Η παγκοσμιοποίηση, που για δεκαετίες θεωρήθηκε το φυσικό και αμετάκλητο πλαίσιο της διεθνούς ζωής, παύει να λειτουργεί ως αυτονόητη κανονικότητα. Το δόγμα του απεριόριστου εμπορίου, της απελευθέρωσης των κεφαλαίων και της ελεύθερης διακίνησης παραγωγής και γνώσης, υποχωρεί μπροστά στην επανεμφάνιση του κράτους ως στρατηγικού παίκτη. Η μεταψυχροπολεμική αισιοδοξία για έναν «παγκόσμιο κόσμο χωρίς σύνορα» αντικαθίσταται από την αναγνώριση ότι η οικονομία είναι ξανά πεδίο πολιτικής ισχύος. Το τέλος της παγκοσμιοποίησης δεν σημαίνει διακοπή των διεθνών συναλλαγών, αλλά απώλεια του ιδεολογικού της κύρους: η παγκοσμιοποίηση παύει να είναι δόγμα και γίνεται πεδίο ανταγωνιστικών εκδοχών. Το μοντέλο των 1990s, βασισμένο στην αμερικανική οικονομική ηγεμονία, στην τεχνολογική υπεροχή της Δύσης και στην πίστη ότι η ελεύθερη αγορά οδηγεί αυτόματα στη δημοκρατία, αντικαθίσταται από μια πολυπολική πραγματικότητα, όπου κάθε κέντρο ισχύος επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική του εκδοχή του παγκόσμιου συστήματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επαναφέρουν τον προστατευτισμό με το πρόσχημα της βιομηχανικής ανασυγκρότησης, η Κίνα οργανώνει ένα παράλληλο δίκτυο εμπορικών σχέσεων και τεχνολογικών προτύπων, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να συνδυάσει το άνοιγμα των αγορών με την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων, ενώ η Ινδία και η Ρωσία επιδιώκουν την ενίσχυση περιφερειακών οικονομικών ζωνών. Ο κόσμος δεν παύει να είναι αλληλένδετος, αλλά γίνεται επιλεκτικά διασυνδεδεμένος. Πρόκειται για την ανάδυση μιας πολυ-παγκοσμιοποίησης, στην οποία η οικονομική αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε πεδίο ισχύος, όχι ουδετερότητας. Η αλλαγή αυτή συνοδεύεται από τη θεσμική κόπωση των οργανισμών που σχεδιάστηκαν για την εποχή της ενιαίας παγκοσμιότητας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου αδυνατεί να επιβάλει κοινά πρότυπα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο χάνει τη δεσμευτική του επιρροή, και οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας αναδιαμορφώνονται υπό το πρίσμα της ασφάλειας, της βιωσιμότητας και της κυριαρχίας. Οι οικονομικές σχέσεις αποκτούν ξανά πολιτικό περιεχόμενο· το εμπόριο δεν θεωρείται πλέον ουδέτερη δραστηριότητα, αλλά στρατηγική επιλογή. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι υποχώρηση της οικονομικής λογικής, αλλά επαναπολιτικοποίηση της οικονομίας. Οι κυβερνήσεις, αντιμέτωπες με την ευθραυστότητα των αγορών, αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση βιομηχανικής πολιτικής. Η περίοδος του νεοφιλελεύθερου αυθορμητισμού —όπου το κράτος απλώς ρύθμιζε, χωρίς να κατευθύνει— φτάνει στο τέλος της. Ο κόσμος του 2025 χαρακτηρίζεται από την αναβίωση της κρατικής στρατηγικής ως μηχανισμού ανθεκτικότητας. Το κράτος δεν υποκαθιστά την αγορά, αλλά την πλαισιώνει με θεσμική πρόνοια, επιδιώκοντας όχι την απόλυτη αποτελεσματικότητα αλλά τη βιωσιμότητα και την ανεξαρτησία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η στροφή αυτή εκφράζεται μέσω του Inflation Reduction Act και της πολιτικής επιδοτήσεων σε κρίσιμες βιομηχανίες· στην Ευρώπη, μέσω του Green Deal Industrial Plan και των νέων κανόνων για τη στρατηγική αυτάρκεια· στην Ασία, μέσω της ενίσχυσης κρατικών επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στις υποδομές. Το κοινό στοιχείο είναι ότι η οικονομική πολιτική επιστρέφει στο