Κατά τη δεκαετία του 1970 η Τουρκία, αντιμετώπισε πληθώρα εσωτερικών προβλημάτων εν μέσω ενός ευρύτερου διεθνούς γεωπολιτικού πλαισίου που καθοριζόταν από τη διπολική αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου. Η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952, κατείχε κομβική στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, λειτουργώντας ως προκεχωρημένο φυλάκιο του δυτικού συνασπισμού έναντι της Σοβιετικής Ένωσης. Ωστόσο, αυτή η γεωστρατηγική της βαρύτητα δεν τη θωράκισε από τις εσωτερικές αντιφάσεις, την κοινωνική πόλωση και τη θεσμική αστάθεια που τη χαρακτήριζαν εκείνη την εποχή.
Η περίοδος 1970–1980 σημαδεύτηκε από οξύτατα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Η σταδιακή αποδυνάμωση του κεμαλικού πολιτικού συστήματος, η αποσύνθεση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου και η αποτυχία συγκρότησης βιώσιμων κυβερνητικών σχημάτων –δεκατέσσερις κυβερνήσεις μέσα σε μία δεκαετία– κατέστησαν το πολιτικό σκηνικό δυσλειτουργικό. Η χώρα βυθίστηκε σε οικονομική κρίση με πληθωρισμό που το 1979 ξεπέρασε το 90%, υψηλή ανεργία, αρρυθμία στην αγορά εργασίας και νομισματική αστάθεια. Παράλληλα, η κοινωνική δυσαρέσκεια διοχετευόταν είτε σε μαζικές κινητοποιήσεις είτε σε βίαιες εκδηλώσεις στους δρόμους, με ιδεολογικά φορτισμένες συγκρούσεις να κατακλύζουν τη δημόσια σφαίρα.
Η εσωτερική αστάθεια της Τουρκίας, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, δεν μπορούσε να εξεταστεί αποκομμένα από τις περιφερειακές και διεθνείς εξελίξεις. Η κατάρρευση του φιλοαμερικανικού καθεστώτος του Σάχη στο Ιράν το 1979, η Ισλαμική Επανάσταση και η άνοδος του Αγιατολάχ Χομεϊνί στην εξουσία αποτέλεσαν ένα ισχυρό σοκ για την τουρκική πολιτική ελίτ και ιδιαίτερα για τις ένοπλες δυνάμεις, που παραδοσιακά αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως θεματοφύλακα του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Η επέκταση της ισλαμικής ιδεολογίας στην περιοχή ενέτεινε τους φόβους για αποσταθεροποίηση του κοσμικού κράτους εντός των τουρκικών συνόρων.
Η ίδια η Τουρκία βίωνε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας τη σταδιακή ενίσχυση του πολιτικού Ισλάμ, κυρίως μέσω του Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας (Millî Selâmet Partisi – MSP) υπό την ηγεσία του Νετσμεντίν Ερμπακάν. Η δημόσια έκφραση προθέσεων από τον τελευταίο περί επαναφοράς της Σαρία, του ισλαμικού νόμου, προκάλεσε αναστάτωση στους κύκλους του στρατού, οι οποίοι ερμήνευσαν τις δηλώσεις αυτές ως άμεση απειλή προς το κεμαλικό θεμέλιο του κοσμικού κράτους. Ο στρατός, ιδιαίτερα ευαίσθητος σε ζητήματα που αφορούσαν τη σχέση κράτους–θρησκείας, είχε ήδη στο παρελθόν παρέμβει θεσμικά ή και άμεσα, όπως το 1960 και το 1971, όταν διαπιστωνόταν σοβαρή απόκλιση από τις κεμαλικές αρχές.
Το πολιτικό τοπίο επιβαρυνόταν ακόμη περισσότερο από την ανεξέλεγκτη πολιτική βία. Κατά την περίοδο 1975–1980, εκτιμάται ότι περισσότεροι από 5.000 πολίτες σκοτώθηκαν σε ιδεολογικά υποκινούμενες συγκρούσεις. Ιδιαίτερα αιματηρά γεγονότα, όπως η σφαγή στην Πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης την Πρωτομαγιά του 1977, η δολοφονία φοιτητών στο Μπαχτσελιεβλέρ και η επίθεση κατά των Αλεβιτών στο Καχραμανμάρας από ακροδεξιές ομάδες, κατέδειξαν την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού. Στο ίδιο πλαίσιο, η ίδρυση του μαρξιστικού Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) το 1978 υπογράμμισε την αποτυχία του κράτους να ενσωματώσει τις εθνοτικές και κοινωνικές του περιφέρειες.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία, υπό τον στρατηγό Κενάν Εβρέν, στην εκτέλεση ενός καλά οργανωμένου στρατιωτικού πραξικοπήματος τις πρώτες πρωινές ώρες της 12ης Σεπτεμβρίου 1980. Στο διάγγελμά του, ο Εβρέν τόνισε πως οι ένοπλες δυνάμεις «ανέλαβαν την εξουσία προκειμένου να αποκαταστήσουν την τάξη και τη σταθερότητα», κατηγορώντας το πολιτικό προσωπικό για αδράνεια και ανικανότητα. Ακολούθησε αναστολή άρθρων του Συντάγματος, διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, απαγόρευση όλων των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, επιβολή στρατιωτικού νόμου σε 67 επαρχίες και περιορισμός των πολιτικών ελευθεριών.
