Το διεθνές δίκαιο της θάλασσας αποτελεί έναν από τους  πυλώνες της παγκόσμιας πολιτικής και γεωστρατηγικής. Αν και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) του 1982 επιχείρησε να ενοποιήσει και να κωδικοποιήσει τις βασικές αρχές που διέπουν τα χωρικά ύδατα, τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ), την υφαλοκρηπίδα και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, η πρακτική εφαρμογή της αποδεικνύει ότι το διεθνές δίκαιο δεν αρκεί από μόνο του για να επιλύσει διακρατικές αντιπαραθέσεις. Αντιθέτως, οι κανόνες του δικαίου συχνά γίνονται εργαλείο στρατηγικής, ενώ η ισχύς παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας για την εφαρμογή τους. Τρεις περιοχές του πλανήτη – το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος και η Νότια Σινική Θάλασσα – προσφέρουν χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου το δίκαιο της θάλασσας τίθεται σε αντιπαράθεση με γεωπολιτικά συμφέροντα και στρατηγικές επιδιώξεις.

Στο Αιγαίο, η σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτελεί την κλασική περίπτωση όπου η UNCLOS συγκρούεται με τις γεωπολιτικές βλέψεις μιας γειτονικής δύναμης. Η Ελλάδα, ως συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης, προβάλλει την πλήρη επήρεια των νησιών της, τη βάση της μέσης γραμμής για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας και το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Η Τουρκία, η οποία δεν έχει επικυρώσει την UNCLOS, ισχυρίζεται αυθαιρέτως ότι η γεωγραφία του Αιγαίου, με τον πολυνησιακό χαρακτήρα της περιοχής, δημιουργεί «ειδικές περιστάσεις» που δεν επιτρέπουν πλήρη επήρεια των νησιών, ενώ έχει φτάσει να προειδοποιεί για casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων. Το αποτέλεσμα είναι μια συνεχής αμφισβήτηση των νομικών αρχών, όπου κάθε πλευρά επικαλείται τη δική της ερμηνεία του δικαίου προκειμένου να νομιμοποιήσει στρατηγικές κινήσεις. Αυτή η διαρκής ένταση καθιστά το Αιγαίο όχι μόνο γεωγραφικό και νομικό ζήτημα, αλλά και σημείο αναφοράς για τις ευρύτερες στρατηγικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί ένα ακόμα επίπεδο όπου οι συγκρούσεις αποκτούν πολυδιάστατο χαρακτήρα, καθώς στην περιοχή εμπλέκονται πολλαπλοί δρώντες. Το κύριο επίδικο αφορά τη χωρική οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, ειδικά σε περιοχές όπου υπάρχουν πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου. Οι συνεργασίες της Ελλάδας βασίζονται στο δίκαιο της μέσης γραμμής, το οποίο αναγνωρίζεται ευρέως από τη UNCLOS, και προωθούν την ενεργειακή και στρατηγική συνεργασία της περιοχής. Αντιθέτως, η Τουρκία εφαρμόζει τη στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας», αμφισβητώντας την επήρεια νησιών όπως η Κρήτη, η Ρόδος και το Καστελλόριζο, και επιδιώκει να επιβάλει μονομερείς θαλάσσιες συμφωνίες ,όπως το μνημόνιο Τουρκίας–Λιβύης, το οποίο ουσιαστικά αγνοεί τα ελληνικά και κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα. Στην περίπτωση αυτή, το δίκαιο της θάλασσας αποτελεί εργαλείο νομιμοποίησης και ταυτόχρονα πεδίο συγκρούσεων συμφερόντων, όπου η ενεργειακή διάσταση ενισχύει τη γεωπολιτική ένταση.

