Η δέσμευση του ΝΑΤΟ στη Χάγη για επένδυση 5% του ΑΕΠ έως το 2035 σημαίνει ότι η άμυνα επιστρέφει στο κέντρο της δημοσιονομικής, βιομηχανικής και κοινωνικής συζήτησης. Το ΝΑΤΟ ορίζει πλέον την ασφάλεια όχι μόνο ως στρατιωτική ισχύ, αλλά ως συνολική κρατική και κοινωνική ικανότητα αντοχής σε κρίσεις, επιθέσεις, κυβερνοαπειλές, υπονομεύσεις υποδομών και μακρά περίοδο στρατηγικής έντασης.
Το πρόβλημα είναι ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν είχαν οργανώσει την πολιτική τους κουλτούρα γύρω από μια τόσο παρατεταμένη αμυντική επιβάρυνση. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μεγάλο μέρος της Ευρώπης έζησε μέσα στη λογική του ειρηνικού μερίσματος: χαμηλότερες στρατιωτικές απαιτήσεις, μεγαλύτερη έμφαση στο κοινωνικό κράτος, στις υποδομές, στην εσωτερική αγορά, στην πράσινη μετάβαση και στη δημοσιονομική σταθερότητα. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία διέλυσε αυτή την αίσθηση ιστορικής ασφάλειας, αλλά η διάλυση μιας αυταπάτης δεν ισοδυναμεί αυτόματα με σταθερή κοινωνική συναίνεση. Οι πολίτες μπορεί να αναγνωρίζουν ότι υπάρχει απειλή, αλλά άλλο πράγμα είναι να αποδέχονται προσωρινή αύξηση δαπανών και άλλο να στηρίζουν επί μία δεκαετία ή περισσότερο μια νέα δημοσιονομική ιεράρχηση που επηρεάζει φόρους, χρέος, κοινωνικές δαπάνες, δημόσιες επενδύσεις και πολιτικές προτεραιότητες.
Η κοινωνική νομιμοποίηση της άμυνας δυσκολεύει επειδή η αμυντική δαπάνη είναι ταυτόχρονα αναγκαία και πολιτικά άβολη. Αναγκαία, επειδή χωρίς αποτροπή η Ευρώπη γίνεται ευάλωτη σε στρατιωτικό εκβιασμό, υβριδική πίεση, κυβερνοεπιθέσεις, ενεργειακές εξαρτήσεις, απειλές κατά υποδομών και αμφισβήτηση κυριαρχίας. Άβολη, επειδή κάθε αύξηση αμυντικών δαπανών γίνεται αισθητή σε κοινωνίες που ήδη πιέζονται από ακρίβεια, στεγαστική κρίση, γήρανση, κόστος υγείας, ενεργειακή μετάβαση και δημοσιονομικούς περιορισμούς. Το Reuters κατέγραψε ότι η νέα ώθηση αμυντικών δαπανών ήδη πιέζει ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς, με χώρες όπως η Γερμανία και κράτη της ανατολικής και βόρειας Ευρώπης να κινούνται πιο γρήγορα, ενώ μεγάλες οικονομίες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν σοβαρότερες δυσκολίες χρηματοδότησης.
Η πρώτη μεγάλη πολιτική δυσκολία είναι ότι η άμυνα πρέπει να εξηγηθεί όχι ως αντίπαλος του κοινωνικού κράτους, αλλά ως προϋπόθεση της κοινωνικής κανονικότητας. Αυτό απαιτεί λεπτή και σοβαρή επιχειρηματολογία. Αν οι κυβερνήσεις πουν απλώς στους πολίτες ότι πρέπει να θυσιάσουν κοινωνικές ανάγκες για εξοπλισμούς, θα δημιουργήσουν αντιδράσεις, καχυποψία και λαϊκιστική εκμετάλλευση. Αν όμως εξηγήσουν ότι χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει σταθερή οικονομία, ασφαλείς ενεργειακές ροές, προστατευμένες υποδομές, ελεύθερη πολιτική απόφαση και κοινωνικό κράτος που να μπορεί να λειτουργεί απρόσκοπτα, τότε η άμυνα εντάσσεται σε ευρύτερη λογική προστασίας του τρόπου ζωής. Η άμυνα δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας, αλλά ως οργανωμένη ασφάλεια της κοινωνικής ελευθερίας.
