Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας δεν αποκτά τη μεγαλύτερη σημασία της από τη δραματική φράση ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Πολύ βαθύτερη είναι η γεωπολιτική μεταβολή που υποδηλώνει η ίδια η σύνθεση του σχήματος. Τρεις δυνάμεις που ανήκουν σε διαφορετικά υποσυστήματα ασφαλείας, διαθέτουν διαφορετικές συμμαχικές παραδόσεις και δεν συνδέονται μεταξύ τους μέσω μιας ενιαίας γεωγραφικής περιμέτρου αποφάσισαν να μετατρέψουν υφιστάμενες διμερείς στρατιωτικές σχέσεις σε τριμερή συμβατική υποχρέωση αμοιβαίας άμυνας. Η συμφωνία δηλώνει ότι αποσκοπεί στην ενίσχυση της συλλογικής αποτροπής, χωρίς όμως τα δημοσίως διαθέσιμα στοιχεία να προσδιορίζουν ακόμη συγκεκριμένα το εύρος των στρατιωτικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνει κάθε πλευρά. Την επομένη της υπογραφής, ο Hakan Fidan γνωστοποίησε ότι θα δημιουργηθούν επιτροπή υπουργών και μόνιμη γενική γραμματεία στη Σαουδική Αραβία, ενώ τα επιχειρησιακά χαρακτηριστικά του νέου μηχανισμού θα προσδιορισθούν σε επόμενο στάδιο. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε ακόμη ενώπιόν μας ολοκληρωμένη στρατιωτική οργάνωση, αλλά ένα ιδρυτικό πλαίσιο συμμαχικής θεσμοποίησης.

 Οι περισσότερες σοβαρές απειλές ασφαλείας μεταδίδονται εντονότερα σε μικρές γεωγραφικές αποστάσεις και ότι, γι’ αυτό, δημιουργούνται σχετικά διακριτά περιφερειακά πλέγματα αλληλεξάρτησης ασφαλείας. Η Μέκκα παρουσιάζει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή επιχειρεί να γεφυρώσει περισσότερα από ένα τέτοια πλέγματα: η τουρκική στρατηγική γεωγραφία εκτείνεται από τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή· η σαουδαραβική από την Ερυθρά Θάλασσα έως τον Περσικό Κόλπο και την Αραβική Χερσόνησο· η πακιστανική εντάσσεται πρωτίστως στη Νότια Ασία και στον βόρειο Ινδικό Ωκεανό. Αν ο νέος μηχανισμός αποκτήσει πραγματικό στρατιωτικό περιεχόμενο, δεν θα πρόκειται απλώς για «άλλη μία συμμαχία». Θα πρόκειται για προσπάθεια διαπεριφερειακής ενοποίησης διαφορετικών γεωγραφιών ασφαλείας, με δυνητική εμβέλεια από τη Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα μέχρι την Αραβική Θάλασσα.

Η αξία αυτής της σύνθεσης βρίσκεται κυρίως στη διαφορετικότητα των πόρων που εισφέρει κάθε κράτος. Η Τουρκία δεν προσφέρει μόνο μεγάλο στρατό, αλλά ένα ολοένα ωριμότερο αμυντικοβιομηχανικό οικοσύστημα, εμπειρία σε μη επανδρωμένα συστήματα, ναυτική κατασκευή, ηλεκτρονικό πόλεμο, πυραυλικά συστήματα, σύνθετες επιχειρησιακές δομές και μακρά πρακτική διαλειτουργικότητας μέσα σε πολυεθνικό στρατιωτικό περιβάλλον. Το Πακιστάν εισφέρει μεγάλη στρατιωτική μάζα, ισχυρή κουλτούρα αποτροπής, επιχειρησιακή εμπειρία και μια στρατηγική βαρύτητα που δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο αριθμητικά. Η Σαουδική Αραβία προσθέτει οικονομική ισχύ, δυνατότητα μεγάλης χρηματοδότησης αμυντικών προγραμμάτων, γεωοικονομική κεντρικότητα και έλεγχο κρίσιμων κόμβων της παγκόσμιας ενεργειακής και θαλάσσιας οικονομίας. Η συμφωνία δεν δημιουργεί, επομένως, έναν συνασπισμό τριών ομοίων κρατών αλλά έναν μηχανισμό συμπληρωματικής συσσώρευσης ισχύος: βιομηχανία και επιχειρησιακή γνώση από τη μία πλευρά, οικονομική και γεωοικονομική ισχύς από την άλλη, στρατηγικό βάθος και στρατιωτική μάζα από την τρίτη.

