Η κυρίαρχη πρόσληψη του διεθνούς δικαίου εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να κινείται ανάμεσα σε δύο ανεπαρκείς αναλυτικές παραδόσεις. Από τη μία πλευρά, ο κανονιστικός ιδεαλισμός το αντιμετωπίζει ως σύστημα δεσμευτικών κανόνων που αποσκοπούν πρωτίστως στη ρύθμιση της κρατικής συμπεριφοράς μέσω υποχρεώσεων και απαγορεύσεων. Από την άλλη, ο πολιτικός ρεαλισμός το υποβιβάζει σε παράγωγο της ισχύος, σε εργαλείο που αποκτά σημασία μόνο στον βαθμό που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών. Και οι δύο προσεγγίσεις αποτυγχάνουν να συλλάβουν την ουσιώδη λειτουργία του διεθνούς δικαίου στο σύγχρονο διεθνές σύστημα: τη λειτουργία του ως μηχανισμού κατανομής, διαχείρισης και ανακατανομής ρίσκου μεταξύ κρατών που δρουν σε συνθήκες δομικής αναρχίας.
Σε ένα διεθνές σύστημα χωρίς κεντρική εξουσία, χωρίς μονοπώλιο νόμιμης βίας και χωρίς τελικό διαιτητή, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η απουσία κανόνων, αλλά η αβεβαιότητα ως προς τις συνέπειες της δράσης. Τα κράτη δεν δρουν απλώς με βάση το τι επιτρέπεται ή απαγορεύεται, αλλά με βάση την εκτίμηση του κόστους, της πιθανότητας αντίδρασης, της κλιμάκωσης και των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων. Το διεθνές δίκαιο παρεμβαίνει ακριβώς σε αυτό το επίπεδο. Δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα, αλλά την καθιστά υπολογίσιμη. Δεν ακυρώνει το ρίσκο, αλλά το κατανέμει.
Η έννοια του ρίσκου είναι καίρια για την κατανόηση αυτής της λειτουργίας. Το ρίσκο δεν ταυτίζεται με την απειλή ούτε με την παραβίαση κανόνων. Αφορά τη στάθμιση πιθανοτήτων, κόστους, χρονικού ορίζοντα και αναστρεψιμότητας των επιλογών. Το διεθνές δίκαιο λειτουργεί ως πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές οι παράμετροι αποκτούν σταθερότητα και συγκρισιμότητα. Η ύπαρξη κανόνων, ακόμη και όταν δεν εφαρμόζονται πλήρως, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη υπολογίζουν τις επιλογές τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί ηθική πράξη, αλλά στρατηγική επιλογή με σκοπό τη μείωση του ρίσκου. Ομοίως, η παραβίαση του διεθνούς δικαίου δεν συνιστά απλώς απόρριψη της κανονιστικής τάξης, αλλά αποδοχή ενός αυξημένου και πολυδιάστατου ρίσκου. Κάθε παραβίαση συνεπάγεται όχι μόνο τον κίνδυνο άμεσων κυρώσεων, αλλά και σωρευτικές επιπτώσεις στη φήμη, στη θεσμική αξιοπιστία, στις συμμαχίες και στη διαπραγματευτική θέση ενός κράτους.
Το διεθνές δίκαιο, υπό αυτή την οπτική, λειτουργεί ως μηχανισμός εσωτερίκευσης εξωτερικοτήτων. Πράξεις που διαφορετικά θα παρήγαγαν κόστος αποκλειστικά για τρίτους μετατρέπονται σε πράξεις με κόστος και για τον δρώντα. Η ύπαρξη νομικών κανόνων δημιουργεί προσδοκίες αντίδρασης, θεσμικής κινητοποίησης και πολιτικής απομόνωσης. Ακόμη και όταν αυτές οι αντιδράσεις δεν υλοποιούνται άμεσα, η πιθανότητά τους επηρεάζει τη στρατηγική συμπεριφορά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η έννοια της φήμης ως μορφής συσσωρευμένου κανονιστικού κεφαλαίου. Τα κράτη δεν δρουν σε κενό. Η ιστορική τους συμπεριφορά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά από άλλους δρώντες. Η συνεπής συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο δημιουργεί ένα απόθεμα αξιοπιστίας που μειώνει το ρίσκο μελλοντικών αλληλεπιδράσεων. Αντιθέτως, η συστηματική παραβίαση κανόνων αυξάνει το κόστος ακόμη και νόμιμων ενεργειών, καθώς υπονομεύει την εμπιστοσύνη.
