Η πρόταση περί καθιέρωσης ασυμβιβάστου μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και της ιδιότητας του βουλευτή δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως απλή τεχνική μεταβολή της εσωτερικής λειτουργίας του πολιτικού συστήματος ούτε ως απομονωμένη οργανωτική διευθέτηση που αφορά αποκλειστικά την κατανομή ρόλων ανάμεσα στη νομοθετική και στην εκτελεστική λειτουργία. Η θεσμική της σημασία είναι σαφώς βαθύτερη, διότι αγγίζει τον πυρήνα της συνταγματικής μορφής του πολιτεύματος και ιδίως τη σχέση ανάμεσα στη λαϊκή νομιμοποίηση, τη συγκρότηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας, την αρχή της δεδηλωμένης και την κατανομή της ισχύος εντός του κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Κατά συνέπεια, το ορθό ερώτημα δεν είναι αν ένας καθαρότερος διαχωρισμός των δύο ιδιοτήτων εμφανίζεται επιφανειακά πιο εύτακτος ή πολιτικά πιο ελκυστικός, ούτε αν μια τέτοια λύση μπορεί να υποστηριχθεί επικοινωνιακά ως στοιχείο «εκσυγχρονισμού». Το ουσιώδες ερώτημα είναι αν η μεταβολή αυτή είναι συμβατή με τις δομικές προϋποθέσεις της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην ελληνική της εκδοχή, με τη λογική της κοινοβουλευτικής ευθύνης, με τη θεσμική ανάγκη σταθερότητας της σύνθεσης της Βουλής και, κυρίως, με την απαίτηση το σώμα που ελέγχει και νομιμοποιεί την κυβέρνηση να είναι αδιαμεσολάβητο προϊόν της λαϊκής ψήφου και όχι, έστω εν μέρει, αποτέλεσμα κυβερνητικών επιλογών. Από αυτή την άποψη, η σχετική πρόταση δεν συνιστά ουδέτερη βελτιωτική παρέμβαση, αλλά ενδεχόμενη αναδιάταξη του ίδιου του κέντρου βάρους του πολιτεύματος.

Στο ελληνικό συνταγματικό σύστημα, η κυβέρνηση δεν αποτελεί αυτοτελή πηγή πολιτικής νομιμοποίησης. Συγκροτείται και λειτουργεί υπό τον όρο της εμπιστοσύνης της Βουλής, ενώ η ίδια η Βουλή αποτελεί προϊόν της λαϊκής κυριαρχίας όπως αυτή εκφράζεται μέσω των βουλευτικών εκλογών. Αυτή η αλληλουχία δεν είναι απλή περιγραφή χρονικής διαδοχής θεσμικών πράξεων, αλλά ο κανονιστικός πυρήνας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Ο λαός εκλέγει τη Βουλή· η Βουλή παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση· η κυβέρνηση ασκεί την εξουσία εφόσον απολαμβάνει και διατηρεί την εμπιστοσύνη αυτή· και η ίδια Βουλή διαθέτει την αρμοδιότητα να ελέγχει την κυβέρνηση και να αποσύρει την εμπιστοσύνη της. Το ισχύον Σύνταγμα είναι σαφές ως προς τα καίρια αυτά σημεία: η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, ενώ στο κεφάλαιο που αφορά τη συγκρότηση και αποστολή της κυβέρνησης προβλέπεται ότι νόμος μπορεί να καθιερώνει ασυμβίβαστα για το αξίωμα του υπουργού και του υφυπουργού. Η δυνατότητα αυτή, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε πιθανό ασυμβίβαστο είναι συνταγματικά αδιάφορο ως προς τις επιπτώσεις του στη μορφή του πολιτεύματος. Το γεγονός ότι ο κοινός νομοθέτης έχει ρυθμιστική ευχέρεια δεν αίρει την ανάγκη η άσκησή της να αξιολογείται με αυστηρά συνταγματικά και πολιτειολογικά κριτήρια, ιδίως όταν οι συνέπειες της ρύθμισης αγγίζουν τη σχέση Βουλής και κυβέρνησης και, τελικά, τον ίδιο τον μηχανισμό της κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης.

