Η συζήτηση για το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικού και βουλευτικού αξιώματος επανέρχεται στη δημόσια σφαίρα ως ζήτημα θεσμικής αναδιάταξης του κοινοβουλευτικού συστήματος, όμως στην πραγματικότητα η σημασία της είναι πολύ βαθύτερη από ό,τι αρχικά φαίνεται. Πρόκειται για ζήτημα που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της θεωρίας του κοινοβουλευτισμού, της συνταγματικής ισορροπίας μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής λειτουργίας, της δημοκρατικής νομιμοποίησης της εξουσίας, της φύσης της αντιπροσωπευτικής εντολής και της ουσιαστικής ποιότητας της πολιτικής λογοδοσίας. Με άλλα λόγια, το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή είναι ένας από τους σημαντικότερους δείκτες για το πώς αντιλαμβάνεται ένα πολιτικό σύστημα τη σχέση κυβέρνησης και Κοινοβουλίου, το εύρος της θεσμικής αυτοτέλειας της αντιπροσωπείας και τα όρια της οργανικής διείσδυσης της εκτελεστικής εξουσίας στη νομοθετική λειτουργία.
Η ιδιαιτερότητα του ζητήματος οφείλεται στο γεγονός ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα εμπεριέχει μια εγγενή συνταγματική ένταση. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση δεν είναι εξωτερικός προς τη Βουλή θεσμός, όπως συμβαίνει σε καθαρότερα προεδρικά σχήματα. Αντλεί τη νομιμοποίησή της από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της και οργανώνεται πολιτικά γύρω από αυτήν. Από την άλλη πλευρά, η Βουλή δεν παύει γι’ αυτό να είναι ο κατεξοχήν θεσμός λαϊκής αντιπροσώπευσης, το όργανο παραγωγής του νόμου, ο θεσμικός τόπος δημόσιας αντιπαράθεσης και ο φορέας κοινοβουλευτικού ελέγχου της κυβέρνησης. Το ερώτημα είναι μέχρι ποιου σημείου αυτή η αναγκαία πολιτική εγγύτητα μπορεί να εκτείνεται σε προσωπική και οργανική ταύτιση χωρίς να διαβρώνει την αυτοτέλεια της Βουλής. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και ο πυρήνας της συζήτησης περί ασυμβιβάστου.
Στην ελληνική περίπτωση, η ιστορική και πολιτειακή πρακτική έχει εδραιώσει μια ιδιαίτερα ισχυρή μορφή σύμφυσης μεταξύ κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Κατά κανόνα, οι υπουργοί προέρχονται από το σώμα των βουλευτών της πλειοψηφίας, διατηρούν τη βουλευτική τους ιδιότητα, εξακολουθούν να κατέχουν την έδρα τους, συμμετέχουν στις ψηφοφορίες και λειτουργούν ταυτόχρονα ως φορείς της εκτελεστικής πολιτικής και ως ενεργά μέλη του νομοθετικού σώματος. Η πρακτική αυτή εδράζεται στην κλασική αντίληψη περί κοινοβουλευτισμού, σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση είναι η συμπυκνωμένη πολιτική έκφραση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και, συνεπώς, είναι εύλογο τα πρόσωπα που τη συγκροτούν να αντλούνται από το ίδιο το σώμα που της παρέχει εμπιστοσύνη. Ο υπουργός, υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι απλώς διαχειριστής διοικητικών μηχανισμών, αλλά εκλεγμένος πολιτικός αντιπρόσωπος που φέρει ταυτόχρονα κυβερνητική ευθύνη και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση.