Αυτή η συμπληρωματικότητα επιτρέπει να κατανοηθεί καλύτερα και η αποτρεπτική λογική της συμφωνίας. Η ισχύς μιας συμμαχίας δεν ισούται μηχανικά με το άθροισμα των ενόπλων δυνάμεων των μελών της. Η αποτροπή λειτουργεί κυρίως μέσω της μεταβολής του υπολογισμού του δυνητικού αντιπάλου. Ένα κράτος που εξετάζει μια επιθετική ενέργεια δεν χρειάζεται απλώς να υπολογίσει την ισχύ του άμεσου στόχου· πρέπει πλέον να υπολογίσει το ενδεχόμενο ενεργοποίησης διαφορετικών στρατιωτικών, οικονομικών και γεωγραφικών πόρων από δύο ακόμη κράτη. Η συμμαχία αυξάνει επομένως όχι μόνο το πιθανό κόστος της επίθεσης αλλά και την αβεβαιότητα για τη μορφή της αντίδρασης. Στρατιωτικές μεταφορές, πληροφορίες, αεράμυνα, ναυτικές δυνάμεις, οικονομική στήριξη, τεχνολογική βοήθεια ή άμεση ανάπτυξη δυνάμεων αποτελούν διαφορετικές μορφές υποστήριξης που δεν χρειάζεται να έχουν προκαθοριστεί πλήρως για να επηρεάζουν την αποτροπή. Η στρατηγική αξία μιας αμυντικής δέσμευσης βρίσκεται εν μέρει ακριβώς στο ότι ένας εξωτερικός δρων δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο ακριβώς κόστος θα ενεργοποιήσει.

Ωστόσο, η αποτροπή δεν παράγεται από τη συμβατική γλώσσα από μόνη της. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο που πρέπει να διαχωρίζει μια σοβαρή ανάλυση από τον εντυπωσιασμό περί «νέου στρατιωτικού μπλοκ». Μια ρήτρα αμοιβαίας άμυνας αποκτά στρατηγική αξιοπιστία όταν πίσω της υπάρχει υποδομή δέσμευσης: κοινός σχεδιασμός έκτακτης ανάγκης, διασύνδεση επιτελείων, ασφαλείς επικοινωνίες, intelligence sharing, κοινές ασκήσεις, πρότυπα logistics, προετοιμασία πρόσβασης σε λιμένες και αεροδρόμια, διαδικασίες ταχείας πολιτικής απόφασης και επαρκής κατανόηση του τρόπου με τον οποίο επιχειρούν οι ένοπλες δυνάμεις των άλλων μελών. Η σημερινή Συμφωνία της Μέκκας βρίσκεται ακόμη πριν από αυτό το επίπεδο. Ο ίδιος ο Fidan τόνισε ότι οι τρεις χώρες ξεκινούν με «ταπεινά αλλά συγκεκριμένα» βήματα και ότι τα λειτουργικά ζητήματα θα καθορισθούν από τη νέα θεσμική δομή. Αυτό ακριβώς πρέπει να θεωρηθεί το μέτρο της μελλοντικής επιτυχίας: όχι πόσο ισχυρή ακούγεται η πρώτη διακήρυξη, αλλά πόσο βαθιά θα μετατραπεί σε καθημερινή στρατιωτική πρακτική.

