Η έννοια του κοινωνικού κράτους ως συνταγματικού ορίου της αγοράς αποτελεί έναν από τους πλέον κρίσιμους και θεωρητικά απαιτητικούς άξονες του σύγχρονου ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Δεν πρόκειται για μια απλή αντίθεση μεταξύ κράτους και αγοράς, ούτε για ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ παρεμβατισμού και οικονομικής ελευθερίας. Αντιθέτως, το κοινωνικό κράτος λειτουργεί ως κανονιστικός μηχανισμός ενσωμάτωσης της αγοράς σε ένα ευρύτερο συνταγματικό πλαίσιο, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, της ουσιαστικής ισότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Υπό αυτή την οπτική, η αγορά δεν απορρίπτεται, αλλά συνταγματοποιείται, δηλαδή υποτάσσεται σε θεμελιώδεις συνταγματικές αξίες που περιορίζουν τη δυναμική της όπου αυτή απειλεί τη δημοκρατική και κοινωνική ισορροπία.

Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής συνταγματικής παράδοσης βρίσκεται η παραδοχή ότι η οικονομία της αγοράς, αν και αποτελεσματικός μηχανισμός κατανομής πόρων, δεν είναι αξιακά ουδέτερη. Η ανεξέλεγκτη λειτουργία της μπορεί να παράγει δομικές ανισότητες, κοινωνικό αποκλεισμό και συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, με άμεσες επιπτώσεις στη δημοκρατική ισότητα και τη θεσμική νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Το κοινωνικό κράτος αναλαμβάνει, επομένως, τη λειτουργία συνταγματικού φίλτρου, μέσω του οποίου η οικονομική ελευθερία συμβιβάζεται με την κοινωνική δικαιοσύνη. Η συνταγματική κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικών εγγυήσεων λειτουργεί ως αντίβαρο στην οικονομική ανισορροπία που μπορεί να δημιουργήσει η αγορά.

Από τη σκοπιά του συνταγματικού δικαίου, το κοινωνικό κράτος εισάγει μια ποιοτική μεταβολή στη φύση των συνταγματικών περιορισμών. Ενώ το κλασικό φιλελεύθερο σύνταγμα λειτουργεί κυρίως ως αρνητικό όριο της κρατικής εξουσίας έναντι της ατομικής ελευθερίας, το κοινωνικό κράτος λειτουργεί και ως θετικό όριο της οικονομικής ελευθερίας έναντι της κοινωνίας. Η οικονομική δραστηριότητα δεν απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας in abstracto, αλλά μόνο στο μέτρο που δεν αναιρεί τον κοινωνικό σκοπό του κράτους. Έτσι, η ελευθερία της επιχειρηματικής δράσης, της ιδιοκτησίας και των συμβάσεων υποτάσσεται σε περιορισμούς που απορρέουν από την ανάγκη προστασίας της εργασίας, της κοινωνικής ασφάλειας και της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Η λειτουργία του κοινωνικού κράτους ως συνταγματικού ορίου της αγοράς καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής στη ρύθμιση της εργασίας. Η εργασία, στα ευρωπαϊκά συντάγματα, δεν αντιμετωπίζεται ως απλό εμπορεύσιμο αγαθό, αλλά ως θεμελιώδες κοινωνικό γεγονός, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Το κοινωνικό κράτος επιβάλλει περιορισμούς στην αγοραία λογική της πλήρους απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, κατοχυρώνοντας ελάχιστα επίπεδα προστασίας, συλλογικά δικαιώματα και κοινωνική ασφάλιση. Με τον τρόπο αυτό, το σύνταγμα λειτουργεί ως θεσμικό ανάχωμα απέναντι στη μετατροπή της εργασίας σε καθαρό αντικείμενο ανταγωνισμού κόστους.