Η πρώτη και κεντρική θεσμική ένσταση αφορά τη σταθερότητα της σύνθεσης της Βουλής. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, ότι το αντιπροσωπευτικό σώμα συγκροτείται από εκείνους που εκλέγονται από το εκλογικό σώμα και ότι η προσωπική του μορφή παραμένει σταθερή σε όλη την κοινοβουλευτική περίοδο, με εξαίρεση μόνον περιπτώσεις εξαιρετικού και αντικειμενικά προσδιορίσιμου χαρακτήρα, όπως ο θάνατος, η παραίτηση, η έκπτωση ή άλλες ειδικά ρυθμισμένες καταστάσεις που δεν συνδέονται με ελεύθερες κυβερνητικές επιλογές. Η σταθερότητα αυτή δεν αποτελεί τυπικό ή επουσιώδες γνώρισμα της αντιπροσώπευσης, αλλά ουσιώδη εγγύηση της καθαρότητας της λαϊκής εντολής. Διότι η Βουλή, ως φορέας της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας, δεν πρέπει να ανασυντίθεται αναλόγως των λειτουργικών αναγκών ή των πολιτικών επιδιώξεων της εκτελεστικής εξουσίας. Όταν, όμως, η υπουργοποίηση εκλεγμένων βουλευτών έχει ως συνέπεια την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας και την υποκατάστασή τους από επιλαχόντες, τότε η σύνθεση της Βουλής παύει να είναι αποκλειστικά προϊόν της εκλογικής βούλησης. Γίνεται, σε ουσιώδη βαθμό, και συνάρτηση μεταγενέστερων κυβερνητικών επιλογών. Μεταξύ εκλογικού σώματος και κοινοβουλευτικής σύνθεσης παρεμβάλλεται έτσι ένα δεύτερο κέντρο προσδιορισμού: η απόφαση για το ποια πρόσωπα θα συμμετάσχουν στην κυβέρνηση. Και ακριβώς εδώ ανακύπτει το βαθύ πρόβλημα: η Βουλή παύει να είναι μόνο αυτό που εξέλεξε ο λαός και αρχίζει να είναι εν μέρει και αυτό που απέμεινε ή αναπληρώθηκε μετά τη συγκρότηση της κυβέρνησης.

Αυτή η μεταβολή έχει κρίσιμη σημασία υπό το πρίσμα της αντιπροσωπευτικής αρχής. Η Βουλή συγκροτείται από τους βουλευτές που εκλέγονται, όχι από τους εκλεγμένους ή τους επιλαχόντες τους, αναλόγως της εκ των υστέρων κυβερνητικής αξιοποίησης των πρώτων. Ο βουλευτής δεν είναι απλό κομματικό τεμάχιο αριθμητικής ισορροπίας. Είναι συγκεκριμένος φορέας πολιτικής νομιμοποίησης και αντιπροσωπευτικής εντολής. Η δε βουλευτική έδρα δεν αποτελεί αφηρημένη θέση διαθέσιμη σε εσωτερικούς κομματικούς μηχανισμούς αναπλήρωσης, αλλά θεσμική έκφραση της λαϊκής επιλογής υπέρ συγκεκριμένων προσώπων μέσα στο πλαίσιο του ισχύοντος εκλογικού συστήματος. Ο επιλαχών, ακόμη και όταν ανήκει στο ίδιο κόμμα, δεν διαθέτει την ίδια πρωτογενή νομιμοποίηση με τον εκλεγμένο βουλευτή. Η δική του είσοδος στη Βουλή είναι, εξ ορισμού, υποκαταστατική, δευτερογενής και εξαρτημένη από πρόσθετο θεσμικό γεγονός. Εφόσον το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο ή αντικειμενικό, αλλά απόφαση της κυβερνητικής εξουσίας ως προς τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, τότε η κυβέρνηση αποκτά έμμεση επιρροή στη συγκρότηση του αντιπροσωπευτικού σώματος. Το επιχείρημα ότι «η έδρα παραμένει στο ίδιο κόμμα» αποδεικνύεται, από αυστηρή συνταγματική σκοπιά, ανεπαρκές, διότι υποβιβάζει την αντιπροσώπευση σε καθαρά κομματική λογιστική και παραγνωρίζει ότι η λαϊκή ετυμηγορία δεν παράγει αφηρημένες κομματικές μονάδες αλλά συγκεκριμένη προσωπική σύνθεση της Βουλής.

