Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην κρατική διαχείριση και στον κοινωνικό μετασχηματισμό διατρέχει ολόκληρη την ιστορική και ιδεολογική συγκρότηση του Εργατικού Κόμματος, αλλά συχνά παρουσιάζεται με τρόπο υπερβολικά σχηματικό. Από τη μία πλευρά τοποθετείται η υπεύθυνη, ρεαλιστική και κυβερνητικά αξιόπιστη διαχείριση του κράτους· από την άλλη, η ριζική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας, εργασίας και αναδιανομής. Στην πραγματικότητα, οι δύο έννοιες δεν είναι απολύτως αντίθετες. Χωρίς διοικητική ικανότητα, δημοσιονομική σταθερότητα και αποτελεσματική εφαρμογή, ο κοινωνικός μετασχηματισμός παραμένει ρητορική υπόσχεση. Η διαχείριση όμως μπορεί να λειτουργεί χωρίς μετασχηματισμό: ένα κράτος μπορεί να διοικείται εντιμότερα, αποτελεσματικότερα και κοινωνικά ηπιότερα, ενώ διατηρεί σχεδόν ανέπαφες τις δομές που συγκεντρώνουν την περιουσία, την επιχειρηματική εξουσία και τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων.
Το πραγματικό δίλημμα αφορά επομένως όχι την αναγκαιότητα της διαχείρισης, αλλά τον σκοπό της. Υπάρχει διαχείριση που σταθεροποιεί την υφιστάμενη κοινωνική τάξη, διορθώνοντας τις σοβαρότερες παρενέργειές της. Υπάρχει και διαχείριση που χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει νέους θεσμούς, να μεταφέρει οικονομική δύναμη και να καταστήσει τις κοινωνικές αλλαγές σωρευτικές και δύσκολα αναστρέψιμες. Στην πρώτη εκδοχή, το Εργατικό Κόμμα γίνεται καλύτερος διαχειριστής της οικονομίας της αγοράς. Στη δεύτερη, η κυβερνητική αποτελεσματικότητα μετατρέπεται σε μέσο μεταβολής του ποιος κατέχει, ποιος αποφασίζει και ποιος καρπώνεται την οικονομική αξία.
Η διττή αυτή ταυτότητα είναι ενσωματωμένη στο ίδιο το σημερινό καταστατικό του κόμματος. Η καταστατική Ρήτρα IV δεν απορρίπτει την αγορά ή τον ιδιωτικό τομέα. Προβλέπει μια δυναμική οικονομία στην οποία η αγορά και ο ανταγωνισμός συνδυάζονται με τη συνεργασία, τις ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και την απαίτηση οι δραστηριότητες που είναι ουσιώδεις για το κοινό καλό να ανήκουν στο δημόσιο ή να λογοδοτούν σε αυτό. Παράλληλα, θέτει ως ευρύτερη αρχή μια κοινωνία στην οποία η ισχύς, ο πλούτος και οι ευκαιρίες βρίσκονται στα χέρια των πολλών. Το καταστατικό δεν επιλύει τη σύγκρουση· την οργανώνει ως μόνιμο συμβιβασμό ανάμεσα στην αγορά, τη δημόσια ιδιοκτησία και τη δημοκρατική κοινωνική λογοδοσία.
Η κρατική διαχείριση έχει αυθεντικά προοδευτική σημασία, επειδή η ανεπάρκεια του κράτους πλήττει άνισα τις κοινωνικές τάξεις. Τα υψηλότερα εισοδήματα μπορούν να αγοράζουν ιδιωτική υγεία, καλύτερη κατοικία, εναλλακτικές μεταφορές, νομική προστασία και εκπαίδευση. Οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, τα άτομα με αναπηρία, οι ηλικιωμένοι και τα χαμηλά εισοδήματα εξαρτώνται πολύ περισσότερο από την ποιότητα των συλλογικών θεσμών. Η αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, επομένως, δεν είναι ταξικά ουδέτερη πολυτέλεια. Η δυνατότητα ενός πολίτη να λάβει εγκαίρως ιατρική φροντίδα, επίδομα, κοινωνική κατοικία ή αξιόπιστη μεταφορά αποτελεί μορφή πραγματικής κοινωνικής ισχύος.
