Το Σύνταγμα στις σύγχρονες δημοκρατίες τείνει ολοένα και συχνότερα να αντιμετωπίζεται όχι ως δεσμευτικό κανονιστικό σύστημα, αλλά ως πολιτικό σύμβολο, ως κείμενο αξιών ή ακόμη και ως ρητορικό απόθεμα προς επίκληση κατά περίπτωση. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική ή γλωσσική· έχει άμεσες συνέπειες στη λειτουργία της έννομης τάξης, στον τρόπο άσκησης της εξουσίας και, τελικά, στην ίδια τη συνταγματική νομιμοποίηση του κράτους.
Η κανονιστική φύση του Συντάγματος συνίσταται στο γεγονός ότι οι διατάξεις του δεν εκφράζουν απλώς πολιτικές προτιμήσεις ή ιστορικές συμφωνίες, αλλά παράγουν δεσμευτικούς κανόνες δικαίου, ανώτερους ιεραρχικά και δεσμευτικούς για όλα τα κρατικά όργανα. Η υπεροχή του Συντάγματος δεν είναι αφηρημένη αρχή, αλλά λειτουργική προϋπόθεση της έννομης τάξης. Όταν η πολιτική πρακτική αρχίζει να αντιμετωπίζει το Σύνταγμα ως εύπλαστο πλαίσιο γενικών κατευθύνσεων, υπονομεύεται η κανονιστική του πυκνότητα.
Η κανονιστική πυκνότητα αναφέρεται στο εύρος, τη σαφήνεια και τη δεσμευτικότητα των συνταγματικών κανόνων. Ένα Σύνταγμα με υψηλή κανονιστική πυκνότητα δεν αφήνει κρίσιμα ζητήματα αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της πολιτικής εξουσίας, αλλά θέτει σαφή όρια, διαδικασίες και εγγυήσεις. Αντιθέτως, η αποδυνάμωση της κανονιστικής πυκνότητας μετατρέπει το Σύνταγμα σε κείμενο αρχών χωρίς ουσιαστικό δεσμευτικό περιεχόμενο.
Η σύγχρονη τάση πολιτικοποίησης της συνταγματικής ερμηνείας συνδέεται άμεσα με αυτή τη μετατόπιση. Όταν η ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων αποσπάται από τη δογματική τους λειτουργία και εντάσσεται πρωτίστως στο πεδίο της πολιτικής σκοπιμότητας, τότε το Σύνταγμα παύει να λειτουργεί ως κανόνας δικαίου και μετατρέπεται σε πεδίο αφηγηματικής διαπραγμάτευσης. Η ερμηνεία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως τεχνική εφαρμογής δεσμευτικών κανόνων, αλλά ως εργαλείο προσαρμογής του κειμένου στις εκάστοτε πολιτικές ανάγκες. Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί απλώς θεωρητική εκτροπή, αλλά παράγοντα διάβρωσης της κανονιστικής συνοχής της έννομης τάξης.
Η αποσύνδεση του Συντάγματος από την κανονιστική του αυστηρότητα ευνοεί τη σύγχυση μεταξύ πολιτικής διαφωνίας και συνταγματικής σύγκρουσης. Ζητήματα που θα έπρεπε να επιλύονται εντός του πλαισίου της κοινής νομοθετικής λειτουργίας ή της πολιτικής αντιπαράθεσης ανυψώνονται τεχνητά σε συνταγματικό επίπεδο, όχι για λόγους προστασίας του κανονιστικού πυρήνα, αλλά για λόγους πολιτικής νομιμοποίησης. Έτσι, το Σύνταγμα εργαλειοποιείται ως υπερκείμενη αυθεντία, χωρίς όμως να ενεργοποιούνται οι αντίστοιχες θεσμικές εγγυήσεις που το συνοδεύουν.