Η δεύτερη δυσκολία είναι ότι η συναίνεση δεν χτίζεται μόνο με απειλές. Ο φόβος μπορεί να κινητοποιήσει βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν συντηρεί μακροχρόνια δημοκρατική αποδοχή. Αν η άμυνα θεμελιωθεί μόνο στη ρωσική απειλή, οι κοινωνίες θα κουραστούν, θα αμφισβητήσουν την ένταση της απειλής ή θα θεωρήσουν ότι οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τον φόβο για να αποφύγουν κοινωνικά αιτήματα. Χρειάζεται θετικό αφήγημα: η άμυνα ως επένδυση σε βιομηχανική βάση, τεχνολογία, ανθεκτικότητα, κυβερνοασφάλεια, προστασία υποδομών, στρατηγική αυτονομία και ευρωπαϊκή αξιοπιστία. Η κοινωνική συναίνεση γίνεται ισχυρότερη όταν ο πολίτης βλέπει ότι τα χρήματα δεν πηγαίνουν σε αδιαφανείς αγορές, αλλά σε πραγματικές ικανότητες, εγχώρια παραγωγή, θέσεις εργασίας, επιστημονική καινοτομία και πρακτική προστασία.
Η τρίτη δυσκολία είναι η άνιση αντίληψη απειλής. Ένας Πολωνός, ένας Εσθονός ή ένας Φινλανδός πολίτης αντιλαμβάνεται τη ρωσική απειλή διαφορετικά από έναν Ισπανό, έναν Πορτογάλο ή έναν Ιταλό πολίτη. Για την ανατολική και βόρεια Ευρώπη, η άμυνα είναι σχεδόν υπαρξιακό ζήτημα. Για τη νότια Ευρώπη, η ασφάλεια συνδέεται επίσης με Μεσόγειο, μετανάστευση, τρομοκρατία, ενεργειακές ροές, Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Για κράτη με υψηλό δημόσιο χρέος, η συζήτηση περί 5% μπορεί να φαίνεται δημοσιονομικά σχεδόν αδύνατη. Η κοινωνική συναίνεση στην άμυνα, επομένως, δεν μπορεί να οικοδομηθεί με ενιαία ευρωπαϊκή ρητορική που αγνοεί τις εθνικές εμπειρίες. Χρειάζεται κοινό στρατηγικό πλαίσιο, αλλά εθνικά πειστικές εξηγήσεις.
Η τέταρτη δυσκολία είναι η αξιοπιστία του ίδιου του κράτους. Οι πολίτες είναι πιθανότερο να δεχθούν υψηλότερες αμυντικές δαπάνες όταν εμπιστεύονται ότι το κράτος δαπανά ορθολογικά. Αν η άμυνα συνδεθεί με σπατάλη, πελατειακές προμήθειες, καθυστερήσεις, υπερτιμολογήσεις ή εξοπλιστικά σκάνδαλα, τότε η κοινωνική συναίνεση θα διαβρωθεί. Η νομιμοποίηση της άμυνας απαιτεί διαφάνεια, κοινοβουλευτικό έλεγχο, αξιολόγηση αποτελέσματος, στρατηγικό σχεδιασμό και σύνδεση κάθε μεγάλης δαπάνης με συγκεκριμένη ικανότητα. Οι πολίτες δεν χρειάζεται να γνωρίζουν κάθε απόρρητη επιχειρησιακή λεπτομέρεια. Χρειάζεται όμως να πειστούν ότι υπάρχει σχέδιο και όχι απλώς συσσώρευση δαπανών. Η Kiel Institute έχει επισημάνει ότι, καθώς η Ευρώπη δαπανά περισσότερο από ποτέ για άμυνα, το κρίσιμο ζήτημα είναι να «δαπανήσει έξυπνα», διότι σημασία έχουν οι πραγματικές αυξήσεις ικανοτήτων και όχι μόνο οι υψηλότεροι αριθμοί.