Ακριβώς γι’ αυτό η περιφρόνηση της διοικητικής τεχνογνωσίας από ορισμένες ριζοσπαστικές προσεγγίσεις είναι πολιτικά κοντόφθαλμη. Η απόφαση να οικοδομηθούν κοινωνικές κατοικίες δεν αρκεί χωρίς γη, πολεοδομικές άδειες, κατασκευαστική ικανότητα, χρηματοδότηση και μηχανισμό συντήρησης. Η δημόσια ιδιοκτησία ενός δικτύου δεν εγγυάται ποιοτική υπηρεσία χωρίς διοίκηση, εξειδικευμένο προσωπικό και μακροχρόνιο επενδυτικό σχεδιασμό. Η επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων μπορεί να παραμένει κενή όταν οι πολίτες δεν έχουν πρακτική πρόσβαση σε αυτά. Η κρατική ικανότητα αποτελεί επομένως υλική προϋπόθεση της κοινωνικής ισότητας.
Η διαχείριση μετατρέπεται ωστόσο σε διαχειριστισμό όταν το υφιστάμενο οικονομικό και ιδιοκτησιακό πλαίσιο αντιμετωπίζεται ως δεδομένο, ενώ η κυβέρνηση περιορίζεται στη βελτίωση των αποτελεσμάτων του. Το κράτος επιδοτεί τους χαμηλούς μισθούς χωρίς να αυξάνει την εργατική διαπραγματευτική δύναμη, καταβάλλει επιδόματα ενοικίου χωρίς να μεταβάλλει την αγορά κατοικίας, αποζημιώνει τους καταναλωτές για υψηλές τιμές χωρίς να περιορίζει τα μονοπώλια και χρηματοδοτεί ιδιωτικούς αναδόχους χωρίς να δημιουργεί δημόσια παραγωγική ικανότητα. Οι πολίτες λαμβάνουν ανακούφιση, αλλά η δομή που δημιουργεί την ανάγκη της παραμένει ανέπαφη.
Το πρώτο ουσιαστικό κριτήριο μετασχηματισμού είναι επομένως η ιδιοκτησία. Η ιδιοκτησία δεν αφορά μόνο τον νόμιμο τίτλο ενός περιουσιακού στοιχείου. Καθορίζει ποιος αποφασίζει για την επένδυση, τις τιμές, την απασχόληση, τη διανομή κερδών και τη μακροχρόνια στρατηγική. Η επιστροφή των σιδηροδρομικών υπηρεσιών σε δημόσια ιδιοκτησία και η δημιουργία δημόσιας ενεργειακής επιχείρησης αποτελούν σημαντικές μεταβολές, διότι περιορίζουν την ιδιωτική εκμετάλλευση κρίσιμων υποδομών και δημιουργούν δυνατότητα ενιαίου σχεδιασμού. Το μανιφέστο του 2024 προέβλεπε τη σταδιακή επαναφορά των επιβατικών σιδηροδρομικών υπηρεσιών στο δημόσιο και τη δημιουργία δημόσιας ενεργειακής επιχείρησης κεφαλαιοποιημένης με 8,3 δισεκατομμύρια λίρες. Μέχρι τα μέσα του 2026, το μεγαλύτερο μέρος των επιβατικών υπηρεσιών είχε ήδη μεταφερθεί σε δημόσια ιδιοκτησία.
Η μεταφορά του νομικού τίτλου στο δημόσιο δεν ισοδυναμεί πάντως αυτομάτως με κοινωνικοποίηση. Ένας δημόσιος οργανισμός μπορεί να λειτουργεί με την ίδια συγκεντρωτική, εμπορευματοποιημένη και γραφειοκρατική λογική που χαρακτήριζε τον ιδιωτικό φορέα. Η βαθύτερη διαφορά προκύπτει όταν αλλάζουν οι σκοποί και οι μηχανισμοί λογοδοσίας: όταν οι τιμές συνδέονται με την καθολική πρόσβαση, οι επενδύσεις με την περιφερειακή ισότητα, η διοίκηση με τη συμμετοχή εργαζομένων και χρηστών και η απόδοση με κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά κριτήρια. Το νέο ενιαίο δημόσιο σιδηροδρομικό σχήμα προβλέπεται να λογοδοτεί στους επιβάτες, στους φορολογουμένους και στον αρμόδιο υπουργό και να λειτουργεί με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Η πραγματική του μετασχηματιστική αξία θα εξαρτηθεί από το πόσο ουσιαστική θα είναι αυτή η λογοδοσία.
