Η ΕΛ.Α.Σ. ιδρύθηκε με μια εμφανή φιλοδοξία: να συγκροτήσει πολιτικό χώρο ευρύτερο από τον ΣΥΡΙΖΑ, να προσελκύσει τμήματα του Κέντρου, να συνομιλήσει με τη σοσιαλδημοκρατική παράδοση, να διατηρήσει αναφορά στη ριζοσπαστική Αριστερά και να εμφανιστεί ως νέα παράταξη ικανή να διεκδικήσει κυβερνητικό ρόλο. Αυτή η φιλοδοξία είναι πολιτικά κατανοητή, διότι κανένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει δεν μπορεί να περιοριστεί σε στενό ιδεολογικό ακροατήριο. Είναι όμως και δομικά δύσκολη, διότι η ευρεία χωρητικότητα μπορεί να γίνει προγραμματική ασάφεια. Το ερώτημα για την ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι αν μπορεί να απευθυνθεί σε πολλούς. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να απευθυνθεί σε πολλούς χωρίς να λέει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά ακροατήρια.

Το Κέντρο και η ριζοσπαστική Αριστερά αντιστοιχούν σε διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες. Το Κέντρο ενδιαφέρεται για σταθερότητα, θεσμική συνέχεια, προβλεψιμότητα, διαχειριστική σοβαρότητα, αποφυγή δημοσιονομικών κινδύνων, ήπια γλώσσα και κυβερνητική αξιοπιστία. Η ριζοσπαστική Αριστερά ενδιαφέρεται για κοινωνική σύγκρουση, αναδιανομή, προστασία της εργασίας, περιορισμό οικονομικών συγκεντρώσεων, ισχυρό δημόσιο χώρο, δικαιώματα και μετασχηματισμό των δομών ισχύος. Η σοσιαλδημοκρατία επιχειρεί ιστορικά να συνδέσει αυτά τα δύο πεδία μέσα από κοινωνικό κράτος, φορολογική δικαιοσύνη, παραγωγική ανάπτυξη και θεσμική δημοκρατία. Η ΕΛ.Α.Σ. δηλώνει, μέσω της ίδιας της ιδρυτικής της λογικής, ότι θέλει να κινηθεί σε αυτό το ευρύ πεδίο. Το δύσκολο είναι να το κάνει χωρίς να παραγάγει εσωτερική αντίφαση.

Η έννοια της «Συμπαράταξης» είναι χρήσιμη επειδή επιτρέπει ευρύτητα και κινητικότητα. Ταυτόχρονα όμως μεταθέτει το πρόβλημα από το επίπεδο της ονομασίας στο επίπεδο της απόφασης. Μια συμπαράταξη μπορεί να συγκροτηθεί ευκολότερα στην αντιπολίτευση, όταν το κοινό στοιχείο είναι η αντίθεση στην κυβέρνηση, η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, η κριτική στη θεσμική λειτουργία, η ανάγκη αλλαγής. Η δυσκολία αρχίζει όταν πρέπει να ληφθούν συγκεκριμένες αποφάσεις. Πόσο θα αυξηθεί η φορολογία και σε ποιους; Πώς θα χρηματοδοτηθεί το κοινωνικό κράτος; Πώς θα ρυθμιστεί η αγορά κατοικίας χωρίς να δημιουργηθεί αντίδραση μικροϊδιοκτητών; Πώς θα στηριχθούν οι μισθοί χωρίς να πληγούν μικρές επιχειρήσεις; Πώς θα συνδυαστούν επενδύσεις και εργασιακή προστασία; Πώς θα μιλήσει το κόμμα ταυτόχρονα στον μισθωτό, στον αυτοαπασχολούμενο, στον μικρό επιχειρηματία, στον δημόσιο υπάλληλο, στον νέο ενοικιαστή και στον συνταξιούχο;