Η απόφαση δημιουργίας μόνιμης γενικής γραμματείας έχει γι’ αυτό μεγαλύτερη σημασία από όσο υποδηλώνει η διοικητική της μορφή. Οι διεθνείς συμμαχίες γίνονται ανθεκτικές όταν παράγουν δική τους θεσμική αδράνεια. Ένας μόνιμος μηχανισμός συγκεντρώνει τεχνογνωσία, δημιουργεί γραφειοκρατική μνήμη, επιτρέπει την επεξεργασία κοινών προτάσεων και σταδιακά κάνει τη συνεργασία λιγότερο εξαρτημένη από την προσωπική σχέση των εκάστοτε ηγετών. Η σύνοδος κορυφής μπορεί να ιδρύσει μια συμμαχία· εκείνο όμως που την κρατά ζωντανή ανάμεσα στις συνόδους είναι οι χιλιάδες καθημερινές πράξεις συντονισμού. Η δημιουργία θεσμών δεν αποτελεί απλό οργανωτικό συμπλήρωμα της αποτροπής. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο μια πολιτική υπόσχεση μετατρέπεται σε προβλέψιμη προσδοκία συμπεριφοράς.

Αυτό ακριβώς φέρνει στο προσκήνιο το κλασικό δίλημμα συμμαχιών που ανέλυσε ο Glenn Snyder: τη διαρκή ένταση ανάμεσα στον φόβο εγκατάλειψης και στον φόβο παγίδευσης. Ένα κράτος επιθυμεί αρκετά ισχυρή δέσμευση ώστε να γνωρίζει ότι δεν θα μείνει μόνο του σε περίπτωση σοβαρής επίθεσης, αλλά όχι τόσο ανελαστική ώστε να υποχρεωθεί να εμπλακεί σε κάθε κρίση που προκαλεί ή αντιμετωπίζει ένας σύμμαχος. Το δίλημμα είναι ιδιαιτέρως έντονο στη Μέκκα, επειδή τα τρία κράτη δεν έχουν ταυτόσημους στρατηγικούς ορίζοντες. Η αξιοπιστία της συμφωνίας δεν θα δοκιμασθεί όταν αντιμετωπίζουν μια απολύτως κοινή, σαφή και άμεση απειλή· θα δοκιμασθεί όταν μία κρίση είναι ζωτικής σημασίας για το ένα μέλος αλλά περισσότερο απομακρυσμένη, αμφίσημη ή πολιτικά δαπανηρή για τα άλλα δύο.

Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική ανθεκτικότητα της συμφωνίας θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των μερών να διαχωρίσουν την κοινή αναγνώριση κινδύνου από την υποχρέωση ταυτόσημης στρατιωτικής αντίδρασης. Ο Fidan έχει ήδη δηλώσει ότι, σε περίπτωση επίθεσης, η έκταση και η μορφή της υποστήριξης θα αποφασίζονται μέσω διαβουλεύσεων. Η διακριτική αυτή ευχέρεια δεν είναι αναγκαστικά ένδειξη αδυναμίας. Μπορεί να επιτρέψει σε κάθε μέλος να συμβάλει εκεί όπου διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα και εκεί όπου οι εσωτερικές του πολιτικές και στρατιωτικές διαδικασίες το επιτρέπουν. Όμως δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα αξιοπιστίας: πόσο μεγάλο μπορεί να είναι το περιθώριο προσαρμογής πριν η υπόσχεση «επίθεση εναντίον ενός είναι επίθεση εναντίον όλων» χάσει ουσιαστικό αποτρεπτικό περιεχόμενο; Η τέχνη μιας επιτυχημένης συμμαχίας βρίσκεται ακριβώς στην ισορροπία ανάμεσα στη βεβαιότητα ότι θα υπάρξει αντίδραση και στην αβεβαιότητα για το ακριβές επίπεδο κλιμάκωσής της.