Παρά τη φαινομενική της κανονικότητα, η πρακτική αυτή γεννά ένα σοβαρό θεωρητικό και θεσμικό ερώτημα: κατά πόσον είναι συνταγματικά υγιές ο ίδιος πολιτικός παράγων να συγκεντρώνει ταυτοχρόνως τον ρόλο του κυβερνητικού φορέα, του μετόχου της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, του συμμετέχοντος στη νομοθέτηση και του προσώπου που, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, υπόκειται στον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεωρητικό. Σε πολιτικά συστήματα όπως το ελληνικό, όπου η κομματική πειθαρχία είναι έντονη, η κυβερνητική πλειοψηφία λειτουργεί συνήθως με υψηλό βαθμό εσωτερικής συσπείρωσης και η εκτελεστική εξουσία έχει παραδοσιακά προβάδισμα έναντι της Βουλής στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας, η οργανική σύμπτωση των ίδιων προσώπων στη νομοθετική και την εκτελεστική λειτουργία τείνει να ενισχύει την κυβερνητική υπεροχή. Η Βουλή, σε αυτές τις συνθήκες, κινδυνεύει να αποδυναμωθεί ως αυτοτελής θεσμός ελέγχου και να λειτουργήσει περισσότερο ως πεδίο επικύρωσης κυβερνητικών αποφάσεων παρά ως πραγματικός αντιστικτικός πόλος εντός της κρατικής αρχιτεκτονικής.
Η πολιτική επιστήμη έχει αποτυπώσει αυτή τη θεσμική διάκριση με τους όρους «fusion» και «separation», δηλαδή «σύμφυση» και «διαχωρισμός». Το μοντέλο της σύμφυσης περιγράφει κοινοβουλευτικά συστήματα στα οποία κυβέρνηση και κοινοβουλευτική πλειοψηφία συνδέονται μέσω του ίδιου πολιτικού προσωπικού. Οι υπουργοί είναι συνήθως ταυτόχρονα βουλευτές, παραμένουν μέλη του νομοθετικού σώματος και μετέχουν στην κοινοβουλευτική ζωή όχι μόνο ως ελεγχόμενα κυβερνητικά στελέχη αλλά και ως ενεργοί πλειοψηφικοί παράγοντες. Το μοντέλο του διαχωρισμού, αντιθέτως, δεν αναιρεί την κοινοβουλευτική εξάρτηση της κυβέρνησης, αλλά περιορίζει την προσωπική και οργανική της ταύτιση με τη Βουλή: όταν ένας βουλευτής αναλαμβάνει υπουργικό αξίωμα, η βουλευτική του ιδιότητα αναστέλλεται ή παύει, και η έδρα του καλύπτεται από επιλαχόντα ή αναπληρωματικό. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι αποδεικνύει ότι το ασυμβίβαστο δεν αποτελεί άρνηση του κοινοβουλευτισμού, αλλά εναλλακτική μορφή εσωτερικής οργάνωσής του.
Σημαντικό μέρος της δημόσιας συζήτησης συσκοτίζεται ακριβώς επειδή αντιμετωπίζει τη διπλή ιδιότητα είτε ως αυτονόητο γνώρισμα κάθε κοινοβουλευτικού πολιτεύματος είτε, αντίστροφα, το ασυμβίβαστο ως κατ’ ανάγκην «ανώτερη» θεσμική εκδοχή. Στην πραγματικότητα, ούτε η μία ούτε η άλλη θέση μπορούν να υποστηριχθούν με απόλυτο τρόπο. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι υπάρχουν διαφορετικά θεσμικά πρότυπα, αμφότερα δημοκρατικά νομιμοποιημένα και λειτουργικά βιώσιμα. Η διατήρηση της διπλής ιδιότητας μπορεί να ενισχύει την πολιτική συνοχή, τη σαφήνεια της κυβερνητικής νομιμοποίησης και τη διασύνδεση του υπουργού με την εκλογική του βάση. Το ασυμβίβαστο, από την άλλη, μπορεί να ενισχύει την αυτοτέλεια της Βουλής, να αποτρέπει τη συσσώρευση ρόλων και να προσδίδει μεγαλύτερη καθαρότητα στον διαχωρισμό της κυβερνητικής και της ελεγκτικής λειτουργίας. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να ανακαλυφθεί ένα αφηρημένα ορθό μοντέλο, αλλά να αποτιμηθεί ποιο θεσμικό σχήμα ανταποκρίνεται καλύτερα στη δομή, στις ανάγκες και στις παθογένειες του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος.