Η εργαλειοποίηση αυτή έχει διττή επίδραση. Αφενός, αποδυναμώνει τη συνταγματική κανονιστικότητα, καθώς οι διατάξεις παύουν να λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς. Αφετέρου, φορτίζει το Σύνταγμα με προσδοκίες που δεν μπορεί να εκπληρώσει, μετατρέποντάς το σε πεδίο συμβολικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή απομείωση της θεσμικής του αυθεντίας: όσο συχνότερα επικαλείται κανείς το Σύνταγμα για να δικαιολογήσει πολιτικές επιλογές, τόσο λιγότερο πειστικό γίνεται ως αντικειμενικός κανόνας δικαίου.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά εδώ η σχέση μεταξύ Συντάγματος και πολιτικού χρόνου. Το Σύνταγμα είναι δομημένο ώστε να λειτουργεί σε διαφορετική χρονικότητα από την πολιτική διαδικασία. Η πολιτική εξουσία κινείται στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα της εκλογικής αναμέτρησης και της κοινωνικής συγκυρίας, ενώ το Σύνταγμα οφείλει να απορροφά τις διακυμάνσεις αυτές χωρίς να αλλοιώνεται στον πυρήνα του. Όταν το Σύνταγμα σύρεται στον πολιτικό χρόνο, χάνει ακριβώς αυτή τη σταθεροποιητική του λειτουργία.
Η κανονιστική υπεροχή του Συντάγματος προϋποθέτει όχι μόνο τυπική ιεραρχία, αλλά και θεσμική αυτοσυγκράτηση των πολιτικών δρώντων. Η τήρηση του Συντάγματος δεν εξαντλείται στη μη παραβίαση ρητών απαγορεύσεων, αλλά περιλαμβάνει και την αποφυγή πρακτικών που, αν και τυπικά ανεκτές, υπονομεύουν τη λειτουργία του ως ανώτερου κανόνα. Η θεσμική αυτοσυγκράτηση αποτελεί στοιχείο συνταγματικού πολιτισμού και όχι απλώς νομικής υποχρέωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της συνταγματικής πίστης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η πίστη στο Σύνταγμα δεν ταυτίζεται με ιδεολογική προσκόλληση στο κείμενο, αλλά με την αποδοχή του ως δεσμευτικού πλαισίου που περιορίζει ακόμη και τη νόμιμη πολιτική ισχύ. Όταν η πολιτική εξουσία αντιμετωπίζει το Σύνταγμα ως εμπόδιο που πρέπει να παρακαμφθεί μέσω ερμηνευτικών ακροβασιών ή συμβολικών επικλήσεων, τότε διαρρηγνύεται η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ θεσμών και κοινωνίας.
Η αποδυνάμωση της κανονιστικής πυκνότητας έχει επίσης επιπτώσεις στη λειτουργία της δικαιοσύνης. Τα δικαστήρια καλούνται ολοένα και συχνότερα να καλύψουν κενά που δημιουργούνται από την ασαφή ή πολιτικοποιημένη χρήση των συνταγματικών διατάξεων. Η μετατόπιση αυτή ενισχύει τον ρόλο της δικαστικής εξουσίας, αλλά ταυτόχρονα την εκθέτει σε κατηγορίες υπέρβασης αρμοδιοτήτων. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν έγκειται στη δικαστική παρέμβαση αυτή καθαυτή, αλλά στη σταδιακή απορρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου που καθιστά την παρέμβαση αναγκαία.
Η υπερφόρτωση του Συντάγματος με πολιτικές προσδοκίες οδηγεί τελικά σε ένα παράδοξο: ενώ το Σύνταγμα επικαλείται διαρκώς ως ύστατη εγγύηση, στην πράξη αποδυναμώνεται ως λειτουργικός κανόνας. Η κανονιστική του ισχύς διαβρώνεται όχι μέσω ανοιχτής παραβίασης, αλλά μέσω μιας συνεχούς μετατόπισης του νοήματός του. Το Σύνταγμα παραμένει τυπικά υπέρτατο, αλλά ουσιαστικά σχετικοποιημένο.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού δεν προϋποθέτει περισσότερη συνταγματική ρητορική, αλλά επιστροφή στη δογματική αυστηρότητα. Το Σύνταγμα οφείλει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ως σύστημα κανόνων και όχι ως αποθήκη αξιών προς επιλεκτική χρήση. Η κανονιστική του πυκνότητα δεν αποτελεί εμπόδιο στη δημοκρατική πολιτική, αλλά προϋπόθεση για τη θεσμική της σταθερότητα.
Σε τελική ανάλυση, η διάκριση μεταξύ Συντάγματος ως κανονιστικού συστήματος και Συντάγματος ως πολιτικού συμβόλου δεν είναι ακαδημαϊκή λεπτομέρεια. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η πολιτειακή εξουσία και νομιμοποιείται η άσκησή της.
.
Πρόσφατα σχόλια