Το δεύτερο κριτήριο είναι η εξουσία στον χώρο εργασίας. Η κοινωνική πολιτική που περιορίζεται στις ατομικές προστασίες μειώνει ορισμένες μορφές ανασφάλειας, αλλά δεν αλλάζει αναγκαστικά τη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Ο μετασχηματισμός προϋποθέτει συλλογική ισχύ: δυνατότητα οργάνωσης, αναγνώριση συνδικάτων, κλαδική διαπραγμάτευση, προστασία της συλλογικής δράσης και συμμετοχή στις αποφάσεις που αφορούν την αναδιάρθρωση, την τεχνολογία, τον χρόνο εργασίας και τη μεταφορά της παραγωγής. Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Το ατομικό δικαίωμα προστατεύει τον εργαζόμενο από συγκεκριμένη αυθαιρεσία· η συλλογική οργάνωση τού επιτρέπει να επηρεάζει τους όρους της παραγωγής.
Ο Νόμος Εργασιακών Δικαιωμάτων του 2025 διεύρυνε σημαντικά τις προστασίες και τροποποίησε το πλαίσιο της συνδικαλιστικής αναγνώρισης. Μεταξύ άλλων, απλοποίησε τη διαδικασία με την οποία ένα συνδικάτο μπορεί να αναγνωριστεί για συλλογική διαπραγμάτευση, εισήγαγε δικαιώματα πρόσβασης των συνδικάτων στους χώρους εργασίας και ενίσχυσε τις προστασίες έναντι της εργοδοτικής μονομέρειας. Η αλλαγή είναι ουσιώδης, αλλά η πολιτική της σημασία θα κριθεί από το εάν θα αυξήσει πραγματικά τη συνδικαλιστική πυκνότητα, την κάλυψη των συλλογικών συμβάσεων και το μερίδιο της εργασίας στο εθνικό εισόδημα.
Η κυβέρνηση μπορεί να θεσπίσει δικαιώματα, δεν μπορεί όμως να δημιουργήσει μηχανικά ζωντανή εργατική οργάνωση. Τα συνδικάτα πρέπει να είναι ικανά να οργανώσουν τους εργαζομένους των υπηρεσιών, της κοινωνικής φροντίδας, των ψηφιακών πλατφορμών, των υπεργολαβιών και της επισφαλούς αυτοαπασχόλησης. Χωρίς οργανωτική ανανέωση, το δικαίωμα αναγνώρισης μπορεί να μείνει ανενεργό σε κλάδους όπου οι εργαζόμενοι είναι κατακερματισμένοι και φοβούνται το κόστος της συμμετοχής. Το μετασχηματιστικό κόμμα δεν αρκείται στην ψήφιση προστατευτικών νόμων· καλλιεργεί θεσμούς κοινωνικής ισχύος που μπορούν να χρησιμοποιούν και να επεκτείνουν τα δικαιώματα αυτά χωρίς συνεχή κυβερνητική κηδεμονία.
Το τρίτο κριτήριο είναι η αποεμπορευματοποίηση των βασικών όρων ζωής. Ο όρος δεν σημαίνει κατάργηση κάθε αγοράς, αλλά περιορισμό του βαθμού στον οποίο η υγεία, η κατοικία, η μετακίνηση, η ενέργεια και η φροντίδα εξαρτώνται από την ατομική αγοραστική ικανότητα. Ένα κοινωνικά μετασχηματιστικό κράτος εξασφαλίζει ότι οι πολίτες μπορούν να ζουν, να εργάζονται και να συμμετέχουν στην κοινωνία χωρίς να είναι πλήρως εκτεθειμένοι στις διακυμάνσεις των τιμών, των ενοικίων και των ιδιωτικών μονοπωλίων. Η κοινωνική προστασία παύει έτσι να αποτελεί μόνο δίχτυ έκτακτης ανάγκης και γίνεται θεσμική βάση πραγματικής ελευθερίας.
Η μείωση του κόστους των λεωφορείων και η προσπάθεια εξάλειψης της μακροχρόνιας αστεγίας κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, επειδή αντιμετωπίζουν τη μετακίνηση και τη στέγαση ως προϋποθέσεις κοινωνικής συμμετοχής και όχι μόνο ως εμπορεύματα. Παραμένουν, ωστόσο, περιορισμένες παρεμβάσεις. Η επιδότηση του εισιτηρίου δεν αλλάζει από μόνη της την ιδιοκτησία, τη συχνότητα και τη γεωγραφική κάλυψη των δικτύων. Η απόκτηση κατοικιών για τους ανθρώπους που κοιμούνται στον δρόμο δεν αντιμετωπίζει συνολικά την έλλειψη κοινωνικής κατοικίας, την κερδοσκοπία στη γη και την υπερβολική εξάρτηση από την ιδιωτική ενοικίαση.