Οι ευρωπαϊκές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Η Γερμανία παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα κλασικού κοινοβουλευτικού μοντέλου σύμφυσης. Οι υπουργοί μπορούν να είναι μέλη της Bundestag και συχνά είναι. Το γεγονός αυτό θεωρείται πολιτικά λογικό, καθώς διασφαλίζει στενή σύνδεση μεταξύ κυβερνητικής γραμμής και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά και άμεση παρουσία των κυβερνητικών στελεχών μέσα στη νομοθετική διαδικασία. Παρόμοια λογική ακολουθούν η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, όπου η σωρευτική κατοχή των δύο ιδιοτήτων αντιμετωπίζεται ως θεμιτή και συμβατή με την κανονική λειτουργία του πολιτεύματος. Στα συστήματα αυτά, ο υπουργός-βουλευτής δεν θεωρείται θεσμική ανωμαλία, αλλά φυσική συνέχεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στην εκτελεστική εξουσία.
Από την άλλη πλευρά, το Βέλγιο, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Σουηδία και η Φινλανδία έχουν υιοθετήσει περισσότερο διακριτά σχήματα οργανικού διαχωρισμού. Στο Βέλγιο, η ασυμβατότητα υπουργικού και βουλευτικού αξιώματος είναι ρητή. Όταν ένας βουλευτής εισέρχεται στην κυβέρνηση, παύει να ασκεί τη βουλευτική του ιδιότητα και τη θέση του καταλαμβάνει το επόμενο πρόσωπο που προβλέπει το εκλογικό σύστημα. Η λογική είναι σαφής: η Βουλή πρέπει να διατηρεί ενεργή σύνθεση ανεξάρτητη από το κυβερνητικό προσωπικό. Στην Ολλανδία, η αρχή της θεσμικής διάκρισης κυβέρνησης και Κάτω Βουλής είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς η κυβέρνηση διατηρεί πολιτική εξάρτηση από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία χωρίς να ενσωματώνεται προσωπικά σε αυτήν. Στο Λουξεμβούργο, οι αναπληρωματικοί βουλευτές διασφαλίζουν τη συνέχεια της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης όταν εκλεγμένα πρόσωπα αναλαμβάνουν κυβερνητικά χαρτοφυλάκια.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σκανδιναβική εμπειρία. Στη Σουηδία και στη Φινλανδία, η ανάληψη υπουργικού αξιώματος από βουλευτή συνεπάγεται ενεργοποίηση αναπληρωματικού, ο οποίος ασκεί πλήρως τα κοινοβουλευτικά καθήκοντα για όσο διαρκεί η υπουργική θητεία. Εδώ, το ασυμβίβαστο ή η λειτουργική αναστολή της βουλευτικής ιδιότητας εντάσσονται σε ένα ευρύτερο μοντέλο θεσμικής ωριμότητας, όπου η σαφήνεια των ρόλων, η σοβαρότητα της κοινοβουλευτικής εργασίας και η αποφυγή υπερσυγκέντρωσης πολιτικής ισχύος στο ίδιο πρόσωπο θεωρούνται κεντρικές αξίες του πολιτεύματος. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία: αποδεικνύει ότι το ασυμβίβαστο δεν λειτουργεί μεμονωμένα, αλλά ευδοκιμεί όταν συνοδεύεται από υψηλής ποιότητας κοινοβουλευτική κουλτούρα, λειτουργικές επιτροπές, θεσμικό αυτοπεριορισμό και ισχυρές πρακτικές λογοδοσίας.