Το πραξικόπημα του 1980 διέφερε από τα προηγούμενα τόσο σε θεσμική δομή όσο και σε στρατηγική στόχευση. Επρόκειτο για μία καθολική ανάληψη εξουσίας από το σύνολο της στρατιωτικής ιεραρχίας και όχι για πράξη συνωμοτικής μειοψηφίας. Η πολιτική αναδιάρθρωση που επακολούθησε κορυφώθηκε με την ψήφιση του Συντάγματος του 1982, το οποίο ενίσχυσε δραματικά την εκτελεστική εξουσία, επέκτεινε τον θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και περιόρισε σε θεμελιώδες επίπεδο τις ελευθερίες του λόγου, του Τύπου, της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι. Η χρήση της κουρδικής γλώσσας απαγορεύθηκε πλήρως και εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες συνελήφθησαν, δικάστηκαν ή βασανίστηκαν. Συνολικά, πάνω από 650.000 άτομα συνελήφθησαν, ενώ δεκάδες πανεπιστημιακοί και διανοούμενοι αποβλήθηκαν από τη δημόσια ζωή. Η MIT διαδραμάτισε καίριο ρόλο στις επιχειρήσεις καταστολής, συμβάλλοντας σε ένα κλίμα φόβου και ελέγχου.
Παρά την καταστολή, το νέο Σύνταγμα εγκρίθηκε μέσω δημοψηφίσματος με υψηλό ποσοστό αποδοχής, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στην επιρροή που ασκούσε ο στρατός και στον ευρύτερο φόβο της κοινωνικής αποδιοργάνωσης. Η διεθνής κοινότητα αντιμετώπισε το πραξικόπημα με αμηχανία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πάγωσε τις σχέσεις της με την Άγκυρα, ενώ η Τουρκία αποβλήθηκε προσωρινά από το Συμβούλιο της Ευρώπης λόγω των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρότι αιφνιδιασμένες, υιοθέτησαν στάση αναμονής, δίνοντας προτεραιότητα στη διατήρηση της Τουρκίας στη δυτική σφαίρα επιρροής.
Η πολιτική μετάβαση στη δημοκρατία ξεκίνησε το 1983 με τη νίκη του Τουργκούτ Οζάλ και του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας». Ο Οζάλ επιχείρησε να επαναφέρει την Τουρκία σε μία τροχιά φιλελευθεροποίησης, υιοθετώντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές εμπνευσμένες από τον Ρόναλντ Ρήγκαν και τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Παράλληλα, η επιστροφή των παλαιών πολιτικών και η αναβίωση του πολιτικού Ισλάμ –με αποκορύφωμα την άνοδο του Ερντογάν τις επόμενες δεκαετίες– υπενθύμισαν τα ιστορικά όρια του στρατιωτικού πατερναλισμού. Η πολιτική επιρροή των ενόπλων δυνάμεων παρέμεινε ισχυρή, αλλά μειούμενη, μέχρι και τις θεσμικές αναθεωρήσεις της δεκαετίας του 2010.
Η απονομιμοποίηση του πραξικοπηματικού παρελθόντος επισφραγίστηκε το 2012, όταν, με την άρση της συνταγματικής ασυλίας των στρατηγών, ξεκίνησε η ποινική δίωξη και δίκη των δύο επιζώντων πρωτεργατών του πραξικοπήματος: του στρατηγού Εβρέν και του πτεράρχου Σαχίνκαγια. Η συμβολική αυτή δίκη αντανακλούσε την πολιτική βούληση για αποστρατιωτικοποίηση του δημόσιου βίου και για οριοθέτηση του ρόλου του στρατού σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δικαίου.
Συμπεράσματα
Το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 υπήρξε κομβικής σημασίας γεγονός στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, αντικατοπτρίζοντας τις εσωτερικές αντιφάσεις ενός κράτους που επιχειρούσε να εναρμονίσει τον κοσμικό κεμαλισμό με τις αυξανόμενες κοινωνικές, πολιτισμικές και ιδεολογικές πιέσεις της μεταπολεμικής εποχής. Η μελέτη της περιόδου αυτής καθίσταται ζωτικής σημασίας για την κατανόηση της τουρκικής πολιτικής κουλτούρας, των δομικών αδυναμιών της δημοκρατίας, του ρόλου του στρατού, αλλά και των διεθνών πιέσεων που διαμόρφωσαν την πορεία της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πρόσφατα σχόλια