Η Γαλλία, χώρα με βαθειά ιστορική παράδοση στην προάσπιση των αξιών της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης, βρίσκεται σήμερα σε μια κρίσιμη καμπή που συνδυάζει κοινωνικοοικονομικές, πολιτικές και γεωπολιτικές προκλήσεις σε μια πολυσχιδή και πολυεπίπεδη κρίση. Η διαχρονική προσπάθεια φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, η αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και η σταδιακή απομάκρυνση από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης δημιούργησαν ένα περιβάλλον αυξανόμενων ανισοτήτων, περιφερειακών αποκλεισμών και αμφισβήτησης των δημοκρατικών θεσμών. Οι ανισότητες αυτές δεν περιορίζονται μόνο στο εισόδημα, αλλά εκτείνονται στην πρόσβαση σε ποιοτική παιδεία, υγειονομική περίθαλψη, κατοικία και συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση κοινωνικών κινημάτων διαμαρτυρίας, όπως τα Κίτρινα Γιλέκα, και η άνοδος πολιτικών δυνάμεων που εκμεταλλεύονται την αίσθηση αποξένωσης και κοινωνικής αδικίας.
Η οικονομική διάσταση της κρίσης είναι εμφανής μέσα από την παρατεταμένη στασιμότητα της παραγωγικής βάσης και την αδυναμία ενίσχυσης της μεσαίας τάξης, που επί δεκαετίες υπήρξε ο σταθεροποιητικός πυλώνας της γαλλικής κοινωνίας. Η μεταπολεμική εμπειρία του κεϋνσιανισμού και η πολιτική των Μιτεράν και των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων κατέδειξαν ότι η κρατική παρέμβαση μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, ενώ η δεκαετία του 1980 και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ακολούθησαν οδήγησαν σε σταδιακή απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και μείωση της κοινωνικής προστασίας. Η ανεργία, αν και συγκριτικά χαμηλότερη από άλλες χώρες του Νότου, πλήττει δυσανάλογα τους νέους και τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, παράγοντας επισφάλεια και κοινωνική δυσαρέσκεια. Η εφαρμογή μορφών επισφαλούς εργασίας, οι προσωρινές συμβάσεις και η απορρύθμιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων αποδυναμώνουν το κοινωνικό συμβόλαιο, επιβεβαιώνοντας την κεντρική θέση των θεωρητικών όπως ο Πολάνυ, που τόνιζαν τη σημασία της προστασίας της κοινωνίας απέναντι στην ανεξέλεγκτη αγορά.
Η υπέρβαση της οικονομικής διάστασης της κρίσης απαιτεί την επανενεργοποίηση του κράτους ως στρατηγικού επενδυτή και ρυθμιστή. Η Γαλλία οφείλει να προωθήσει πολιτικές ενίσχυσης της βιομηχανίας, επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ψηφιακή υποδομή και έρευνα, δημιουργώντας ταυτόχρονα ποιοτικές θέσεις εργασίας και μειώνοντας τις περιφερειακές ανισότητες. Η στρατηγική αυτή δεν μπορεί να είναι απλώς οικονομική· πρέπει να ενσωματώνει κοινωνικούς στόχους, καθώς η ανάπτυξη χωρίς κοινωνική αναδιανομή οδηγεί σε νέες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού. Η συγκριτική εμπειρία της Σουηδίας και της Γερμανίας δείχνει ότι η συνδυαστική εφαρμογή δημόσιων επενδύσεων, κοινωνικής πρόνοιας και ισχυρών θεσμών εργασίας μπορεί να περιορίσει τις ανισότητες και να ενισχύσει τη δημοκρατική συνοχή.
Η κοινωνική διάσταση της κρίσης εκδηλώνεται όχι μόνο μέσω της φτώχειας και της ανεργίας, αλλά και μέσα από την αποδυνάμωση της συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Το παραδοσιακό γαλλικό μοντέλο πρόνοιας, παρά τη μακρόχρονη ιστορία του, δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις νέες προκλήσεις, όπως η κοινωνική επισφάλεια, η μετανάστευση και η περιφερειακή ανισότητα. Η ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών, η αναδιανομή μέσω προοδευτικής φορολογίας και η ενσωμάτωση των κοινωνικών εταίρων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι απαραίτητη για την αναγέννηση της κοινωνικής συνοχής. Ο Χάμπερμας τονίζει ότι η πολιτική νομιμοποίηση συνδέεται άρρηκτα με την επικοινωνιακή διαδικασία και την ένταξη των πολιτών σε συλλογικές διαπραγματεύσεις, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ενίσχυση θεσμών συμμετοχικής δημοκρατίας στη Γαλλία.