Σε επίπεδο πολιτικής επιστήμης, το κοινωνικό κράτος ως όριο της αγοράς συνδέεται άμεσα με τη θεωρία της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η αγορά, όταν παράγει ακραίες ανισότητες, τείνει να αποσυνδέει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από την πολιτική διαδικασία, υπονομεύοντας τη δημοκρατική συμμετοχή και ενισχύοντας φαινόμενα πολιτικής αποξένωσης. Το κοινωνικό κράτος λειτουργεί ως μηχανισμός επανένταξης, εξασφαλίζοντας ότι οι κοινωνικοί κίνδυνοι δεν μετατρέπονται σε πολιτικούς αποκλεισμούς. Υπό αυτή την έννοια, η κοινωνική πολιτική δεν αποτελεί απλώς αναδιανεμητικό εργαλείο, αλλά συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής σταθερότητας.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η σχέση κοινωνικού κράτους και ιδιοκτησίας. Στον ευρωπαϊκό συνταγματισμό, η ιδιοκτησία προστατεύεται συνταγματικά, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Το κοινωνικό κράτος εισάγει την αρχή της κοινωνικής λειτουργίας της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με την οποία η άσκηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος οφείλει να λαμβάνει υπόψη το συλλογικό συμφέρον. Η αγορά, ως χώρος άσκησης ιδιοκτησιακής εξουσίας, περιορίζεται συνταγματικά όταν η λειτουργία της έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνική συνοχή ή την προστασία των ευάλωτων ομάδων. Έτσι, το κοινωνικό κράτος δεν αναιρεί την ιδιοκτησία, αλλά την εντάσσει σε ένα κανονιστικό πλαίσιο κοινωνικής ευθύνης.

Η ένταση μεταξύ κοινωνικού κράτους και αγοράς αναδεικνύεται με ιδιαίτερη οξύτητα σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Η ευρωπαϊκή εμπειρία κατέδειξε ότι η μονομερής προτεραιοποίηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της αγοραίας προσαρμογής μπορεί να οδηγήσει σε αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού και σε κρίση πολιτικής νομιμοποίησης. Το κοινωνικό κράτος λειτουργεί, σε αυτό το πλαίσιο, ως συνταγματικό όριο στις πολιτικές λιτότητας, επιβάλλοντας τη διατήρηση ενός ελάχιστου κοινωνικού πυρήνα ακόμη και υπό συνθήκες δημοσιονομικής πίεσης. Η αγορά δεν μπορεί να αποτελεί το αποκλειστικό κριτήριο ορθολογικότητας της κρατικής δράσης, όταν διακυβεύονται θεμελιώδεις συνταγματικές αξίες.

Σε θεωρητικό επίπεδο, το κοινωνικό κράτος ως όριο της αγοράς αντανακλά μια ώριμη αντίληψη περί συνταγματικού ρεαλισμού. Το σύνταγμα δεν λειτουργεί ως ιδεαλιστικό κείμενο αποκομμένο από την οικονομική πραγματικότητα, αλλά ως θεσμικό εργαλείο ρύθμισης των κοινωνικών συγκρούσεων που παράγει η αγορά. Η συνταγματική ενσωμάτωση του κοινωνικού κράτους επιτρέπει την πολιτική διαχείριση της οικονομικής ανισότητας χωρίς την ανατροπή της οικονομίας της αγοράς, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη δημοκρατική συνοχή.

Συμπερασματικά, το κοινωνικό κράτος ως συνταγματικό όριο της αγοράς συνιστά έναν από τους πιο σύνθετους και κρίσιμους μηχανισμούς του ευρωπαϊκού συνταγματικού κράτους. Δεν αντιστρατεύεται την οικονομική ελευθερία, αλλά την επανατοποθετεί εντός ενός πλαισίου συνταγματικών αξιών που προτάσσουν την κοινωνική δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια και τη δημοκρατική ισότητα. Η αποδυνάμωσή του δεν οδηγεί σε θεσμικό εκσυγχρονισμό, αλλά σε απορρύθμιση της ίδιας της δημοκρατίας. Αντιθέτως, η διατήρηση και ενίσχυσή του αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της αγοράς σε ένα δημοκρατικό και κοινωνικά θεμελιωμένο συνταγματικό περιβάλλον.