύει πραγματικά στην άμυνά του. Αυτό δίνει στην ελληνική επιχειρηματολογία μεγαλύτερο βάρος. Η Ελλάδα μπορεί να πει: συμβάλλουμε στην κοινή άμυνα, ενισχύουμε τη νοτιοανατολική πτέρυγα, προσφέρουμε υποδομές, δυνάμεις και γεωγραφία· άρα έχουμε δικαίωμα να απαιτούμε από τη Συμμαχία να μην εξισώνει τη νομιμότητα με την απειλή. Η συμμαχική αξιοπιστία δεν είναι μονόδρομη. Όπως η Ελλάδα οφείλει να συμβάλλει στη Συμμαχία, έτσι και η Συμμαχία οφείλει να μην αδιαφορεί για πρακτικές που υπονομεύουν την ασφάλεια ενός συνεπούς μέλους.
Η ελληνική επιχειρηματολογία πρέπει να είναι τεχνικά προετοιμασμένη. Δεν αρκεί η γενική επίκληση του διεθνούς δικαίου. Χρειάζονται χάρτες, νομικά υπομνήματα, σύντομες τεκμηριωμένες παρουσιάσεις για Συμμάχους, εξηγήσεις για το πώς συγκεκριμένες τουρκικές αξιώσεις επηρεάζουν τη νατοϊκή λειτουργικότητα, ανάλυση κρίσιμων υποδομών, στοιχεία για θαλάσσιες διασυνδέσεις, ενεργειακά έργα, υποθαλάσσια καλώδια, αεροναυτική ασφάλεια και στρατιωτική κινητικότητα. Η Ελλάδα πρέπει να μιλά διαφορετικά σε διαφορετικά ακροατήρια: νομικά σε νομικούς, επιχειρησιακά σε στρατιωτικούς, πολιτικά σε κυβερνήσεις, στρατηγικά σε think tanks και δημόσια σε ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η ίδια θέση χρειάζεται πολλαπλές μεταφράσεις. Μόνο έτσι το ελληνικό δίκαιο μετατρέπεται σε κατανοητή συμμαχική ανάγκη.
Η επικοινωνιακή διάσταση δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η Τουρκία συχνά προβάλλει τις αξιώσεις της ως ζήτημα «δίκαιης κατανομής», «αποστρατιωτικοποίησης», «ασφάλειας», «γαλάζιας πατρίδας» ή «νόμιμων δικαιωμάτων». Η Ελλάδα δεν μπορεί να απαντά μόνο αμυντικά ή αποσπασματικά. Πρέπει να διαθέτει συνεκτικό αφήγημα: η Ελλάδα είναι δύναμη διεθνούς δικαίου, όχι δύναμη αναθεώρησης· επιδιώκει ειρηνική επίλυση, όχι στρατιωτικό καταναγκασμό· στηρίζει το ΝΑΤΟ, αλλά ζητά να τηρούνται οι αρχές του· αναγνωρίζει τη σημασία της Τουρκίας για τη Συμμαχία, αλλά δεν αποδέχεται ότι η σημασία αυτή νομιμοποιεί πίεση σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων. Το αφήγημα αυτό πρέπει να είναι σταθερό, επαναλαμβανόμενο, τεκμηριωμένο και απαλλαγμένο από υπερβολές. Η σοβαρότητα είναι ελληνικό πλεονέκτημα όταν απέναντι υπάρχει αναθεωρητική ρητορική.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η Κύπρος, ακόμη και όταν το θέμα συζητείται στο ΝΑΤΟ όπου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μέλος. Η Ελλάδα πρέπει να χειρίζεται το ζήτημα με θεσμική ακρίβεια. Η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρίσιμος παράγοντας της Ανατολικής Μεσογείου. Το γεγονός ότι δεν ανήκει στο ΝΑΤΟ δεν σημαίνει ότι η ασφάλειά της είναι άσχετη με τη νατοϊκή αρχιτεκτονική της περιοχής. Η παρουσία ξένων στρατευμάτων, οι θαλάσσιες ζώνες, η ενεργειακή ασφάλεια, η προστασία υποδομών και η συνοχή ΕΕ–ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο επηρεάζονται από το Κυπριακό. Η Ελλάδα πρέπει να αποφεύγει να φορτώνει κάθε νατοϊκή συζήτηση με το Κυπριακό με τρόπο που θα προκαλεί κόπωση, αλλά πρέπει να μην επιτρέπει και την πλήρη αποσύνδεσή του από την περιφερειακή ασφάλεια. Η Κύπρος είναι μέρος της γεωγραφίας της σταθερότητας.
Η ελληνική θέση μέσα στο ΝΑΤΟ πρέπει να παραμείνει ρεαλιστική. Η Συμμαχία δεν θα εγκαταλείψει την Τουρκία, ούτε θα υιοθετήσει πλήρως την ελληνική ανάγνωση σε κάθε ζήτημα. Η Αθήνα δεν πρέπει να οικοδομεί στρατηγική πάνω σε ψευδαισθήσεις. Πρέπει όμως να αξιοποιεί κάθε θεσμικό, πολιτικό και επιχειρησιακό περιθώριο για να αυξάνει το κόστος της ψευδούς ουδετερότητας. Όσο περισσότερο η Ελλάδα αποδεικνύει ότι οι τουρκικές αναθεωρητικές πρακτικές δημιουργούν πρόβλημα συμμαχικής αξιοπιστίας, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τους Συμμάχους να κρύβονται πίσω από γενικές εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση.
Πάγια θέση της χώρας πρέπει να είναι η εξής: είμαστε υπέρ του διαλόγου, αλλά όχι του διαλόγου υπό απειλή· είμαστε υπέρ της συμμαχικής ενότητας, αλλά όχι της ενότητας που εξισώνει τον αναθεωρητισμό με τη νόμιμη άμυνα· είμαστε υπέρ της σταθερότητας, αλλά όχι της σταθερότητας που παγώνει αμφισβητήσεις εις βάρος μας· είμαστε υπέρ της Τουρκίας ως υπεύθυνου Συμμάχου, αλλά όχι της Τουρκίας ως δύναμης που αξιοποιεί τη συμμαχική της αξία για να πιέζει άλλον Σύμμαχο.
Τα ελληνοτουρκικά δεν πρέπει να αφήνονται να εμφανίζονται ως απλή διμερής διαφορά όταν αφορούν απειλή χρήσης βίας, θαλάσσιους χώρους κρίσιμους για τη Συμμαχία, ενεργειακές και επικοινωνιακές υποδομές, την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και την αξιοπιστία του Άρθρου 1 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ζητά προνομιακή μεταχείριση. Χρειάζεται να απαιτεί λογική συνέπεια: μια Συμμαχία που υπερασπίζεται την εδαφική ακεραιότητα και τη διεθνή τάξη απέναντι σε εξωτερικές απειλές δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την απειλή μεταξύ Συμμάχων ως απλή ενόχληση προς διαχείριση
Πρόσφατα σχόλια