επίκεντρο του πολιτικού σχεδιασμού. Η επαναπολιτικοποίηση δεν αποτελεί αναχρονισμό αλλά μορφή ωρίμανσης. Για δεκαετίες, η οικονομία εκλαμβανόταν ως ουδέτερο πεδίο κανόνων· σήμερα, γίνεται και πάλι πεδίο αξιών, συμφερόντων και προτεραιοτήτων. Η λογική της απορρύθμισης, που ταύτιζε την ελευθερία με την απουσία κρατικής παρέμβασης, αντικαθίσταται από μια νέα αντίληψη ελευθερίας που στηρίζεται στη συλλογική ασφάλεια και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Οι δημοκρατίες συνειδητοποιούν ότι χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο δεν υπάρχει σταθερότητα της αγοράς. Το κράτος επανέρχεται όχι ως κατασταλτικός μηχανισμός, αλλά ως συντονιστής των συλλογικών αναγκών σε περιβάλλον αβεβαιότητας. Η οικονομία μετατρέπεται σε όργανο στρατηγικής ανθεκτικότητας: ο ενεργειακός σχεδιασμός, η ρύθμιση των δεδομένων, η πολιτική της καινοτομίας και οι πράσινες επενδύσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κυριαρχίας. Στον μεταπαγκοσμιοποιημένο κόσμο, η ανταγωνιστικότητα αποκτά ηθική και πολιτική διάσταση. Το κριτήριο δεν είναι μόνο η απόδοση, αλλά και η ευθυγράμμιση με τις αρχές της δημοκρατίας, της βιωσιμότητας και της ασφάλειας. Η τεχνολογία παύει να είναι ουδέτερη και αντιμετωπίζεται ως ζήτημα κυριαρχίας· το ποιος ελέγχει τα δεδομένα, τις υποδομές και τα δίκτυα καθορίζει τη θέση του στο νέο διεθνές σύστημα. Η οικονομική πολιτική μετασχηματίζεται έτσι σε μορφή γεωπολιτικής στρατηγικής. Η επαναπολιτικοποίηση της οικονομίας συνοδεύεται από την εμφάνιση ενός νέου είδους ρεαλισμού. Οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται ότι η ευημερία δεν είναι αυτονόητη και ότι η ανάπτυξη προϋποθέτει ασφάλεια. Ο «παγκόσμιος καταναλωτής» δίνει τη θέση του στον «πολίτη της ανθεκτικότητας», ο οποίος ζητά προστασία, σταθερότητα και πολιτικό έλεγχο. Το κράτος, αντί να υποχωρεί, επιστρέφει στο επίκεντρο της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Η νέα διεθνής οικονομία θα χαρακτηρίζεται από πιο σύνθετες μορφές συνεργασίας, αλλά και από αυξημένη συνειδητοποίηση ότι οι θεσμοί δεν είναι τεχνικοί μηχανισμοί αλλά πολιτικές συμφωνίες. Η αποδοτικότητα παύει να είναι αυτοσκοπός· η θεσμική ανθεκτικότητα γίνεται νέο κριτήριο επιτυχίας. Η Ευρώπη, περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή, καλείται να μεταφράσει αυτή τη συνθήκη σε πολιτικό λόγο: να διαμορφώσει ένα μοντέλο που θα συνδυάζει την ανοιχτότητα με την ασφάλεια, την αγορά με την κοινωνική συνοχή, και την ανάπτυξη με τη βιωσιμότητα. Ο κόσμος που αναδύεται μετά το τέλος της παγκοσμιοποίησης δεν είναι λιγότερο διασυνδεδεμένος, είναι όμως πιο συνειδητός. Η οικονομία δεν βρίσκεται πια έξω από την πολιτική αλλά στο κέντρο της· και αυτή η επιστροφή της πολιτικής στη διαχείριση των πόρων, των αξιών και των προτεραιοτήτων συνιστά ίσως την πιο ουσιαστική δημοκρατική ανανέωση
Αναζήτηση
Πρόσφατες αναρτήσεις
- Η αμερικανική κάλπη και η διεθνής τάξη: γεωπολιτικές συνέπειες των ενδιάμεσων εκλογών
- Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ ως δοκιμασία θεσμικής ισορροπίας
- Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ και το όριο της προεδρικής εξουσίας
- Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν, οι αγορές ενέργειας και το πολιτικό ρίσκο της αμερικανικής ηγεσίας ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών
- Μέση Ανατολή και παγκόσμια ισορροπία Ισχύος: Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον
Πρόσφατα σχόλια