Η θεωρητική βαρύτητα της ένστασης αυτής καθίσταται ακόμη πιο καθαρή όταν εξετασθεί υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής αρχής. Η κυβέρνηση, στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, οφείλει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη μιας Βουλής που προϋπάρχει της κυβέρνησης νομιμοποιητικά και λειτουργικά. Η Βουλή είναι το δεδομένο μέτρο της κυβερνητικής νομιμοποίησης και όχι μεταβλητό αποτέλεσμα της κυβερνητικής συγκρότησης. Εάν, όμως, η επιλογή υπουργών μεταβάλλει τη σύνθεση της Βουλής, τότε η κυβέρνηση δεν εμφανίζεται πλέον απλώς να λογοδοτεί ενώπιον ενός σώματος που την ελέγχει, αλλά και να επενεργεί πάνω στην προσωπική του μορφή. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν περιορίζεται στο να εξαρτάται από τη Βουλή, αλλά αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει, έστω έμμεσα, το σώμα από το οποίο εξαρτάται. Πρόκειται για μεταβολή μείζονος πολιτειολογικής σημασίας. Η αρχή της δεδηλωμένης δεν είναι απλώς αριθμητικός κανόνας περί κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Είναι συνταγματικός κανόνας που προϋποθέτει σαφή κατεύθυνση εξάρτησης: η κυβέρνηση οφείλει να αντλεί και να διατηρεί νομιμοποίηση από μια Βουλή που έχει συγκροτηθεί χωρίς κυβερνητική παρέμβαση. Αν αυτή η καθαρότητα διαρραγεί, δεν καταλύεται ίσως τυπικά η κοινοβουλευτική αρχή, αλλά αλλοιώνεται η ουσία της. Η εκτελεστική εξουσία αρχίζει να αφήνει οργανωτικό αποτύπωμα στον χώρο που θα έπρεπε να της αντιστέκεται, να τη νομιμοποιεί υπό όρους και, εν ανάγκη, να την αποδοκιμάζει.

Το πρόβλημα καθίσταται ακόμη πιο σοβαρό αν ληφθεί υπόψη η πραγματική μορφή του ελληνικού συστήματος εξουσίας. Η Ελλάδα δεν είναι ένα υποθετικό, άχρωμο κοινοβουλευτικό μοντέλο, αλλά ένα πολίτευμα στο οποίο έχει ιστορικά αναπτυχθεί υψηλός βαθμός πρωθυπουργοκεντρισμού. Ο όρος αυτός δεν περιγράφει απλώς την αυξημένη βαρύτητα του επικεφαλής της κυβέρνησης, κάτι αναμενόμενο σε πολλά κοινοβουλευτικά συστήματα. Περιγράφει ένα ολόκληρο πρότυπο συγκέντρωσης πολιτικής, κομματικής, διοικητικής και επικοινωνιακής ισχύος στον πυρήνα της κυβέρνησης και ειδικότερα γύρω από το πρωθυπουργικό κέντρο. Η χάραξη πολιτικής, η νομοθετική ατζέντα, η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, η πειθάρχηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και η επιρροή στη διοικητική στελέχωση συγκλίνουν ήδη σε ένα εξαιρετικά ισχυρό σημείο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πρόταση για το ασυμβίβαστο δεν εισάγεται σε ουδέτερο έδαφος. Αντιθέτως, προστίθεται σε ένα σύστημα που ήδη πάσχει από έντονη εκτελεστική υπεροχή. Συνεπώς, η ενδεχόμενη δυνατότητα του κυβερνητικού κέντρου να επηρεάζει, μέσω της υπουργοποίησης, τη σύνθεση της Βουλής δεν μπορεί να νοηθεί ως ουδέτερος εκσυγχρονισμός. Αποτελεί πιθανή επιτάχυνση μιας ήδη υφιστάμενης συγκεντρωτικής δυναμικής.