Η συμφωνία είναι επίσης σημαντική επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταβολή της διεθνούς πολιτικής: την υποχώρηση της λογικής των αποκλειστικών συμμαχικών στρατοπέδων και την άνοδο της στρατηγικής πολυδικτύωσης. Η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τις ήδη υφιστάμενες διεθνείς δεσμεύσεις της· αντιθέτως, η τουρκική πλευρά έχει δηλώσει ότι η νέα συμφωνία δεν αντικαθιστά υπάρχουσες συμμαχίες. Το ίδιο το γεγονός ότι ένα κράτος μπορεί να συμμετέχει ταυτόχρονα σε διαφορετικές δομές ασφαλείας δείχνει πόσο έχει αλλάξει το διεθνές περιβάλλον από τη διπολική λογική του Ψυχρού Πολέμου. Οι περιφερειακές δυνάμεις επιδιώκουν να αυξάνουν τον αριθμό των στρατηγικών τους επιλογών αντί να υποτάσσουν όλες τις σχέσεις τους σε μία αποκλειστική συμμαχική ταυτότητα.

Σε αυτή τη λογική, η Μέκκα μπορεί να θεωρηθεί όχι ως αποχώρηση από παλαιότερα συστήματα ασφαλείας αλλά ως ασφάλιση απέναντι στην υπερβολική εξάρτηση από μία μόνο πηγή ασφάλειας. Η Σαουδική Αραβία αποκτά πρόσθετα στρατιωτικά και τεχνολογικά δίκτυα· η Τουρκία αυξάνει την ικανότητά της να λειτουργεί ως πάροχος ασφαλείας και όχι απλώς ως καταναλωτής συμμαχικών εγγυήσεων· το Πακιστάν διευρύνει τον στρατηγικό του ορίζοντα προς τα δυτικά. Αυτό δεν συνιστά αναγκαστικά ενιαίο γεωπολιτικό «μπλοκ». Αντιθέτως, μπορεί να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός διεθνούς συστήματος στο οποίο οι μεσαίες δυνάμεις αρνούνται την αποκλειστικότητα και συσσωρεύουν επιλεκτικές συνεργασίες ανάλογα με το πεδίο.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θεωρία της περιφερειακής τάξης. Για δεκαετίες, μεγάλο τμήμα της ασφάλειας στον Κόλπο και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή οργανωνόταν μέσα από σχέσεις hub-and-spokes, όπου μεμονωμένα κράτη διατηρούσαν ισχυρούς δεσμούς ασφαλείας με εξωτερικές μεγάλες δυνάμεις, χωρίς αντίστοιχα ισχυρή οριζόντια περιφερειακή αρχιτεκτονική. Η Συμφωνία της Μέκκας εισάγει έναν διαφορετικό μηχανισμό: περιφερειακές και γειτονικές δυνάμεις επιχειρούν να παράγουν συλλογική αποτροπή οριζόντια, μέσω αλληλοσύνδεσης δικών τους δυνατοτήτων. Αν το εγχείρημα προχωρήσει, η σημασία του δεν θα βρίσκεται στην «αποχώρηση» κάποιας εξωτερικής δύναμης, αλλά στην αυξανόμενη ικανότητα των περιφερειακών κρατών να παράγουν μέρος της ασφάλειάς τους χωρίς να περιμένουν πάντα έναν εξωτερικό εγγυητή.

Η μεταβολή αυτή δεν πρέπει ωστόσο να εξιδανικευθεί. Η περιφερειακή αυτονομία δεν παράγει εξ ορισμού περισσότερη σταθερότητα. Νέες συμμαχίες μπορούν να ενισχύσουν την αποτροπή, αλλά μπορούν επίσης να δημιουργήσουν security dilemmas: ένα αμυντικό βήμα ενός κράτους γίνεται αντιληπτό από άλλο ως προετοιμασία επιθετικής ισχύος, οδηγώντας σε νέα στρατιωτική συσσώρευση. Η ίδια συμφωνία μπορεί συνεπώς να λειτουργήσει σταθεροποιητικά για τα μέλη της και ταυτόχρονα να αυξήσει την αβεβαιότητα άλλων δρώντων. Η θεωρία της ισορροπίας απειλής βοηθά εδώ να γίνει η σωστή διάκριση: η επίδραση μιας συμμαχίας εξαρτάται όχι μόνο από το πόση ισχύ συγκεντρώνει αλλά από το πώς ερμηνεύονται η εγγύτητα, οι επιθετικές δυνατότητες και οι πολιτικές της προθέσεις.