Η κατανομή ρίσκου μέσω του διεθνούς δικαίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες αμφισβητούμενης κυριαρχίας, ασαφών συνόρων και ατελών ρυθμίσεων. Το διεθνές δίκαιο συχνά επιλέγει τη διατήρηση της ασάφειας αντί της πλήρους οριοθέτησης. Αυτή η ασάφεια δεν αποτελεί αποτυχία, αλλά στρατηγικό εργαλείο. Επιτρέπει στα κράτη να διαχειρίζονται διαφωνίες χωρίς να οδηγούνται σε άμεση σύγκρουση. Η πλήρης επίλυση, αντί να μειώνει το ρίσκο, μπορεί να το αυξήσει, καθώς μετατρέπει τη διαφορά σε παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.
Η λειτουργία αυτή είναι εμφανής και στη διαχείριση της χρήσης βίας. Το διεθνές δίκαιο δεν εξαλείφει τη βία από το διεθνές σύστημα. Ρυθμίζει όμως τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή θεωρείται αποδεκτή ή μη, επηρεάζοντας έτσι το ρίσκο που συνεπάγεται. Η επίκληση αυτοάμυνας, η έννοια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, η υποχρέωση αιτιολόγησης, όλα αυτά δεν αποτρέπουν κατ’ ανάγκη τη βία, αλλά αυξάνουν το κόστος της κατάχρησής της.
Το διεθνές δίκαιο λειτουργεί επίσης ως μηχανισμός χρονικής κατανομής ρίσκου. Οι διαδικασίες, οι διαβουλεύσεις, οι θεσμικές προσφυγές επιβραδύνουν τις εξελίξεις. Αυτή η επιβράδυνση μειώνει την πιθανότητα αιφνίδιων και μη αναστρέψιμων αποφάσεων. Η χρονική διάσταση είναι κρίσιμη, καθώς πολλές συγκρούσεις κλιμακώνονται όχι λόγω αντικειμενικής ανάγκης, αλλά λόγω βιαστικών υπολογισμών.
Σε επίπεδο θεσμών, το διεθνές δίκαιο λειτουργεί ως μηχανισμός απορρόφησης αβεβαιότητας. Οι διεθνείς οργανισμοί, τα δικαιοδοτικά όργανα και τα φόρα διαβούλευσης δεν επιλύουν απαραίτητα τις συγκρούσεις, αλλά μεταφέρουν το ρίσκο από το πεδίο της άμεσης αντιπαράθεσης στο πεδίο της θεσμικής διαχείρισης. Η προσφυγή σε θεσμούς δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά στρατηγική επιλογή ανακατανομής ρίσκου.
Από αυτή την οπτική, η συχνά διαπιστούμενη αδυναμία του διεθνούς δικαίου να επιβάλει συμμόρφωση δεν συνιστά αποτυχία του ως συστήματος. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει τον πραγματικό του ρόλο. Το διεθνές δίκαιο δεν έχει σχεδιαστεί για να εξαλείφει τις συγκρούσεις, αλλά για να αποτρέπει την ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή τους. Δεν λειτουργεί ως μηχανισμός τελικής επίλυσης, αλλά ως σύστημα σταθεροποίησης.
Η κατανόηση του διεθνούς δικαίου ως μηχανισμού κατανομής ρίσκου επιτρέπει επίσης μια πιο ρεαλιστική αξιολόγηση των διεθνών κυρώσεων. Οι κυρώσεις δεν αποτελούν απλώς τιμωρητικό εργαλείο, αλλά μέσο αναδιαμόρφωσης του ρίσκου. Αυξάνουν το κόστος συγκεκριμένων συμπεριφορών, μεταβάλλουν τους υπολογισμούς και επηρεάζουν τις μελλοντικές επιλογές. Η αποτελεσματικότητά τους δεν κρίνεται μόνο από την άμεση συμμόρφωση, αλλά από τη μεταβολή της στρατηγικής συμπεριφοράς.
Σε έναν κόσμο αυξανόμενης πολυπλοκότητας, τεχνολογικής αβεβαιότητας και αλληλεξάρτησης, η λειτουργία αυτή καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη. Το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη, αλλά μπορεί να μειώσει την πιθανότητα καταστροφικών σφαλμάτων. Δεν εξαλείφει το ρίσκο, αλλά το καθιστά διαχειρίσιμο.
Συνολικά, η θεώρηση του διεθνούς δικαίου ως μηχανισμού κατανομής ρίσκου προσφέρει ένα ισχυρό ερμηνευτικό πλαίσιο που υπερβαίνει τα αδιέξοδα τόσο του κανονιστικού ιδεαλισμού όσο και του κυνικού ρεαλισμού. Το διεθνές δίκαιο δεν είναι ούτε ηθικό ευχολόγιο ούτε απλό εργαλείο ισχύος. Είναι μηχανισμός επιβίωσης ενός διεθνούς συστήματος χωρίς κεντρική εξουσία, ένας τρόπος να καθίσταται η αβεβαιότητα ανεκτή και η σύγκρουση ελέγξιμη.
Ακριβώς σε αυτή τη λειτουργία έγκειται η βαθύτερη και συχνά παρεξηγημένη αξία του.
Πρόσφατα σχόλια