Η στεγαστική πολιτική αποτελεί ίσως το καθαρότερο πεδίο διάκρισης μεταξύ διαχείρισης και μετασχηματισμού. Η διαχειριστική προσέγγιση επιδοτεί το ενοίκιο, περιορίζει ορισμένες καταχρηστικές εξώσεις και προσφέρει προσωρινή στέγαση. Οι παρεμβάσεις είναι αναγκαίες, αλλά συχνά μεταφέρουν δημόσιο χρήμα προς ιδιώτες ιδιοκτήτες και δεν αυξάνουν το διαθέσιμο απόθεμα προσιτών κατοικιών. Η μετασχηματιστική στρατηγική προϋποθέτει πολυετή οικοδόμηση κοινωνικής και δημοτικής κατοικίας, δημόσια απόκτηση γης, περιορισμό της κερδοσκοπικής αχρησίας και δημιουργία μόνιμου μη εμπορικού αποθέματος. Η επιτυχία δεν θα μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των επιδοτούμενων νοικοκυριών, αλλά από το αν μειώνεται το ποσοστό του εισοδήματος που απορροφά η ιδιωτική αγορά κατοικίας.
Το τέταρτο κριτήριο είναι η πρωτογενής αναδιανομή. Η κλασική αναδιανεμητική πολιτική επιτρέπει στην αγορά να παράγει μεγάλες ανισότητες και παρεμβαίνει εκ των υστέρων μέσω φόρων, επιδομάτων και υπηρεσιών. Η πρωτογενής αναδιανομή επιδιώκει να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο παράγονται τα εισοδήματα πριν από τη φορολογία: μέσω ισχυρότερων μισθών, συλλογικών συμβάσεων, περιορισμού μονοπωλιακών προσόδων, κοινωνικής κατοικίας, δημόσιων βασικών υπηρεσιών και ευρύτερης διασποράς της ιδιοκτησίας. Η δεύτερη προσέγγιση δεν καταργεί την ανάγκη φορολογίας, αλλά μειώνει την έκταση στην οποία το κράτος πρέπει διαρκώς να διορθώνει μια εξαιρετικά άνιση αρχική κατανομή.
Η διάκριση είναι σημαντική επειδή η φορολογική αναδιανομή μπορεί να γίνει πολιτικά εύθραυστη. Όταν οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και τα ενοίκια υψηλά, το κράτος χρειάζεται ολοένα μεγαλύτερες μεταβιβάσεις για να διατηρεί το βιοτικό επίπεδο. Οι μεσαίες ομάδες αισθάνονται ότι φορολογούνται χωρίς να αποκτούν ασφάλεια, ενώ οι χαμηλότερες παραμένουν εξαρτημένες από πολύπλοκες παροχές. Αντίθετα, η αύξηση της εργατικής διαπραγματευτικής ισχύος, η προσιτή δημόσια κατοικία και ο περιορισμός των τιμών βασικών υποδομών αλλάζουν την καθημερινή κατανομή του εισοδήματος χωρίς να εμφανίζονται αποκλειστικά ως φορολογική αφαίρεση από τη μία ομάδα και μεταβίβαση προς την άλλη.
Το πέμπτο κριτήριο είναι η εδαφική κατανομή της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Ένα κόμμα μπορεί να δηλώνει υπέρ της αποκέντρωσης, ενώ στην πράξη μεταφέρει στις περιφέρειες διοικητικές υποχρεώσεις και διατηρεί στο κέντρο τους φόρους, τους επενδυτικούς πόρους και την τελική έγκριση. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός απαιτεί πραγματική δυνατότητα των τοπικών και περιφερειακών θεσμών να λαμβάνουν αποφάσεις, να εξασφαλίζουν έσοδα, να δημιουργούν δημόσιους οργανισμούς και να σχεδιάζουν παραγωγικές στρατηγικές. Η αποκέντρωση γίνεται αναδιανομή εξουσίας μόνο όταν ο τόπος παύει να είναι απλός εκτελεστής κεντρικών αποφάσεων.
Η μπερναμική κατεύθυνση έχει θέσει το ζήτημα στο κέντρο της κυβερνητικής αφήγησης, χωρίς ακόμη να έχει προσδιορίσει πλήρως τις νέες φορολογικές αρμοδιότητες. Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε ήδη αρχίσει να εξετάζει την απόδοση σταθερών μεριδίων από υφιστάμενους φόρους στους μητροπολιτικούς δημάρχους, αλλά η συγκεκριμένη έκταση της νέας μεταφοράς εξουσίας παραμένει ανοιχτή. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι εάν οι περιφερειακοί θεσμοί αποκτήσουν σταθερούς πόρους που δεν εξαρτώνται από συνεχείς ανταγωνιστικές αιτήσεις προς το κέντρο.