Ακριβώς σε αυτό το επίπεδο καθίσταται θεσμικά χρήσιμη η διάκριση ανάμεσα στον πρωθυπουργοκεντρισμό και στον ηγεμονικό πρωθυπουργισμό. Ο δεύτερος όρος δεν δηλώνει απλώς έναν ισχυρό επικεφαλής της κυβέρνησης, αλλά μια κατάσταση κατά την οποία το πρωθυπουργικό κέντρο δεσπόζει όχι μόνο επί της εκτελεστικής λειτουργίας, αλλά και επί των όρων λειτουργίας άλλων θεσμικών πεδίων. Όταν οι αποφάσεις συγκρότησης της κυβέρνησης έχουν συνέπειες στη σύνθεση της Βουλής, τότε η εκτελεστική ισχύς παύει να είναι μόνο κυβερνητική και αρχίζει να αποκτά οργανωτική σκιά επί της αντιπροσώπευσης. Η μετατόπιση αυτή είναι ποιοτική, όχι απλώς ποσοτική. Δεν πρόκειται μόνο για αύξηση της ισχύος του κυβερνητικού κέντρου, αλλά για επέκταση της εμβέλειάς του σε ένα θεσμικό πεδίο που, κατά τη λογική του κοινοβουλευτισμού, θα έπρεπε να παραμένει αφετηριακά εξωτερικό προς αυτό. Από τον πρωθυπουργοκεντρισμό προς τον ηγεμονικό πρωθυπουργισμό η μετάβαση πραγματοποιείται ακριβώς όταν η κυβερνητική κορυφή δεν αρκείται να διευθύνει την εκτελεστική λειτουργία αλλά αποκτά και δυνατότητα έμμεσης επιρροής επί της μορφής του σώματος που οφείλει να την ελέγχει.

Εκείνο που συχνά συγκαλύπτει τη βαρύτητα αυτής της προβληματικής είναι η επίκληση αγαθών προθέσεων. Υποστηρίζεται, συνήθως, ότι η θέσπιση ασυμβιβάστου στοχεύει στην καταπολέμηση του ρουσφετιού, στη μείωση της πελατειακής διαμεσολάβησης, στην απελευθέρωση του βουλευτή από την προσδοκία υπουργοποίησης και σε έναν καθαρότερο λειτουργικό διαχωρισμό μεταξύ κυβερνητικού και κοινοβουλευτικού ρόλου. Η συλλογιστική αυτή δεν είναι αβάσιμη ως προς τη διάγνωση ορισμένων παθογενειών. Είναι, όμως, βαθύτατα αμφίβολη ως προς την καταλληλότητα της θεραπείας. Το πελατειακό φαινόμενο δεν έχει ως πρωταρχική γενεσιουργό αιτία τη σύμπτωση υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας. Οι ρίζες του βρίσκονται πολύ βαθύτερα: στην εξάρτηση της διοίκησης από την πολιτική εξουσία, στη συστηματική κομματικοποίηση του κράτους, στην ατελή επαγγελματοποίηση της δημόσιας διοίκησης, στην ασθενή θεσμική αυτονομία των υπηρεσιών, στη μετατροπή της βουλευτικής λειτουργίας σε διαμεσολαβητικό μηχανισμό αιτημάτων και στη μακρά ελληνική παράδοση ιδιοποίησης του κράτους από την εκάστοτε κυβερνώσα παράταξη. Εάν αυτά είναι τα δομικά αίτια, τότε το ασυμβίβαστο δεν προσβάλλει τον πυρήνα του προβλήματος. Παρεμβαίνει στο επίπεδο των πολιτικών ιδιοτήτων, αφήνοντας ανέπαφο το επίπεδο της διοικητικής εξάρτησης και της κρατικής παθολογίας που πραγματικά τροφοδοτεί το ρουσφέτι.