Ανάμεσα στα δύο αυτά πρότυπα, η γαλλική εμπειρία προσφέρει μία ενδιάμεση λύση. Εκεί, ένας βουλευτής μπορεί να εισέλθει στην κυβέρνηση, αλλά η βουλευτική του έδρα «παγώνει» και ασκείται από αναπληρωματικό, ενώ μετά την αποχώρηση από την κυβέρνηση μπορεί να επιστρέψει στη Βουλή. Η λύση αυτή έχει ιδιαίτερη θεωρητική αξία, διότι επιχειρεί να συνδυάσει δύο ανταγωνιστικές αρχές: αφενός, την ανάγκη να μη συγκεντρώνονται ενεργά τα δύο αξιώματα στο ίδιο πρόσωπο και, αφετέρου, τη διατήρηση της πολιτικής συνέχειας ανάμεσα στον εκλεγμένο αντιπρόσωπο και την έδρα του. Πρόκειται για μηχανισμό που δεν αποσυνδέει οριστικά την κυβερνητική θητεία από την αντιπροσωπευτική νομιμοποίηση, αλλά εισάγει λειτουργικό φραγμό στη διπλή άσκηση εξουσίας. Για την ελληνική συζήτηση, τέτοιες ενδιάμεσες φόρμουλες έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι δείχνουν ότι το θεσμικό φάσμα είναι πολύ ευρύτερο από ένα απλό δίλημμα μεταξύ απόλυτης σύμφυσης και απόλυτου διαχωρισμού.
Η ουσία, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στη συγκριτική ταξινόμηση, αλλά στη θεωρητική στάθμιση των επιχειρημάτων. Το βασικό επιχείρημα υπέρ του ασυμβιβάστου είναι ότι η Βουλή, για να λειτουργεί ουσιαστικά ως θεσμός ελέγχου, πρέπει να διατηρεί μεγαλύτερη οργανική αυτοτέλεια από την κυβέρνηση. Όσο περισσότερα μέλη της πλειοψηφίας μετατρέπονται σε μέλη της εκτελεστικής εξουσίας χωρίς να αποσπώνται από τη νομοθετική λειτουργία, τόσο περισσότερο η κοινοβουλευτική πλειοψηφία παύει να είναι διακριτός ελεγκτικός φορέας και γίνεται εσωτερικός βραχίονας της κυβέρνησης. Το πρόβλημα αυτό εντείνεται σε συστήματα υψηλής κομματικής πειθαρχίας, όπου η εσωτερική διαφοροποίηση της πλειοψηφίας είναι περιορισμένη και η κυβερνητική νομοθετική πρωτοβουλία κυριαρχεί. Σε αυτό το πλαίσιο, το ασυμβίβαστο προβάλλει ως θεσμικός μηχανισμός αναχαίτισης της υπερβολικής κυβερνητικοποίησης της Βουλής.
Στο επιχείρημα αυτό προστίθεται και μία δεύτερη, εξίσου σοβαρή, παράμετρος: η λειτουργική αποδοτικότητα του υπουργικού έργου. Στη σύγχρονη περίοδο, η άσκηση υπουργικών καθηκόντων συνεπάγεται τεράστιο διοικητικό, κανονιστικό και πολιτικό βάρος. Οι υπουργοί διαχειρίζονται σύνθετες δημόσιες πολιτικές, υπάγονται σε ευρωπαϊκές και διεθνείς δεσμεύσεις, συμμετέχουν σε πολλαπλά επίπεδα διακυβέρνησης και καλούνται να παρακολουθούν μεγάλου εύρους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Υπό αυτή την έννοια, η ταυτόχρονη διατήρηση πλήρους κοινοβουλευτικής ιδιότητας μπορεί να θεωρηθεί όχι πλεονέκτημα, αλλά παράγοντας διάσπασης της προσοχής και του έργου τους. Η απαλλαγή από την ενεργό βουλευτική ιδιότητα θα μπορούσε, επομένως, να επιτρέψει καθαρότερη προσήλωση στην εκτελεστική λειτουργία.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και σημαντικά επιχειρήματα κατά του ασυμβιβάστου. Το σημαντικότερο αφορά τη φύση της βουλευτικής εντολής. Ο βουλευτής δεν είναι απλώς κάτοχος μιας αφηρημένης κομματικής θέσης, αλλά εκλεγμένος αντιπρόσωπος που διαθέτει ιδιαίτερη πολιτική σχέση με το εκλογικό σώμα. Σε ένα σύστημα όπου η προσωπική εκλογική απήχηση έχει βαρύτητα, η αντικατάσταση του εκλεγμένου βουλευτή από επιλαχόντα δεν είναι πλήρως ουδέτερη. Τυπικά, ο επιλαχών διαθέτει επίσης δημοκρατική νομιμοποίηση, εφόσον μετείχε στην εκλογική διαδικασία. Πολιτικά, όμως, δεν είναι αυτονόητο ότι υποκαθιστά χωρίς απώλειες το βάρος της αρχικής εντολής. Το σημείο αυτό συνδέεται ευθέως με τη θεωρία της αντιπροσώπευσης: αν η έδρα νοείται κυρίως ως προσωπική εντολή, το ασυμβίβαστο εγείρει ζήτημα· αν νοείται κυρίως ως κομματικά και θεσμικά ενταγμένη θέση, το ζήτημα αποδυναμώνεται.