Η εδαφική μεταφορά ισχύος έχει μετασχηματιστική δυνατότητα επειδή μπορεί να πολλαπλασιάσει τις μορφές κοινωνικής ιδιοκτησίας. Οι περιφέρειες μπορούν να δημιουργούν δημόσιες συγκοινωνίες, ενεργειακές κοινότητες, αναπτυξιακούς οργανισμούς, κοινωνικό απόθεμα κατοικίας και δίκτυα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η αλλαγή παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από την κεντρική κυβέρνηση και αποκτά πολλαπλά θεσμικά στηρίγματα. Η ίδια διαδικασία μπορεί όμως να διευρύνει τις ανισότητες εάν οι πλουσιότερες περιοχές διαθέτουν μεγαλύτερη φορολογική βάση και καλύτερη διοίκηση. Η αποκέντρωση χρειάζεται επομένως ισχυρό εθνικό μηχανισμό εξισορρόπησης, διαφορετικά μετατρέπει την τοπική ελευθερία σε γεωγραφική ανισότητα δικαιωμάτων.
Το έκτο κριτήριο είναι η σχέση του κράτους με την παραγωγή και την ιδιωτική επένδυση. Το διαχειριστικό κράτος επιδιώκει να δημιουργήσει σταθερό περιβάλλον, να μειώσει τα εμπόδια και να προσελκύσει κεφάλαια, αφήνοντας κυρίως στις επιχειρήσεις την επιλογή του τόπου, της τεχνολογίας και του είδους της παραγωγής. Το μετασχηματιστικό κράτος δρα ως στρατηγικός διαμορφωτής. Κατευθύνει πιστώσεις, οργανώνει δημόσιες προμήθειες, επενδύει σε τεχνολογίες, απαιτεί κοινωνικά ανταλλάγματα και αναπτύσσει παραγωγική ικανότητα σε περιοχές που η αγορά θεωρεί λιγότερο κερδοφόρες.
Η εξαγγελία ότι κάθε λίρα δημόσιας προμήθειας πρέπει να υπηρετεί βρετανικές θέσεις εργασίας, μαθητείες και εγχώρια παραγωγή εκφράζει αυτή την ενεργητικότερη αντίληψη. Η στρατηγική μπορεί να συνδέσει τις δημόσιες ανάγκες σε μεταφορές, άμυνα, ενέργεια και τεχνολογία με την αναβιομηχάνιση και την περιφερειακή ανάπτυξη. Διαθέτει όμως μετασχηματιστικό χαρακτήρα μόνο εφόσον οι συμβάσεις περιλαμβάνουν δεσμευτικούς κοινωνικούς όρους και δεν λειτουργούν ως προστατευμένη πηγή κερδών για ορισμένους μεγάλους προμηθευτές.
Η δημόσια προμήθεια δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από τη χαμηλότερη αρχική τιμή, αλλά ούτε να απαλλάσσεται από την απαίτηση αποτελεσματικότητας στο όνομα του εθνικού συμφέροντος. Χρειάζεται πολυδιάστατη αξιολόγηση: εγχώρια προστιθέμενη αξία, μισθολογική ποιότητα, περιφερειακή διάχυση, τεχνολογική μάθηση, περιβαλλοντική απόδοση και μακροχρόνια ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων. Ένα ακριβότερο έργο μπορεί να έχει υψηλότερη συνολική κοινωνική απόδοση, εάν δημιουργεί δεξιότητες και φορολογικά έσοδα. Μπορεί επίσης να αποτελεί σπατάλη, εάν οι όροι είναι ασαφείς και οι επιχειρήσεις δεν λογοδοτούν. Η κρατική στρατηγική χρειάζεται ισχυρότερη και όχι ασθενέστερη διοικητική αξιολόγηση.
Το έβδομο κριτήριο αφορά το χρηματοπιστωτικό και δημοσιονομικό πλαίσιο. Η κυβέρνηση Μπέρναμ επιμένει στην τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων και στη διατήρηση αποθέματος έναντι της αβεβαιότητας, ενώ συγχρόνως υπόσχεται παραγωγικές επενδύσεις, κοινωνική προστασία και περιφερειακή ανασυγκρότηση. Η ισορροπία δεν είναι απλή επικοινωνιακή αντίφαση. Αντανακλά την πραγματικότητα ενός κράτους που χρειάζεται να χρηματοδοτείται σε αγορές και δεν μπορεί να αγνοήσει το κόστος του χρέους. Χωρίς δημοσιονομική αξιοπιστία, η αύξηση των τόκων μπορεί να εκτοπίσει τις ίδιες τις κοινωνικές δαπάνες που η κυβέρνηση θέλει να προστατεύσει.