Η θεσμικά ορθή απάντηση στο πελατειακό κράτος είναι διαφορετικής τάξεως. Αφορά την ανεξαρτησία και επαγγελματοποίηση της διοίκησης, την ενίσχυση της υπηρεσιακής συνέχειας, τη θωράκιση των διαδικασιών επιλογής και αξιολόγησης προσωπικού, την αποσύνδεση των διοικητικών τοποθετήσεων από κομματικές σκοπιμότητες, την ενίσχυση των μηχανισμών λογοδοσίας και εσωτερικού ελέγχου, καθώς και τη συνολική καλλιέργεια μιας συνταγματικής κουλτούρας που αντιμετωπίζει το κράτος ως διαρκή δημόσια λειτουργία και όχι ως λάφυρο πολιτικής κατοχής. Όταν, αντί για αυτά, η θεραπεία αναζητείται σε μέτρο που αυξάνει το οργανωτικό αποτύπωμα του κυβερνητικού κέντρου, τότε το πρόβλημα δεν επιλύεται αλλά μεταφέρεται. Το ρουσφέτι δεν εξαφανίζεται επειδή η διαμεσολάβηση γίνεται περισσότερο κατακόρυφη. Απλώς μετασχηματίζεται. Και συχνά μετασχηματίζεται σε λιγότερο ορατές και περισσότερο συμπαγείς μορφές συγκεντρωτικής ισχύος.

Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η λογική των ελέγχων και αντιβάρων. Το ώριμο συνταγματικό κράτος δεν αρκείται στο να ορίζει ποιος κυβερνά, αλλά θέτει και όρους περιορισμού εκείνου που κυβερνά. Οι ανεξάρτητες αρχές, οι θεσμοί αυξημένης εγγύησης, οι κανόνες προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, οι ενισχυμένες πλειοψηφίες για τη συγκρότηση ορισμένων κρίσιμων οργάνων και η ίδια η αξίωση μιας διοίκησης λιγότερο εξαρτημένης από την εκάστοτε κυβερνητική βούληση αποτελούν τρόπους με τους οποίους το συνταγματικό σύστημα επιδιώκει να περιορίσει την εκτελεστική υπερίσχυση. Η ελληνική εμπειρία, αντιθέτως, έχει συχνά επιδείξει δυσπιστία προς αυτή τη λογική και προτίμηση σε υπερσυγκεντρωτικές λύσεις. Το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα προτιμά συχνά να αντιμετωπίζει τις δυσλειτουργίες του με περισσότερη συμπύκνωση ισχύος αντί για περισσότερη θεσμική διαφοροποίηση αποτελεί ακριβώς το βαθύτερο πρόβλημα. Η συζήτηση για το ασυμβίβαστο εντάσσεται σε αυτή την ευρύτερη δυναμική: αντί να ενισχύει την ανεξαρτησία της διοίκησης και τη θεσμική αυτοτέλεια της Βουλής, τείνει να ευνοεί ακόμη μεγαλύτερη κεντρικοποίηση της πολιτικής ισχύος. Το γεγονός ότι η ελληνική συνταγματική τάξη κατοχυρώνει την κυβερνητική ευθύνη απέναντι στη Βουλή και ταυτόχρονα γνωρίζει την ανάγκη ειδικών εγγυήσεων ανεξαρτησίας σε κρίσιμα πεδία δείχνει ακριβώς ότι το πνεύμα του Συντάγματος δεν είναι η αδιάκοπη συσσώρευση ισχύος στο εκτελεστικό κέντρο, αλλά η συγκράτησή της μέσω θεσμικών ισορροπιών.

