Σε μια αυστηρά δομική και ρεαλιστική ανάλυση, το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αξιολογείται με βάση την ικανότητά του να επιλύει συγκρούσεις. Η ίδια η έννοια της «επίλυσης» προϋποθέτει την ύπαρξη ιεραρχίας, τελικής αυθεντίας και επιβολής, στοιχεία τα οποία απουσιάζουν δομικά από το διεθνές σύστημα. Η προσδοκία επίλυσης αποτελεί επομένως εννοιολογικό σφάλμα που παραπλανά τη θεωρητική κατανόηση της λειτουργίας του διεθνούς δικαίου. Σε ένα σύστημα αναρχικό, όπου η ισχύς είναι κατανεμημένη και οι σχέσεις ασύμμετρες, το διεθνές δίκαιο συγκροτείται ως υποσύστημα που περιορίζει, διαχειρίζεται και καναλιζάρει τη σύγκρουση, χωρίς να επιδιώκει τη θεσμική ή οριστική εξάλειψή της.

Η δομική του λειτουργία συνίσταται στη μετατροπή της σύγκρουσης από απρόβλεπτη, αυθόρμητη και δυνητικά καταστροφική αντιπαράθεση σε ελεγχόμενη μορφή. Το διεθνές δίκαιο δημιουργεί πλαίσια και διαδικασίες, τα οποία αυξάνουν τη σταθερότητα, μειώνουν τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και επιτρέπουν στα κράτη να υπολογίζουν το κόστος των ενεργειών τους. Αυτή η μεταβολή του ρίσκου είναι η ουσιαστική του αξία και όχι η ηθική ή κανονιστική επιβολή κανόνων.

Η χρονική διάσταση είναι θεμελιώδης για τη δομική λειτουργία. Το διεθνές δίκαιο, μέσω διαδικασιών, προθεσμιών, θεσμικών προσφυγών και διαβουλεύσεων, επιβραδύνει τις αντιπαραθέσεις, καθιστώντας τις προβλέψιμες και ελεγχόμενες. Η επιβράδυνση αυτή δεν συνιστά αδράνεια· αντίθετα, μειώνει την πιθανότητα λανθασμένων ή απερίσκεπτων στρατηγικών επιλογών, προστατεύοντας τη συστημική ισορροπία.

Οι διεθνείς δικαιοδοτικοί μηχανισμοί, συχνά θεωρούμενοι ως φορείς τελικής επίλυσης, στην πραγματικότητα λειτουργούν ως εργαλεία αναδιατύπωσης και επαναρύθμισης της σύγκρουσης. Οι αποφάσεις τους δεν εξαλείφουν την αντιπαράθεση αλλά τη μετασχηματίζουν, δημιουργώντας νέα πεδία διαφωνίας και νέες στρατηγικές ισορροπίες. Η εφαρμογή τους είναι προϋπόθεση πολιτικών και στρατηγικών επιλογών και όχι απλός νομικός αυτοματισμός.

Η έννοια της συμμόρφωσης αποκτά εδώ ένα διαφορετικό νόημα. Τα κράτη συμμορφώνονται όχι λόγω ηθικών δεσμεύσεων αλλά γιατί η μη συμμόρφωση αυξάνει την αβεβαιότητα και το ρίσκο. Το διεθνές δίκαιο κατευθύνει τα κίνητρα, μεταβάλλοντας τις στρατηγικές επιλογές των δρώντων, χωρίς να απαιτείται τελική λύση. Η προβλεψιμότητα που προσφέρει είναι το πραγματικό αγαθό, ανώτερο από την κανονιστική ορθότητα.

Η διατήρηση της σύγκρουσης υπό καθεστώς ελεγχόμενης αστάθειας είναι επίσης στρατηγικό εργαλείο θεσμικής σταθερότητας. Οι κανόνες και οι διαδικασίες δεν εξαλείφουν τη σύγκρουση, αλλά την ενσωματώνουν σε προβλέψιμο πλαίσιο. Η νομική ασάφεια και η δυνατότητα πολλαπλών ερμηνειών λειτουργούν ως υποκατάστατο της φυσικής ισχύος, περιορίζοντας την ανάγκη για άμεση στρατιωτική κλιμάκωση και επιτρέποντας την ειρηνική συνύπαρξη αντιθετικών συμφερόντων.

Η μη τελική επίλυση δεν είναι αδυναμία, αλλά προσαρμοστική στρατηγική. Το διεθνές δίκαιο επιβιώνει και λειτουργεί επειδή αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της παράλληλης ύπαρξης αντικρουόμενων αφηγήσεων και συμφερόντων. Αυτό είναι το δομικό του επίτευγμα: η μετατροπή της αναρχίας και της σύγκρουσης σε διαχειρίσιμη μορφή, χωρίς να απαιτείται εξουσία ή επιβολή.

Συμπερασματικά, σε μια αυστηρά real-law / structuralist οπτική, το διεθνές δίκαιο δεν είναι σύστημα επίλυσης αλλά σύστημα διαχείρισης σύγκρουσης. Η επιτυχία του κρίνεται από την ικανότητά του να διατηρεί τη διεθνή τάξη υπό συνθήκες αβεβαιότητας και πολυπλοκότητας, όχι από την επιβολή απόλυτων λύσεων. Η θεωρητική αυτή σκλήρυνση αναδεικνύει τη λειτουργική σημασία του δικαίου ως τεχνολογίας ελέγχου αντί ως ηθικού ή κανονιστικού μηχανισμού, επιτρέποντας στα κράτη να δρουν εντός ενός προβλέψιμου, αλλά δυναμικού, πλαισίου.