Ο κίνδυνος βρίσκεται στην αναγωγή των υφιστάμενων δημοσιονομικών κανόνων σε αμετάβλητα φυσικά όρια. Οι κανόνες είναι πολιτικές κατασκευές: επιλέγουν συγκεκριμένους δείκτες χρέους, χρονικούς ορίζοντες και λογιστικές διακρίσεις μεταξύ τρεχουσών και επενδυτικών δαπανών. Ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού δεν χρειάζεται να απορρίπτει τη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά πρέπει να την επανακαθορίζει με βάση την ποιότητα του κρατικού ισολογισμού και τη μακροχρόνια κοινωνική απόδοση. Η επένδυση σε κατοικία, ενέργεια και μεταφορές δημιουργεί περιουσιακά στοιχεία και μπορεί να μειώνει μελλοντικές δαπάνες. Η ανεξέλεγκτη τρέχουσα δαπάνη και η αναπτυξιακή επένδυση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως οικονομικά ισοδύναμες.
Η σύγκρουση ανάμεσα στη διαχείριση και στον μετασχηματισμό εκδηλώνεται επίσης μέσα στο ίδιο το κράτος. Το κράτος δεν είναι ουδέτερο εργαλείο το οποίο αλλάζει αυτομάτως κατεύθυνση μόλις εκλεγεί νέα κυβέρνηση. Διαθέτει διοικητικές ιεραρχίες, νομικές δεσμεύσεις, επαγγελματικές κουλτούρες, σχέσεις με τις αγορές, συμβάσεις και διαδικασίες αξιολόγησης που ευνοούν τη συνέχεια. Το υπουργείο Οικονομικών τείνει να αξιολογεί τις πολιτικές με βάση τον άμεσο δημοσιονομικό κίνδυνο. Τα επιμέρους υπουργεία υπερασπίζονται τις αρμοδιότητές τους. Οι δημόσιοι οργανισμοί δυσκολεύονται να συνεργαστούν σε προληπτικές πολιτικές των οποίων τα οφέλη εμφανίζονται αλλού. Η κυβερνητική βούληση πρέπει να μεταφραστεί σε νέα κίνητρα, δεξιότητες και διοικητικές δομές.
Αυτό σημαίνει ότι ο μετασχηματισμός προϋποθέτει όχι απλώς «περισσότερο κράτος», αλλά διαφορετικό κράτος. Ένα κράτος ικανό να σχεδιάζει μακροχρόνια, να συντονίζει υπηρεσίες, να διαπραγματεύεται ισότιμα με μεγάλες επιχειρήσεις, να αξιολογεί κοινωνική απόδοση και να μοιράζεται εξουσία με περιφερειακούς και κοινωνικούς φορείς. Η απλή διόγκωση των προϋπολογισμών ενός κατακερματισμένου και συγκεντρωτικού διοικητικού μηχανισμού μπορεί να παράγει μεγαλύτερη δαπάνη χωρίς αντίστοιχο κοινωνικό αποτέλεσμα. Η κρατική ικανότητα δεν μετριέται από το μέγεθος της δημόσιας διοίκησης, αλλά από τη δυνατότητά της να πραγματοποιεί συλλογικά αποφασισμένους σκοπούς.
Το όγδοο κριτήριο είναι η συμμετοχή των πολιτών και των εργαζομένων στη λήψη αποφάσεων. Ένα κόμμα μπορεί να αυξήσει τη δημόσια ιδιοκτησία και να παραμένει συγκεντρωτικό, εάν οι αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά από υπουργούς, διορισμένες διοικήσεις και ανώτερους υπαλλήλους. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός απαιτεί μορφές οικονομικής δημοκρατίας: εκπροσώπηση εργαζομένων, τοπικά όργανα ελέγχου, συνεταιριστικές δομές, συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και διαφανείς μηχανισμούς λογοδοσίας των δημόσιων επιχειρήσεων. Η κοινωνία δεν μετασχηματίζεται πλήρως όταν αλλάζει μόνο ο ιδιοκτήτης· αλλάζει όταν διευρύνεται και το σώμα εκείνων που μπορούν να επηρεάζουν τις αποφάσεις.