Η προβληματικότητα του ασυμβιβάστου γίνεται εντονότερη στις περιπτώσεις πολυκομματικών κυβερνήσεων. Σε ένα μονοκομματικό σχήμα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι συνέπειες περιορίζονται στη σύνθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος. Ακόμη και εκεί, φυσικά, η ένσταση παραμένει σοβαρή, αφού η κυβέρνηση επηρεάζει τη σύνθεση της πλειοψηφίας που τη στηρίζει. Σε συνθήκες, όμως, κυβερνητικής συνεργασίας, η επιλογή υπουργών από τον πρωθυπουργό ή κατόπιν διαπραγμάτευσης κορυφής μεταξύ κυβερνητικών εταίρων μπορεί να μεταβάλει και τη σύνθεση κοινοβουλευτικών ομάδων άλλων κομμάτων. Έτσι, η συγκρότηση της κυβέρνησης αποκτά αντανάκλαση στην εσωτερική μορφή περισσοτέρων του ενός φορέων αντιπροσώπευσης. Η εκτελεστική διαπραγμάτευση, επομένως, παύει να αφορά μόνο την κυβέρνηση και μετατρέπεται σε μηχανισμό έμμεσης επίδρασης στην κοινοβουλευτική γεωμετρία. Μια τέτοια εξέλιξη είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβιβαστεί με τη λογική της κοινοβουλευτικής αυτονομίας. Οι κοινοβουλευτικές ομάδες δεν είναι παραρτήματα του υπουργικού συμβουλίου ούτε υλικό διαθέσιμο για κυβερνητική αναδιάταξη. Αποτελούν οργανικά στοιχεία της αντιπροσώπευσης, της αντιπολίτευσης, της παραγωγής πλειοψηφιών και της πολιτικής λογοδοσίας. Όταν η κυβέρνηση δύναται, μέσω της δικής της σύνθεσης, να επηρεάζει και τη δική τους, το πρόβλημα δεν είναι απλώς λειτουργικό αλλά πολιτειακό.

Ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα απαιτείται επίσης απέναντι στην επίκληση συγκριτικών παραδειγμάτων και ιδίως της Γαλλίας. Είναι ακριβές ότι στη Γαλλία το Σύνταγμα προβλέπει ρητώς, στο άρθρο 23, ότι η ιδιότητα του μέλους της κυβέρνησης είναι ασυμβίβαστη με την κατοχή κοινοβουλευτικού αξιώματος, ενώ ειδικός μηχανισμός καθορίζει τον τρόπο αναπλήρωσης των βουλευτών που εισέρχονται στην κυβέρνηση. Είναι, επίσης, ακριβές ότι στο πλαίσιο της τρέχουσας δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα το γαλλικό παράδειγμα έχει επανέλθει ως σημείο αναφοράς. Όμως από αυτό δεν προκύπτει καμία δυνατότητα μηχανικής μεταφοράς. Η συγκριτική συνταγματική μέθοδος δεν επιτρέπει αυτοματισμούς. Κάθε θεσμός αντλεί το πραγματικό του νόημα από το συνολικό συνταγματικό περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί. Στη Γαλλία, το ασυμβίβαστο εντάσσεται σε διαφορετική αρχιτεκτονική εξουσίας, σε διαφορετική σχέση κυβέρνησης και κοινοβουλίου και σε διαφορετική ιστορική μορφή του πολιτεύματος. Το ότι εκεί ο κανόνας μπορεί να εμφανίζεται θεσμικά συνεκτικός δεν σημαίνει ότι είναι και στην Ελλάδα. Αντιθέτως, ακριβώς επειδή το ελληνικό σύστημα είναι αυστηρά κοινοβουλευτικό και ήδη βεβαρημένο από έντονη πρωθυπουργική υπεροχή, η μεταφορά του γαλλικού σχήματος μπορεί να παράγει διαφορετικές και βαρύτερες συγκεντρωτικές συνέπειες. Το σωστό συγκριτικό ερώτημα δεν είναι αν «αυτό υπάρχει αλλού», αλλά αν, στο συγκεκριμένο σύστημα, υπηρετεί την ίδια θεσμική λογική ή αν λειτουργεί ως όχημα διαφορετικής μετατόπισης της ισχύος.