Η Μέκκα επιχειρεί προς το παρόν να περιορίσει αυτό το πρόβλημα μέσω της ρητής παρουσίασής της ως γενικής αμυντικής συμφωνίας που δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους. Η δήλωση αυτή έχει πολιτική αξία, αλλά η διεθνής στρατηγική δεν κρίνεται μόνο από αυτοχαρακτηρισμούς. Οι τρίτοι δρώντες θα αξιολογήσουν κυρίως την πραγματική διάταξη δυνάμεων, τις ασκήσεις, τις κοινές βάσεις, τις αμυντικές προμήθειες, τη γεωγραφία των αναπτύξεων και τους κανόνες ενεργοποίησης της συμφωνίας. Η συμμαχία θα γίνει εκείνο που οι θεσμοί και οι στρατιωτικές πρακτικές της τελικά θα την κάνουν.

Το ζήτημα της γεωγραφικής κάλυψης είναι επομένως εξαιρετικά κρίσιμο. Από τα μέχρι τώρα δημοσίως διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει αναλυτικός γεωγραφικός ορισμός αντίστοιχος με εκείνον που διαθέτουν ώριμες συνθήκες συλλογικής άμυνας. Δεν είναι σαφές, για παράδειγμα, εάν η υποχρέωση αφορά αποκλειστικά το έδαφος των τριών συμβαλλομένων ή και στρατιωτικές δυνάμεις, πλοία, αεροσκάφη και κρίσιμες εγκαταστάσεις εκτός αυτού. Η αποσαφήνιση είναι απαραίτητη όχι μόνο για τη νομική ακρίβεια αλλά για την ίδια την αποτροπή. Μια εγγύηση ασφαλείας είναι αξιόπιστη όταν ο δυνητικός αντίπαλος μπορεί να γνωρίζει ποιο όριο δεν πρέπει να υπερβεί. Υπερβολική ασάφεια μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά μπορεί επίσης να δημιουργήσει λανθασμένους υπολογισμούς.

Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απαιτεί η σχέση της συμφωνίας με το διεθνές δίκαιο. Καμία συμβατική ρήτρα αμοιβαίας άμυνας δεν δημιουργεί αυτόνομο δικαίωμα χρήσης ένοπλης βίας πέρα από τον Χάρτη του ΟΗΕ. Το άρθρο 51 αναγνωρίζει το εγγενές δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής νόμιμης άμυνας εφόσον συμβεί ένοπλη επίθεση, μέχρις ότου το Συμβούλιο Ασφαλείας λάβει τα αναγκαία μέτρα. Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου έχει επιπλέον επιμείνει ότι η αυτοάμυνα υπόκειται σε κριτήρια αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Μια νέα αμυντική συμμαχία μπορεί να προκαθορίζει την πολιτική αλληλεγγύη των μελών της· δεν μπορεί όμως να μετατρέψει κάθε διαφωνία, κάθε απειλή συμφερόντων ή κάθε στρατιωτικό επεισόδιο σε νόμιμο λόγο γενικευμένης χρήσης βίας.

Αυτή η διάκριση έχει αποφασιστική σημασία και από ελληνική σκοπιά. Η Ελλάδα έχει διαχρονικά δηλώσει ότι οι διακρατικές διαφορές πρέπει να επιλύονται ειρηνικά και στη βάση του διεθνούς δικαίου και ότι τα ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης διέπονται από το Δίκαιο της Θάλασσας. Η δημιουργία μιας νέας αμυντικής σχέσης της Τουρκίας δεν μεταβάλλει το νομικό καθεστώς του Αιγαίου, δεν δημιουργεί νέα δικαιώματα έναντι της Ελλάδας και δεν μπορεί να τροποποιήσει συμβατικές ή εθιμικές υποχρεώσεις που ισχύουν έναντι τρίτων κρατών. Η αρχή του άρθρου 34 της Σύμβασης της Βιέννης είναι σαφής: μια συνθήκη δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του. Συνεπώς, η ελληνική στρατηγική αξιολόγηση πρέπει να διαχωρίζει αυστηρά δύο επίπεδα: η Μέκκα μπορεί να αυξήσει το στρατηγικό βάθος και τις διεθνείς στρατιωτικές επιλογές της Άγκυρας, δεν έχει όμως καμία αυτοτελή ικανότητα να μεταβάλει το διεθνές νομικό καθεστώς έναντι της Ελλάδας.