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο και για το ίδιο το Εργατικό Κόμμα. Ένα κυβερνών κόμμα μπορεί να χρησιμοποιεί τις τοπικές οργανώσεις και τα συνδικάτα κυρίως ως εκλογικούς μηχανισμούς, ενώ η πραγματική παραγωγή πολιτικής συγκεντρώνεται στο πρωθυπουργικό κέντρο και στο υπουργείο Οικονομικών. Μπορεί, αντίθετα, να λειτουργεί ως δίαυλος κοινωνικής γνώσης και συμμετοχής, επιτρέποντας στους εργαζομένους, στους αιρετούς και στις τοπικές κοινότητες να επηρεάζουν τις κυβερνητικές επιλογές. Η καταστατική δομή του κόμματος αναγνωρίζει ρόλο στο συνέδριο, στην Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή, στα συνδικάτα, στις τοπικές οργανώσεις και στους αιρετούς περιφερειακούς θεσμούς. Η πολιτική σημασία αυτής της δομής εξαρτάται από το αν θα λειτουργεί ουσιαστικά ή τελετουργικά.
Η ένταση μεταξύ διαχείρισης και μετασχηματισμού δεν χωρίζει απλώς δύο ιδεολογικές πτέρυγες. Διατρέχει κάθε συγκεκριμένη πολιτική. Η δημόσια ιδιοκτησία μπορεί να ενισχύει την κοινωνική λογοδοσία ή να δημιουργεί συγκεντρωτική γραφειοκρατία. Η συνεργασία με τις επιχειρήσεις μπορεί να κινητοποιεί επενδύσεις ή να καθιστά το κράτος εξαρτημένο από ιδιωτικές απαιτήσεις. Η αποκέντρωση μπορεί να δημοκρατικοποιεί την εξουσία ή να μεταφέρει τη λιτότητα. Η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να προστατεύει τη διάρκεια του κοινωνικού προγράμματος ή να εμποδίζει την πραγματοποίησή του. Η σταδιακή μεταρρύθμιση μπορεί να συσσωρεύει θεσμικές αλλαγές ή να αποτελεί μόνιμη αναβολή της σύγκρουσης.
Για τον λόγο αυτό, η διάκριση δεν μπορεί να βασιστεί στην ένταση της ρητορικής, στο ύψος των δαπανών ή στην ταχύτητα των αποφάσεων. Μια μικρή αλλά μόνιμη θεσμική αλλαγή μπορεί να είναι περισσότερο μετασχηματιστική από μια μεγάλη προσωρινή παροχή. Η δημιουργία δημόσιου αποθέματος κατοικίας αυξάνει χρόνο με τον χρόνο τη δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου της στεγαστικής αγοράς. Η επέκταση της συλλογικής διαπραγμάτευσης δημιουργεί οργανωμένη δύναμη που μπορεί να διεκδικεί νέες βελτιώσεις. Η σταθερή φορολογική βάση μιας περιφέρειας επιτρέπει διαρκή τοπική πολιτική. Αντίθετα, μία υψηλή εφάπαξ επιδότηση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση χωρίς να αφήσει θεσμικό αποτύπωμα.
Ο μετασχηματισμός είναι, επομένως, διαδικασία σωρευτικής αλλαγής. Κάθε μεταρρύθμιση πρέπει να αξιολογείται από το αν μεταβάλλει τις μελλοντικές δυνατότητες δράσης. Δημιουργεί νέους δημόσιους πόρους; Αυξάνει την οργανωτική δύναμη των εργαζομένων; Μειώνει την εξάρτηση από τις ιδιωτικές αγορές; Μεταφέρει αρμοδιότητες μαζί με χρηματοδότηση; Καθιστά την επόμενη προοδευτική μεταρρύθμιση ευκολότερη ή δυσκολότερη; Ένα πρόγραμμα μπορεί να είναι μετριοπαθές ως προς τον άμεσο ρυθμό και ριζικό ως προς τη μακροχρόνια κατεύθυνση, εφόσον οικοδομεί θεσμούς που αναδιανέμουν σταδιακά την ισχύ.
Το Εργατικό Κόμμα θα πρέπει συνεπώς να συνδέσει τρία επίπεδα δράσης. Στο πρώτο βρίσκονται τα άμεσα αποτελέσματα: χαμηλότερο κόστος ζωής, ταχύτερη υγεία, ασφαλέστερη εργασία, προσιτή μετακίνηση και στέγαση. Χωρίς αυτά, η κοινωνική αλλαγή παραμένει αφηρημένη και χάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Στο δεύτερο βρίσκονται οι μόνιμοι θεσμοί: δημόσιες επιχειρήσεις, κοινωνικό απόθεμα κατοικίας, συλλογικές συμβάσεις, περιφερειακά επενδυτικά εργαλεία και καθολικές υπηρεσίες. Χωρίς αυτούς, οι άμεσες βελτιώσεις ανατρέπονται εύκολα. Στο τρίτο βρίσκεται η αναδιανομή της απόφασης: συμμετοχή εργαζομένων, τοπική αυτονομία και κοινωνικός έλεγχος των υποδομών. Χωρίς αυτήν, το κράτος παραμένει κοινωνικά προστατευτικό αλλά πολιτικά συγκεντρωτικό.
