Η θεματική ανάλυση της συγκρότησης του πολιτικού συστήματος της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας αποκαλύπτει ένα ιδιότυπο υβριδικό μόρφωμα, στο οποίο η τυπική συνταγματική δημοκρατία συνυπάρχει με μηχανισμούς συγκεντρωτικής και εξατομικευμένης άσκησης εξουσίας. Η συγκρότηση αυτή δεν είναι προϊόν θεσμικής αδυναμίας, αλλά συνειδητής πολιτικής επιλογής, ενσωματωμένης ήδη από τη συνταγματική αναθεμελίωση του 1999, η οποία επαναπροσδιόρισε το κράτος όχι μόνο ως νομική οντότητα αλλά ως ιδεολογικό και πολιτικό φορέα επαναστατικής αποστολής.
Κεντρικό θεματικό χαρακτηριστικό της συγκρότησης είναι η μετατόπιση της κυριαρχίας από τους θεσμούς προς το πολιτικό σχέδιο. Το Σύνταγμα δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως πλαίσιο περιορισμού της εξουσίας, αλλά ως εργαλείο νομιμοποίησης μιας συγκεκριμένης πολιτικής κατεύθυνσης. Η έννοια της «λαϊκής κυριαρχίας» αποκτά προνομιακή ερμηνεία, η οποία δεν εκφράζεται πρωτίστως μέσω της θεσμικής αντιπροσώπευσης, αλλά μέσω της άμεσης ή καθοδηγούμενης συμμετοχής, επιτρέποντας στην εκτελεστική εξουσία να εμφανίζεται ως άμεσος εκφραστής της λαϊκής βούλησης, παρακάμπτοντας ενδιάμεσους θεσμούς ελέγχου.
Δεύτερος καθοριστικός άξονας είναι η υπερσυγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας. Η προεδρική λειτουργία συγκροτείται ως ο πυρήνας του πολιτειακού συστήματος, με εκτεταμένες αρμοδιότητες στη νομοθετική παραγωγή, στη διοίκηση, στον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων και στη διαχείριση καταστάσεων εξαίρεσης. Η συστηματική χρήση προεδρικών διαταγμάτων και εξουσιοδοτικών νόμων δεν συνιστά θεσμική παρέκκλιση, αλλά δομικό στοιχείο της συγκρότησης, το οποίο αποδυναμώνει τη νομοθετική λειτουργία και μετατρέπει τη διάκριση των εξουσιών σε τυπική, και όχι ουσιαστική, αρχή.
Συναφής προς τα ανωτέρω είναι η θεσμική εξάρτηση της δικαστικής εξουσίας. Η συγκρότησή της, τόσο σε επίπεδο στελέχωσης όσο και λειτουργίας, ενσωματώνει πολιτικά φίλτρα που περιορίζουν τη δυνατότητα αυτόνομου ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί ως αντίβαρο, αλλά ως μηχανισμός επιβεβαίωσης της θεσμικής κανονικότητας των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης. Έτσι, η συνταγματική νομιμότητα μετατρέπεται σε εργαλειακή νομιμότητα, προσαρμοσμένη στις ανάγκες του καθεστώτος.
Ιδιαίτερη σημασία στη θεματική συγκρότηση του συστήματος κατέχει η θεσμική ενσωμάτωση του στρατού και των μηχανισμών ασφαλείας. Οι ένοπλες δυνάμεις δεν συγκροτούνται ως ουδέτερος θεσμός εθνικής άμυνας, αλλά ως πολιτικο-ιδεολογικός πυλώνας του κράτους. Η ανάθεση διοικητικών, οικονομικών και παραγωγικών αρμοδιοτήτων σε στρατιωτικά στελέχη δημιουργεί μια μορφή πολιτικοστρατιωτικής συνδιακυβέρνησης, η οποία θολώνει τα όρια μεταξύ πολιτικής εξουσίας, ασφάλειας και οικονομικής διαχείρισης. Αυτή η δομή λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι θεσμικών μεταβολών, καθώς τα συμφέροντα της στρατιωτικής ελίτ ταυτίζονται με τη διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος.
Παράλληλα, η συγκρότηση των λεγόμενων συμμετοχικών ή κοινοτικών θεσμών συνιστά έναν ακόμη θεματικό άξονα. Αν και προβάλλονται ως εναλλακτική μορφή δημοκρατικής ενδυνάμωσης, στην πράξη λειτουργούν ως μηχανισμοί κάθετης πολιτικής ενσωμάτωσης και κοινωνικού ελέγχου. Η εξάρτησή τους από κρατική χρηματοδότηση και κομματικές δομές ακυρώνει την αυτονομία τους και τα μετατρέπει σε προεκτάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, περιορίζοντας τον πλουραλισμό και την αυθεντική κοινωνική εκπροσώπηση.
Θεμελιώδης αντίφαση της συγκρότησης του συστήματος αποτελεί η συνύπαρξη εκτεταμένων συνταγματικών δικαιωμάτων με περιορισμένες θεσμικές εγγυήσεις εφαρμογής. Το συνταγματικό κείμενο κατοχυρώνει κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα σε ευρύ βαθμό, όμως η απουσία ανεξάρτητων θεσμών επιβολής και ελέγχου καθιστά τα δικαιώματα αυτά ευάλωτα σε αυθαίρετες ερμηνείες και επιλεκτική εφαρμογή. Η απόκλιση μεταξύ κανονιστικού πλαισίου και πραγματικής πρακτικής συνιστά δομικό χαρακτηριστικό της συγκρότησης και όχι απλή δυσλειτουργία.
Συνολικά, η θεματική ανάλυση της συγκρότησης του βενεζουελανικού πολιτειακού συστήματος αναδεικνύει ένα μοντέλο εξουσίας στο οποίο η θεσμική αρχιτεκτονική έχει σχεδιαστεί ώστε να μεγιστοποιεί τη σταθερότητα του καθεστώτος και να ελαχιστοποιεί τους κινδύνους εσωτερικής αμφισβήτησης. Η ανθεκτικότητα του συστήματος δεν εδράζεται στη δημοκρατική του ποιότητα, αλλά στη δικτύωση πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών συμφερόντων, τα οποία καθιστούν τη θεσμική αλλαγή εξαιρετικά σύνθετη και πολιτικά δαπανηρή.
Πρόσφατα σχόλια