Η διάκριση αυτή επιτρέπει μια νηφάλια ελληνική στρατηγική αντίδραση. Η υποτίμηση της συμφωνίας θα ήταν λάθος, επειδή η ανάπτυξη βαθύτερων αμυντικοβιομηχανικών, χρηματοδοτικών και επιχειρησιακών δεσμών μπορεί σε βάθος χρόνου να ενισχύσει πραγματικές τουρκικές δυνατότητες. Η υπερτίμησή της θα ήταν εξίσου λανθασμένη, επειδή μια ρήτρα αλληλεγγύης δεν ισοδυναμεί με αυτοματοποιημένη τριμερή στρατιωτική εμπλοκή σε κάθε τουρκική διαφορά. Η ελληνική πλευρά έχει συμφέρον να αξιολογεί συγκεκριμένα indicators: κοινά όπλα, συμπαραγωγές, κοινό command-and-control, πρόσβαση σε βάσεις, ανάπτυξη δυνάμεων, αμυντικό σχεδιασμό και νομικές διευκρινίσεις για το πεδίο εφαρμογής. Αυτά, και όχι ο συμβολικός τίτλος της συμφωνίας, θα δείξουν εάν πράγματι μεταβάλλεται η ισορροπία ισχύος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η αμυντικοβιομηχανική διάσταση. Οι συμμαχίες που επιβιώνουν πέρα από την αρχική κρίση συνήθως δημιουργούν υλικά συμφέροντα συνέχειας. Κοινές γραμμές παραγωγής, συμπαραγωγές πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων, συντήρηση, εκπαίδευση και κοινές υποδομές δημιουργούν μακροχρόνιες εξαρτήσεις που είναι δυσκολότερο να ανατραπούν από μια πρόσκαιρη πολιτική διαφωνία. Αν το τουρκικό τεχνολογικό οικοσύστημα, το σαουδαραβικό κεφάλαιο και οι πακιστανικές στρατιωτικές δυνατότητες αρχίσουν να συνδέονται σε μόνιμα προγράμματα, η σημαντικότερη κληρονομιά της Μέκκας μπορεί τελικά να μην είναι καν η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας αλλά η δημιουργία μιας διαπεριφερειακής αμυντικής βιομηχανικής αγοράς.

Σε αυτή την περίπτωση, η συμφωνία θα αποκτήσει χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν την κλασική στρατιωτική συμμαχία. Θα λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός ασφάλειας, βιομηχανικής πολιτικής, τεχνολογικής μεταφοράς και πολιτικής επιρροής. Η στρατηγική αυτονομία δεν παράγεται μόνο από τη δυνατότητα να πολεμά ένα κράτος μαζί με έναν σύμμαχο· παράγεται και από τη δυνατότητα να παράγει, να συντηρεί και να αντικαθιστά κρίσιμα στρατιωτικά συστήματα χωρίς εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό εξωτερικών προμηθευτών. Εάν η Μέκκα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, θα αποτελέσει τμήμα μιας πολύ ευρύτερης μεταβολής της παγκόσμιας αμυντικής οικονομίας.