Επιπλέον, υπάρχει το επιχείρημα ότι η λογοδοσία δεν ενισχύεται πάντοτε από την οργανική απομάκρυνση του υπουργού από τη Βουλή. Ο υπουργός που παραμένει βουλευτής εκτίθεται καθημερινά στο κοινοβουλευτικό πεδίο, μετέχει στις διαδικασίες, δέχεται άμεση κριτική, συνυπάρχει με την αντιπολίτευση και την πλειοψηφία ως εκλεγμένο πρόσωπο υπό διαρκή δημόσια δοκιμασία. Αντίθετα, ο υπουργός που δεν είναι πια βουλευτής μπορεί να διατηρεί μεν κυβερνητική λογοδοσία, αλλά ενδέχεται να απομακρύνεται από εκείνη την άμεση, ενσώματη κοινοβουλευτική έκθεση που χαρακτηρίζει τον κλασικό κοινοβουλευτισμό. Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο, διότι υποχρεώνει τη συζήτηση να διακρίνει ανάμεσα στη θεσμική λογοδοσία και την προσωπικοπολιτική λογοδοσία: η πρώτη πράγματι ενισχύεται με την καθαρότερη διάκριση ρόλων, ενώ η δεύτερη δεν ενισχύεται κατ’ ανάγκην με τον ίδιο τρόπο.
Για την Ελλάδα, η αποτίμηση αυτών των επιχειρημάτων δεν μπορεί να είναι αφηρημένη. Πρέπει να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη φυσιογνωμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση πρωθυπουργοκεντρικού και κυβερνητικοκεντρικού κοινοβουλευτισμού, έντονης κομματικής πειθαρχίας, κυριαρχίας της κυβέρνησης στη νομοθετική πρωτοβουλία και σχετικής αδυναμίας της Βουλής να λειτουργήσει ως ουσιαστικό αντίβαρο πέραν των τυπικών της αρμοδιοτήτων. Αυτές οι σταθερές δεν μπορούν να αγνοηθούν. Υπό τις παρούσες συνθήκες, το επιχείρημα υπέρ ενός ηπιότερου ή ισχυρότερου ασυμβιβάστου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, ακριβώς επειδή θα μπορούσε να συμβάλει σε έναν βαθμό αποσυμπίεσης της οργανικής διείσδυσης της εκτελεστικής εξουσίας στη Βουλή. Με άλλα λόγια, το ασυμβίβαστο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο αναβάθμισης της Βουλής όχι επειδή αλλάζει το πολίτευμα, αλλά επειδή επανεξισορροπεί εσωτερικά τη λειτουργία του.
Ωστόσο, εδώ ακριβώς ελλοχεύει και η βασική παγίδα της συζήτησης. Το ασυμβίβαστο δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί ως μαγική λύση. Η αντικατάσταση του υπουργού-βουλευτή από επιλαχόντα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ισχυρότερη Βουλή, αν ο επιλαχών λειτουργεί με την ίδια κομματική πειθαρχία, αν οι κοινοβουλευτικές επιτροπές παραμένουν αδύναμες, αν η νομοθέτηση εξακολουθεί να είναι υπερσυγκεντρωμένη στην κυβέρνηση και αν η πλειοψηφία παραμένει δομικά απρόθυμη να ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο.