Η κυβέρνηση Μπέρναμ διαθέτει στοιχεία που μπορούν να υπηρετήσουν και τις δύο κατευθύνσεις. Η δημοσιονομική πειθαρχία, η συνεργασία με την ιδιωτική επένδυση και η έμφαση στην κυβερνητική αποτελεσματικότητα μπορούν να παράγουν κοινωνικά ευαίσθητη διαχείριση. Η δημόσια ιδιοκτησία, τα νέα εργασιακά δικαιώματα, το προληπτικό κράτος, η αποκέντρωση και η ενεργητική βιομηχανική πολιτική μπορούν να αποτελέσουν βάση βαθύτερου μετασχηματισμού. Το ποια πλευρά θα επικρατήσει δεν θα αποφασιστεί από μια γενική ιδεολογική διακήρυξη, αλλά από τις λεπτομέρειες της εφαρμογής: τη μορφή διοίκησης των δημόσιων φορέων, τη δύναμη των συλλογικών συμβάσεων, την έκταση της κοινωνικής κατοικίας, τους όρους των κρατικών προμηθειών και τις πραγματικές φορολογικές αρμοδιότητες των περιφερειών.
Το αποφασιστικό ερώτημα είναι αν, μετά από μία πλήρη κυβερνητική περίοδο, οι κοινωνικές ομάδες που το Εργατικό Κόμμα ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί θα διαθέτουν μεγαλύτερη διαρκή ισχύ και όχι μόνο υψηλότερη προσωρινή παροχή. Θα μπορούν περισσότεροι εργαζόμενοι να διαπραγματεύονται συλλογικά; Θα κατέχει η κοινωνία μεγαλύτερο μέρος των βασικών υποδομών; Θα έχει αυξηθεί ουσιωδώς το μη εμπορικό απόθεμα κατοικίας; Θα μπορούν οι περιφερειακές κοινότητες να σχεδιάζουν και να χρηματοδοτούν τις δικές τους αναπτυξιακές προτεραιότητες; Θα συμμετέχουν εργαζόμενοι και χρήστες στη διοίκηση των δημόσιων οργανισμών; Αυτά είναι τα πραγματικά μέτρα κοινωνικού μετασχηματισμού.
Εάν η κυβέρνηση βελτιώσει τις υπηρεσίες, περιορίσει ορισμένες αδικίες και διατηρήσει την οικονομική σταθερότητα χωρίς να αλλάξει τις παραπάνω σχέσεις, θα έχει επιτύχει μια ενδεχομένως αξιόλογη μορφή σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης. Η συμβολή της δεν θα είναι ασήμαντη, ιδίως για τους πολίτες που εξαρτώνται από το κράτος. Δεν θα έχει όμως μεταβάλει τον πυρήνα της κατανομής οικονομικής εξουσίας. Εάν, αντίθετα, χρησιμοποιήσει την κρατική αποτελεσματικότητα για να οικοδομήσει μόνιμες μορφές δημόσιας και κοινωνικής ιδιοκτησίας, εργατικής δύναμης, καθολικής ασφάλειας και περιφερειακής αυτονομίας, τότε η διαχείριση θα έχει λειτουργήσει ως υποδομή μετασχηματισμού.
Το τελικό δίλημμα δεν είναι, συνεπώς, «διαχείριση ή μετασχηματισμός». Η πολιτικά σοβαρή επιλογή είναι ανάμεσα σε διαχείριση ως τελικό σκοπό και σε διαχείριση ως μέσο αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών. Η πρώτη καθιστά το Εργατικό Κόμμα ικανότερο διοικητή μιας άνισης οικονομίας. Η δεύτερη χρησιμοποιεί το κράτος για να μειώσει σταδιακά την εξάρτηση της κοινωνικής ασφάλειας από την ιδιωτική ισχύ και για να διευρύνει τον αριθμό των ανθρώπων που μπορούν να αποφασίζουν για την εργασία, τον τόπο και τις βασικές υποδομές της ζωής τους. Εκεί θα κριθεί όχι μόνο η κυβέρνηση Μπέρναμ, αλλά και η ιστορική αξίωση του Εργατικού Κόμματος να αποτελεί κάτι περισσότερο από τον κοινωνικά ευαίσθητο διαχειριστή του βρετανικού καπιταλισμού.
Πρόσφατα σχόλια