Υπάρχει, πάντως, ένας ακόμη παράγοντας που συνηγορεί υπέρ της προσεκτικής αξιολόγησης: η προοπτική διεύρυνσης. Ο Fidan έχει ήδη δηλώσει ότι η τουρκική ηγεσία δεν αντιλαμβάνεται το σχήμα κατ’ ανάγκην ως κλειστό και ότι υπάρχει πρόθεση προσέλκυσης πρόσθετων περιφερειακών κρατών. Η επέκταση θα αύξανε τους διαθέσιμους πόρους και τη γεωγραφική βαρύτητα του μηχανισμού, αλλά θα δημιουργούσε αναπόφευκτα και προβλήματα συνοχής. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των μελών, αυξάνονται οι αποκλίσεις αντιλήψεων απειλής, τα πιθανά veto points και το πρόβλημα της άνισης κατανομής βαρών. Η εντυπωσιακή επέκταση δεν πρέπει συνεπώς να συγχέεται με την αποτελεσματική συμμαχία.

Από αυτή την άποψη, η μικρή αρχική σύνθεση μπορεί να είναι πλεονέκτημα. Τρία κράτη μπορούν, θεωρητικά, να δημιουργήσουν μεγαλύτερη πυκνότητα στρατιωτικού συντονισμού από ένα πολύ μεγαλύτερο φόρουμ. Μπορούν να αναπτύξουν ισχυρότερη αμοιβαία εποπτεία, γρηγορότερη λήψη αποφάσεων και σαφέστερη κατανομή ρόλων. Η επιτυχία της Μέκκας, επομένως, δεν πρέπει να μετρηθεί από το αν θα συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό σημαιών γύρω από ένα τραπέζι. Θα μετρηθεί από το εάν τα τρία αρχικά μέλη μπορούν να δημιουργήσουν τέτοιο επίπεδο πρακτικής αλληλεξάρτησης ώστε η υποχρέωση αμοιβαίας ασφάλειας να θεωρείται από τους ίδιους, τους τρίτους και τις στρατιωτικές γραφειοκρατίες ως πραγματική.

Το σημαντικότερο τελικά είναι να αποφευχθεί μια ψευδής διχοτομία: είτε «ιστορική νέα συμμαχία» είτε «κενή διπλωματική διακήρυξη». Οι συμμαχίες δεν γεννιούνται πλήρεις. Θεσμοποιούνται βαθμιαία, αποκτούν πρακτικές, παράγουν κοινά συμφέροντα και αποδεικνύουν —ή αποτυγχάνουν να αποδείξουν— την αξία τους όταν εμφανιστούν πραγματικά κόστη. Η Συμφωνία της Μέκκας έχει ήδη διαβεί ένα κρίσιμο όριο, επειδή μετατρέπει την ασφάλεια τριών κρατών από απλή διμερή συνεργασία σε δηλωμένη αμοιβαία υπόθεση. Δεν έχει όμως ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει αυτή τη δήλωση σε ολοκληρωμένο σύστημα στρατιωτικής δράσης.

Αν σε λίγα χρόνια υπάρχουν σταθερός πολιτικός μηχανισμός, ολοκληρωμένη στρατιωτική διαβούλευση, κοινός σχεδιασμός, διαλειτουργικές δυνατότητες, συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων, κατανεμημένοι επιχειρησιακοί ρόλοι και σαφής διαδικασία διαχείρισης κρίσεων, τότε η 7η Αυγούστου 2026 μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ιδρυτική ημερομηνία μιας νέας διαπεριφερειακής αρχιτεκτονικής. Αν οι δομές αυτές δεν εμφανισθούν, η συμφωνία θα έχει παραμείνει ένας σημαντικός μηχανισμός πολιτικής σηματοδότησης χωρίς αντίστοιχη στρατιωτική ολοκλήρωση.

Η συμφωνία της Μέκκας επιχειρεί να δημιουργήσει ένα διαφορετικό υπόδειγμα δικτυωμένης ισχύος. Δεν καταργεί τις παλιές συμμαχίες, δεν τροποποιεί το διεθνές δίκαιο και δεν δημιουργεί από μόνη της νέο περιφερειακό καθεστώς. Δημιουργεί όμως τη δυνατότητα τρεις διαφορετικές δυνάμεις, σε τρεις διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες, να αρχίσουν να αντιλαμβάνονται την ασφάλειά τους ως περισσότερο αλληλένδετη.