Η προηγούμενη εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ καθιστά αυτά τα ερωτήματα ακόμη πιο κρίσιμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε ως κόμμα ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας και κυβέρνησε ως κόμμα αναγκαστικής προσαρμογής. Αυτό δημιούργησε πολιτική εμπειρία, αλλά και τραύμα αξιοπιστίας. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να επαναλάβει το ίδιο μοτίβο σε πιο ήπια εκδοχή. Αν απευθυνθεί στην Αριστερά με γλώσσα ρήξης και στο Κέντρο με γλώσσα σταθερότητας, θα βρεθεί γρήγορα αντιμέτωπη με το ερώτημα ποια από τις δύο είναι η πραγματική της γλώσσα. Αν επιλέξει μόνο τη σταθερότητα, κινδυνεύει να γίνει μια ακόμη κεντροαριστερή διαχειριστική πρόταση χωρίς κοινωνική αιχμή. Αν επιλέξει μόνο τη ρήξη, θα δυσκολευτεί να πείσει μεσαία στρώματα που παραμένουν δύσπιστα απέναντι σε περιπέτειες. Η πολιτική της επιβίωση θα εξαρτηθεί από το αν θα παρουσιάσει πειστική σύνθεση, όχι από το αν θα κρατήσει ανοιχτές όλες τις επιλογές.

Η πολιτική οικονομία είναι το πραγματικό πεδίο αυτής της σύνθεσης. Η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να μιλήσει γενικά για αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, δημοκρατία και νέο παραγωγικό μοντέλο, όπως καταγράφεται στη δημόσια παρουσίαση της ιδρυτικής της λογικής. Όμως οι μεγάλες λέξεις αποκτούν πολιτικό βάρος μόνο όταν συνδέονται με κατανομές κόστους. Η αξιοπρέπεια σημαίνει μισθούς· οι μισθοί σημαίνουν επιχειρήσεις, παραγωγικότητα, συλλογικές συμβάσεις, ελέγχους, φορολογικά κίνητρα και κόστος εργασίας. Η δικαιοσύνη σημαίνει φορολογία· η φορολογία σημαίνει επιλογή ανάμεσα σε μεγάλη περιουσία, κερδοφορία, μικρομεσαίους, αυτοαπασχολούμενους και κατανάλωση. Η δημοκρατία σημαίνει θεσμική λογοδοσία· η λογοδοσία σημαίνει σύγκρουση με πρακτικές εξουσίας, όχι απλώς καταγγελία των αντιπάλων. Το παραγωγικό μοντέλο σημαίνει κλάδους, επενδύσεις, εκπαίδευση, ενέργεια, περιφέρεια, τεχνολογία και δημόσιες υποδομές. Η ΕΛ.Α.Σ. θα κριθεί όταν περάσει από τις αξίες στις επιλογές.

. Ο χώρος από το Κέντρο έως τη ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να συγκροτηθεί χωρίς ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με τα μεσαία στρώματα. Αυτά δεν είναι ενιαία, ούτε ιδεολογικά σταθερά. Περιλαμβάνουν εργαζομένους με προσόντα αλλά χαμηλή αποταμίευση, μικρομεσαίους με φορολογικό άγχος, ιδιοκτήτες μικρής περιουσίας, νέους επαγγελματίες, οικογένειες που χρηματοδοτούν την αδυναμία αυτονομίας των παιδιών τους. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να τους μιλήσει μόνο με γλώσσα προστασίας των αδυνάμων, διότι πολλοί από αυτούς δεν αυτοαντιλαμβάνονται ως αδύναμοι, αλλά ως πιεσμένοι. Δεν μπορεί επίσης να τους μιλήσει μόνο με γλώσσα ανάπτυξης, διότι βιώνουν καθημερινά την ανισότητα της ανάπτυξης. Χρειάζεται γλώσσα ασφάλειας, δικαιοσύνης και παραγωγικής προοπτικής. Αυτή είναι δύσκολη γλώσσα, γιατί δεν επιτρέπει ευκολίες.