Σε συνταγματικό επίπεδο, η υιοθέτηση ασυμβιβάστου θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως απόπειρα εμβάθυνση της λειτουργικής διάκρισης των εξουσιών εντός του κοινοβουλευτικού πλαισίου. Θα μετέβαλλε την ένταση με την οποία το ίδιο προσωπικό ενσαρκώνει ταυτόχρονα δύο λειτουργίες. Η επιλογή αυτή έχει θεσμικό νόημα, ιδίως σε πολιτικά περιβάλλοντα όπου η Βουλή έχει ανάγκη αναβάθμισης της δικής της αυτοτέλειας. Δεν πρέπει όμως να αποσπαστεί από το ευρύτερο ερώτημα του είδους κοινοβουλευτισμού που επιδιώκεται.
Το κρίσιμο, τελικά, δεν είναι αν η Ελλάδα θα κινηθεί περισσότερο προς το βελγικό, ολλανδικό ή σκανδιναβικό μοντέλο, ούτε αν θα απομακρυνθεί από τη γερμανική ή νοτιοευρωπαϊκή πρακτική. Το ουσιώδες είναι αν η χώρα επιθυμεί να επανεξετάσει τη δομή του κοινοβουλευτισμού της υπό το πρίσμα της σημερινής πραγματικότητας, όπου οι απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας είναι πολύ υψηλότερες από εκείνες παλαιότερων περιόδων. Η συζήτηση για το ασυμβίβαστο είναι, στην πραγματικότητα, μια συζήτηση για τη θέση της Βουλής μέσα στο πολίτευμα. Είναι μια συζήτηση για το αν η αντιπροσωπεία θα συνεχίσει να λειτουργεί κυρίως ως θεσμικό έρεισμα της κυβέρνησης ή αν θα ενισχυθεί ως αυτοτελής χώρος πολιτικής επεξεργασίας, ελέγχου και λογοδοσίας. Είναι, επίσης, μια συζήτηση για το αν η κυβερνητική αποτελεσματικότητα πρέπει να οικοδομείται πάνω στην απορρόφηση της νομοθετικής λειτουργίας από την εκτελεστική ή πάνω σε πιο καθαρή και ώριμη συνεργασία διακριτών, ισχυρών θεσμών. Η ποιότητα της δημοκρατίας δεν αλλάζει μόνο με ρυθμίσεις ιδιοτήτων, αλλά με τη συνολική μεταβολή της κουλτούρας άσκησης εξουσίας. Χωρίς ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, χωρίς σοβαρότερη νομοθέτηση, χωρίς ουσιαστικότερη ευθύνη της πλειοψηφίας, χωρίς αναβάθμιση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, το ασυμβίβαστο θα κινδύνευε να παραμείνει περισσότερο διακηρυκτικό παρά μετασχηματιστικό.
Η αντιπαράθεση γύρω από το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή είναι μια από τις πιο ουσιαστικές θεσμικές συζητήσεις για την πορεία κοινοβουλευτισμού. Συμπυκνώνει το ερώτημα αν το πολιτικό σύστημα είναι διατεθειμένο να περιορίσει την οργανική επικυριαρχία της εκτελεστικής εξουσίας επί της Βουλής και να επενδύσει σε έναν περισσότερο ισορροπημένο, ώριμο και απαιτητικό κοινοβουλευτισμό. Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με συνθήματα, ούτε με μηχανικές συγκρίσεις με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οφείλει να δοθεί μέσα από αυστηρή συνταγματική κρίση, με συναίσθηση της ιστορικής ιδιομορφίας της Ελλάδας, με γνώση των ευρωπαϊκών παραδειγμάτων και με καθαρή επίγνωση ότι η δημοκρατική ποιότητα εξαρτάται όχι μόνο από την τυπική διάκριση ρόλων, αλλά από την πραγματική βούληση των θεσμών να λειτουργήσουν με πνεύμα αυτοσυγκράτησης, αμοιβαίου ελέγχου και θεσμικής ευθύνης. Μόνον τότε η συζήτηση για το ασυμβίβαστο θα μεταβληθεί από αφορμή πρόσκαιρης πολιτικής αντιπαράθεσης σε αυθεντικό πεδίο συνταγματικής αυτογνωσίας και ουσιαστικής δημοκρατικής αναβάθμισης.
Πρόσφατα σχόλια