Από αυτή την άποψη, είναι επίσης επισφαλής η άποψη ότι το ασυμβίβαστο θα ενίσχυε αυτομάτως τη Βουλή. Η Βουλή δεν αναβαθμίζεται επειδή ορισμένα πρόσωπα παύουν να κατέχουν ταυτόχρονα δύο ιδιότητες. Αναβαθμίζεται μόνο όταν αποκτά ουσιαστικά εργαλεία ελέγχου, πρόσβαση σε επαρκή πληροφόρηση, ισχυρότερες κοινοβουλευτικές επιτροπές, ποιοτικότερη νομοθετική διαδικασία, σοβαρότερη επιστημονική υποστήριξη και μικρότερη εξάρτηση από την άκαμπτη κομματική πειθαρχία. Χωρίς τέτοιες βαθύτερες θεσμικές μεταβολές, η αποσύνδεση υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας μπορεί να οδηγήσει όχι σε ισχυρότερη Βουλή αλλά σε μια ακόμη πιο απομακρυσμένη κυβερνητική ελίτ και σε ένα κοινοβούλιο περισσότερο περιθωριοποιημένο από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η κοινοβουλευτική λειτουργία δεν αναβαθμίζεται από μόνη της με έναν τυπικό διαχωρισμό ρόλων, όταν παραμένουν αμετάβλητες οι βασικές δομές υποβάθμισής της: η μονοπώληση της νομοθετικής πρωτοβουλίας από την κυβέρνηση, η επιβολή της πειθαρχίας της πλειοψηφίας, η απορρόφηση του κοινοβουλευτικού χρόνου από κυβερνητικές επείγουσες διαδικασίες και η περιορισμένη δυνατότητα της Βουλής να επιβάλει πραγματικούς όρους λογοδοσίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ασυμβίβαστο δεν εξασφαλίζει ενίσχυση της Βουλής· ενδέχεται, αντιθέτως, να επιτείνει την απόστασή της από τον πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας χωρίς να της παρέχει αντίστοιχα νέα μέσα ελέγχου.

Συνολικά θεωρούμενο, το ζήτημα του ασυμβιβάστου εκφράζει ένα βαθύτερο θεωρητικό και πολιτειολογικό δίλημμα. Το ερώτημα είναι αν το ελληνικό πολιτικό σύστημα θα επιλέξει να αντιμετωπίσει τις παθογένειές του με περισσότερη συγκέντρωση ή με περισσότερη θεσμική κατανομή της ισχύος. Η μία λογική θεωρεί ότι τα προβλήματα του κράτους θεραπεύονται με ισχυρότερο κέντρο, στενότερη κυβερνητική πειθάρχηση, λειτουργική συμπαγοποίηση της εκτελεστικής εξουσίας και συρρίκνωση των θεσμικών ενδιάμεσων. Η άλλη λογική, η κατεξοχήν συνταγματική, θεωρεί ότι η ποιότητα της δημοκρατίας εξαρτάται από το αν η εξουσία κατανέμεται, περιορίζεται, ελέγχεται και εξαναγκάζεται να συνυπάρχει με αντίβαρα. Στην ελληνική περίπτωση, όπου το κυβερνητικό κέντρο είναι ήδη υπέρμετρα ισχυρό, το ασυμβίβαστο τείνει να υπηρετεί την πρώτη και όχι τη δεύτερη λογική. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι συνταγματικά ύποπτο. Διότι αντί να μεταφέρει βάρος προς τους θεσμούς ελέγχου, το μεταφέρει προς την εκτελεστική κορυφή.

Σε τελική ανάλυση, το κρίσιμο συνταγματικό αξίωμα παραμένει σαφές και αδιαπραγμάτευτο: ο λαός εκλέγει τη Βουλή, η Βουλή παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, και η ίδια Βουλή διατηρεί το δικαίωμα και την αρμοδιότητα να την ελέγχει και να της αποσύρει την εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η συνταγματική τάξη του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Αν η κυβέρνηση αποκτά, έστω έμμεσα, ικανότητα να επηρεάζει την προσωπική σύνθεση της Βουλής μέσω των αποφάσεών της για τη δική της σύνθεση, τότε η αλληλουχία αυτή διαταράσσεται. Δεν καταλύεται ίσως τυπικά, αλλά μετασχηματίζεται ουσιωδώς. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη ένσταση απέναντι στην πρόταση περί ασυμβιβάστου. Η απάντηση στο ρουσφέτι, στην κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης και στις δυσλειτουργίες του ελληνικού κράτους δεν βρίσκεται στην περαιτέρω ενίσχυση του ήδη ηγεμονικού κυβερνητικού κέντρου. Βρίσκεται στην ανεξαρτησία της διοίκησης, στον επαγγελματισμό του κράτους, στην ενίσχυση της Βουλής ως πραγματικού ελεγκτικού σώματος, στη σοβαρή προστασία των ανεξάρτητων θεσμών και, κυρίως, στην επαναφορά της συνταγματικής λογικής των ελέγχων και αντιβάρων.