Η νεολαία αποτελεί άλλο πεδίο ιδεολογικής δοκιμασίας. Η ριζοσπαστική Αριστερά μπορεί να μιλήσει στη νεανική επισφάλεια, αλλά αν δεν δώσει συγκεκριμένες λύσεις για εργασία και στέγη, η ρητορική της θα εξαντληθεί. Το Κέντρο μπορεί να μιλήσει για ευκαιρίες και καινοτομία, αλλά αν δεν αγγίξει τις ανισότητες εκκίνησης, θα φανεί κοινωνικά άδειο. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να συνδέσει τη νεανική αξιοπρέπεια με υλικό περιεχόμενο: ενοίκια, μισθούς, ασφάλιση, δεξιότητες, δημόσια εκπαίδευση, ψυχική υγεία, πρώτη κατοικία, αξιοκρατία. Αν το κάνει, μπορεί να μετατρέψει την ιστορική αναφορά σε παρόν. Αν όχι, θα μιλά για παλιές συλλογικές μνήμες σε γενιές που χωρίς συναισθηματική συνάφεια με αυτές.

Το ίδιο ισχύει για την περιφέρεια. Μια παράταξη ευρείας χωρητικότητας οφείλει να συνδέσει την κοινωνική δικαιοσύνη με τον χώρο: αγροτική παραγωγή, μεταποίηση, υγεία στην περιφέρεια, σχολεία, μεταφορές, ενεργειακές κοινότητες, τοπική αυτοδιοίκηση, δημογραφική συγκράτηση. Το Κέντρο ενδιαφέρεται για αναπτυξιακή αποτελεσματικότητα· η Αριστερά για χωρική ισότητα· η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να τα συνδέσει. Αν η ΕΛ.Α.Σ. δεν αναπτύξει τέτοια σύνθεση, η ευρύτητά της θα μείνει κυρίως εκλογική.

Η πολυσυλλεκτικότητα έχει πάντοτε ένα όριο: τη στιγμή της απόφασης. Μέχρι τότε, όλα μπορούν να συνυπάρχουν. Στην ιδρυτική περίοδο, τα σύμβολα χωρούν πολλά. Η διακήρυξη μπορεί να μιλά σε πολλούς. Η αντιπολίτευση μπορεί να ενώνει διαφορετικές δυσαρέσκειες. Όμως η πολιτική γίνεται πραγματική όταν χρειάζεται προτεραιότητα. Η ΕΛ.Α.Σ. θα πρέπει να αποφασίσει αν θα είναι κυρίως κόμμα σοσιαλδημοκρατικής ανασύνθεσης, κόμμα αριστερής ανασυγκρότησης, κόμμα αντιδεξιάς συσπείρωσης ή κόμμα προοδευτικού Κέντρου με αριστερή μνήμη. 

Φαίνεται ότι η ΕΛ.Α.Σ. έχει ιδεολογικό πλεονέκτημα εύρους και μειονέκτημα ασάφειας. Το εύρος τής επιτρέπει να απευθυνθεί σε απογοητευμένους ψηφοφόρους διαφορετικών προελεύσεων. Η ασάφεια την απειλεί όταν αυτοί οι ψηφοφόροι ζητήσουν συγκεκριμένες εγγυήσεις. Ο Τσίπρας γνωρίζει πώς να παράγει πολιτική κινητοποίηση. Η ΕΛ.Α.Σ. πρέπει να αποδείξει ότι γνωρίζει πώς να παράγει συνεκτική κυβερνητική πρόταση. Αν η ευρύτητα γίνει προγραμματική σύνθεση, το εγχείρημα μπορεί να αποκτήσει σοβαρή δυναμική. Αν γίνει απλώς πρόσκληση προς όλους, θα μετατραπεί σε ασταθή εκλογική στέγη χωρίς βαθύτερη ταυτότητα.

Το ζήτημα είναι αν η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να επινοήσει μια νέα γλώσσα για την Ελλάδα της σημερινής περιόδου. Όχι γλώσσα νοσταλγίας, όχι γλώσσα παλαιάς ρήξης, όχι γλώσσα άχρωμης μετριοπάθειας, αλλά γλώσσα που να συνδέει σταθερότητα και δικαιοσύνη, παραγωγή και αναδιανομή, θεσμούς και κοινωνική σύγκρουση, Κέντρο και Αριστερά χωρίς να εξαφανίζει τις διαφορές τους.