Το Σύνταγμα του 1975 εδραίωσε δημοκρατικές εγγυήσεις και θεσμική συνέχεια που αντέχει στον χρόνο. Η ανθεκτικότητά του οφείλεται στην ισορροπία μεταξύ διάκρισης των εξουσιών, κατοχύρωσης θεμελιωδών δικαιωμάτων και ρυθμιστικής σαφήνειας που επέτρεψε στα όργανα του κράτους να λειτουργούν με συνέπεια και προβλεψιμότητα. Παρά την εδραίωση αυτή, η ραγδαία κοινωνική, πολιτική και τεχνολογική μεταβολή του 21ου αιώνα επιβάλλει ουσιαστική αναθεώρηση, ώστε να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητα και η νομιμοποίηση του Συντάγματος.

Η αναθεώρηση, σε αυτή την προσέγγιση, δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας αλλά στρατηγική θεσμικής ωριμότητας. Η προσαρμογή του Συντάγματος σε σύγχρονες ανάγκες, όπως η ψηφιακή διακυβέρνηση, η προστασία προσωπικών δεδομένων, η ενίσχυση διαφάνειας και λογοδοσίας, η αντιμετώπιση πολυεπίπεδης διοίκησης και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, απαιτεί βαθιά ανάλυση και μεθοδική παρέμβαση. Η παράλειψη αυτών των προσαρμογών θα οδηγούσε σε εκ των υστέρων νομοτεχνικές λύσεις χωρίς συνταγματική ισχύ, μειώνοντας την προβλεψιμότητα και την αξιοπιστία του κράτους δικαίου.

Το άρθρο 110 και οι αυξημένες πλειοψηφίες της αναθεωρητικής διαδικασίας αποτελούν θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες που διασφαλίζουν τη συλλογική νομιμοποίηση των αλλαγών. Η διφασική δομή με προτείνουσα και αναθεωρητική Βουλή επιτρέπει την ενσωμάτωση κοινωνικών, πολιτικών και τεχνολογικών εξελίξεων χωρίς να υπονομεύεται η θεσμική συνέχεια. Η συνταγματική αναθεώρηση μετατρέπεται σε μηχανισμό κανονιστικής αυτορρύθμισης και θεσμικής αυτογνωσίας.

Η επιστημονική και νομική ανάλυση των διατάξεων αναδεικνύει τα σύγχρονα κανονιστικά κενά και την ανάγκη ενίσχυσης της κανονιστικής πυκνότητας. Η προσαρμογή του Συντάγματος οφείλει να ενσωματώνει νέες κοινωνικές και τεχνολογικές προκλήσεις, όπως η εφαρμογή δικαιωμάτων σε πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, οι ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες και η προστασία των ατομικών δεδομένων, διατηρώντας ταυτόχρονα τον πυρήνα της συνταγματικής ταυτότητας και τις μη αναθεωρήσιμες διατάξεις.

Συμπερασματικά, το Σύνταγμα του 1975 παραμένει ένα ώριμο και ανθεκτικό κείμενο, αλλά η αποτελεσματική λειτουργία του στον 21ο αιώνα προϋποθέτει συνετή, θεσμικά υπεύθυνη και επιστημονικά τεκμηριωμένη αναθεώρηση που να διασφαλίζει τη σταθερότητα, τη νομιμοποίηση και την κανονιστική ισχύ του κράτους.