Η πολιτική κρίση συνδέεται με την υπερσυγκεντρωτική δομή της Πέμπτης Δημοκρατίας, η οποία περιορίζει την αντιπροσώπευση και ενισχύει την αίσθηση αποξένωσης. Η ενίσχυση του κοινοβουλίου, η αναλογικότερη εκπροσώπηση και η ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών αποτελούν κρίσιμες θεσμικές τομές. Η εμπειρία άλλων χωρών, όπως η Σουηδία και η Γερμανία, αποδεικνύει ότι η θεσμική ενδυνάμωση των κοινωνικών και πολιτικών φορέων αυξάνει τη σταθερότητα και μειώνει τη λαϊκιστική πόλωση. Ταυτόχρονα, η ανάδειξη της πολιτικής συμμετοχής ως δημόσιου αγαθού μπορεί να περιορίσει την κοινωνική δυσαρέσκεια και να επαναφέρει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος.
Η γεωπολιτική διάσταση της κρίσης απαιτεί επαναπροσδιορισμό του ρόλου της Γαλλίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χώρα οφείλει να προωθήσει μια πολιτική βαθύτερης κοινωνικής ενοποίησης, με κοινούς μηχανισμούς αναδιανομής, φορολογική εναρμόνιση και κοινές βιομηχανικές πολιτικές, ώστε να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή συνοχή και η διεθνής θέση της. Παράλληλα, η εξωτερική πολιτική θα πρέπει να στραφεί προς μια μορφή συνεργασίας με τον παγκόσμιο Νότο βασισμένη στην ισότητα, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αλληλεγγύη, απομακρυνόμενη από λογικές νεοαποικιοκρατικής εξάρτησης. Η ιστορική εμπειρία της Γαλλίας, από τη Γαλλική Επανάσταση έως τις προσπάθειες για διεθνή ειρήνη και κοινωνική πρόοδο, υπογραμμίζει ότι η χώρα έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως πρότυπο προοδευτικής διεθνούς πολιτικής.
Η πολιτική και κοινωνική αναγέννηση της Γαλλίας δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς βαθιές θεσμικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που θα επαναφέρουν το κράτος ως εγγυητή κοινωνικής δικαιοσύνης, στρατηγικού επενδυτή και ρυθμιστή της αγοράς. Ο ρόλος του κράτους στη δημιουργία και προστασία θέσεων εργασίας, στην ενίσχυση της παιδείας και της υγείας και στην προώθηση πολιτικών περιβαλλοντικής βιωσιμότητας είναι κρίσιμος για την υπέρβαση της κρίσης. Η εμπειρία άλλων κρατών, όπως η Σουηδία με την κοινωνική της συνοχή και η Γερμανία με την παραγωγική της βάση, καταδεικνύει ότι η συνδυαστική προσέγγιση κράτους-κοινωνίας μπορεί να παράγει βιώσιμα αποτελέσματα, μειώνοντας ανισότητες και κοινωνικές εντάσεις.
Η υπέρβαση της κρίσης στη Γαλλία απαιτεί επίσης μια νέα στρατηγική κοινωνικής αναδιανομής και συμμετοχής, που θα ενισχύει τη δημοκρατική νομιμοποίηση και θα αναβαθμίζει τη φωνή των πολιτών. Η προοδευτική φορολογία, η ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών, η διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης και της υγείας, και η ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων αποτελούν θεμέλια για μια νέα μορφή κοινωνικής δημοκρατίας. Ο Ρωλς και ο Αμάρτια Σεν υπογραμμίζουν ότι η δικαιοσύνη και η ικανότητα επιλογής είναι θεμελιώδεις για την κοινωνική ευημερία, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διαμόρφωση πολιτικών που συνδυάζουν οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική ισότητα.
Η Γαλλία έχει την ιστορική δυνατότητα να λειτουργήσει ως πρότυπο προοδευτικής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη και παγκοσμίως. Η υπέρβαση της πολυσχιδούς κρίσης απαιτεί την επανασύσταση του κοινωνικού συμβολαίου, την ενίσχυση του κράτους, την προώθηση θεσμικών μεταρρυθμίσεων και την ενεργή συμμετοχή των πολιτών, με στόχο τη δημιουργία μιας κοινωνίας που συνδυάζει ισότητα, αλληλεγγύη και βιώσιμη ανάπτυξη. Μόνο έτσι η Γαλλία μπορεί να αποφύγει τη διολίσθηση στον κοινωνικό κατακερματισμό, να αντιμετωπίσει τις δομικές προκλήσεις της και να χαράξει ένα νέο συλλογικό όραμα αντάξιο της ιστορικής της παράδοσης και των προοδευτικών αξιών που τη διαμόρφωσαν.
Πρόσφατα σχόλια