Στη Νότια Σινική Θάλασσα, το διεθνές δίκαιο και η ισχύς έρχονται σε πλήρη αντιπαράθεση. Η Κίνα επικαλείται την «nine-dash line», που διεκδικεί σχεδόν ολόκληρη τη θάλασσα, επικαλούμενη ιστορικά δικαιώματα, αμφισβητώντας τα αντίστοιχα δικαιώματα ΑΟΖ των Φιλιππίνων, του Βιετνάμ και άλλων κρατών. Το 2016, το Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο της Χάγης απέρριψε τις κινεζικές αξιώσεις, επιβεβαιώνοντας την υπεροχή της UNCLOS ως νομικού πλαισίου. Ωστόσο, η Κίνα δεν αναγνώρισε την απόφαση και ενίσχυσε στρατιωτικά την παρουσία της μέσω τεχνητών νησιών, στρατιωτικών βάσεων και τακτικών περιπολιών. Η αντίθεση αυτή αποκαλύπτει ότι το διεθνές δίκαιο χωρίς την αντίστοιχη ισχύ δεν έχει την αναγκαία επιβολή, και η αμερικανική στρατηγική «freedom of navigation» επιβεβαιώνει ότι η πολιτική ισχύς εξακολουθεί να καθορίζει την εφαρμογή των κανόνων.

Συγκρίνοντας τις τρεις περιπτώσεις, διαπιστώνεται ότι το δίκαιο της θάλασσας λειτουργεί κυρίως ως πλαίσιο επίκλησης και νομιμοποίησης, παρά ως εγγύηση συμμόρφωσης. Στο Αιγαίο, η αντιπαράθεση έχει κυρίως περιφερειακό χαρακτήρα, αλλά υψηλή στρατηγική βαρύτητα για τα εμπλεκόμενα κράτη. Στην Ανατολική Μεσόγειο, η διαμάχη αποκτά περιφερειακό αλλά και ενεργειακό βάθος, ενώ στη Νότια Σινική Θάλασσα συνδέεται με τον στρατηγικό ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας και την παγκόσμια ναυτιλιακή ασφάλεια. Και στις τρεις περιπτώσεις, η ισχύς καθορίζει κατά πόσο οι κανόνες μπορούν να εφαρμοστούν ή να παρακαμφθούν, επιβεβαιώνοντας την ρεαλιστική θεώρηση ότι το διεθνές δίκαιο είναι συχνά αντανάκλαση συσχετισμών ισχύος.

Η ανάλυση αυτή οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: το διεθνές δίκαιο της θάλασσας είναι απαραίτητο για τη σταθερότητα και τη νομιμότητα, αλλά δεν επαρκεί από μόνο του για την ειρηνική επίλυση διαφορών. Η νομιμότητα πρέπει να στηρίζεται στην πολιτική βούληση, στη διπλωματική διαχείριση και στην αποτρεπτική ισχύ των κρατών. Η Ελλάδα, η Κύπρος, οι χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και οι δυνάμεις της Νοτιοανατολικής Ασίας βρίσκονται ενώπιον της ίδιας πρόκλησης: να υπερασπιστούν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα με βάση τη UNCLOS, γνωρίζοντας ότι χωρίς στρατηγικές συμμαχίες και ισχυρά αποτρεπτικά μέσα, το δίκαιο δεν αρκεί για να αποτρέψει γεωπολιτικές αναθεωρήσεις.

Σε αυτή την προοπτική, το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας πρέπει να θεωρηθεί ως εργαλείο στρατηγικής και όχι μόνο ως θεσμικό πλαίσιο. Η σταθερότητα της περιοχής, η προστασία των φυσικών πόρων και η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών εξαρτώνται τόσο από την εφαρμογή των νομικών κανόνων όσο και από την ικανότητα των κρατών να ασκήσουν ισχύ με τρόπους που προάγουν την ειρηνική συνεργασία. Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος και η Νότια Σινική Θάλασσα αποτελούν τρία διαφορετικά θεατρικά παραδείγματα όπου οι νομικοί κανόνες, η ιστορική κληρονομιά, η ενεργειακή στρατηγική και οι περιφερειακές συμμαχίες συγκλίνουν, καθιστώντας σαφές ότι η ισχύς και το δίκαιο πρέπει να συνυπάρχουν για να διασφαλίσουν σταθερότητα και πρόληψη συγκρούσεων σε ένα πολυπολικό διεθνές περιβάλλον.

Α