Η πέμπτη δυσκολία είναι η διαχείριση του κοινωνικού ανταγωνισμού πόρων. Η άμυνα θα πρέπει να συνυπάρξει με υγεία, παιδεία, συντάξεις, στέγαση, πράσινη μετάβαση και ψηφιακό μετασχηματισμό. Η εύκολη απάντηση είναι να ειπωθεί ότι όλα είναι εξίσου σημαντικά. Η πραγματική πολιτική όμως απαιτεί ιεράρχηση. Αν η αύξηση αμυντικών δαπανών χρηματοδοτηθεί με περικοπές σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, θα γεννήσει αντίδραση. Αν χρηματοδοτηθεί μόνο με δανεισμό, θα μεταφέρει κόστος στο μέλλον. Αν γίνει μέσω δημιουργικής λογιστικής, θα υπονομεύσει την αξιοπιστία της. Αν συνδεθεί με παραγωγική ανασυγκρότηση και ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη νομιμοποίηση. Εδώ βρίσκεται η ουσία: η άμυνα πρέπει να σχεδιαστεί ως μέρος συνολικής στρατηγικής κράτους, όχι ως απομονωμένος στρατιωτικός λογαριασμός.
Η έκτη δυσκολία αφορά την ίδια τη δημοκρατική γλώσσα. Οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες πρέπει να μιλήσουν για άμυνα χωρίς να διολισθήσουν σε πολεμοχαρή ρητορική. Πρέπει να προετοιμάσουν κοινωνίες για κίνδυνο χωρίς να τις εκπαιδεύσουν στον φόβο. Πρέπει να αυξήσουν δαπάνες χωρίς να καλλιεργήσουν στρατιωτικοποίηση. Πρέπει να προστατεύσουν κρίσιμες υποδομές χωρίς να διευρύνουν ανεξέλεγκτα την κρατική επιτήρηση. Πρέπει να ενισχύσουν την αμυντική βιομηχανία χωρίς να παραδώσουν τη δημόσια πολιτική σε λόμπι εξοπλισμών. Η κοινωνική συναίνεση στην άμυνα είναι βιώσιμη μόνο όταν παραμένει δημοκρατική, διαφανής και ελεγχόμενη. Η άμυνα σε δημοκρατία δεν μπορεί να στηριχθεί στην παθητική υπακοή. Χρειάζεται ενημερωμένη συγκατάθεση.
Υπάρχει, πάντως, ισχυρό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί αυτή η συναίνεση. Το Ευρωβαρόμετρο της άνοιξης 2025 κατέγραψε ότι 81% των πολιτών της ΕΕ υποστήριζε κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας μεταξύ των κρατών-μελών, το υψηλότερο ποσοστό από το 2004. Παράλληλα, έρευνα του Pew Research Center το 2026 έδειξε ότι σε 13 χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ η διάμεση θετική γνώμη για τη Συμμαχία βρισκόταν στο 65%, έναντι 30% αρνητικής γνώμης. Αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν ότι οι πολίτες είναι έτοιμοι να αποδεχθούν απεριόριστες δαπάνες. Δείχνουν όμως ότι υπάρχει βασική πολιτική νομιμοποίηση για τη συνεργατική άμυνα, εφόσον οι κυβερνήσεις κατορθώσουν να τη μετατρέψουν σε συγκεκριμένη, αξιόπιστη και κοινωνικά δίκαιη πολιτική.
Η κοινωνική συναίνεση θα εξαρτηθεί, τελικά, από το αν οι κυβερνήσεις μπορούν να απαντήσουν πειστικά σε πέντε ερωτήματα. Πρώτον, ποια απειλή αντιμετωπίζουμε και γιατί είναι μακροχρόνια; Δεύτερον, ποια συγκεκριμένη ικανότητα αγοράζουμε ή παράγουμε με τα χρήματα που δαπανούμε; Τρίτον, πώς διασφαλίζουμε ότι η άμυνα δεν γίνεται αδιαφανής μεταφορά πόρων προς λίγους προμηθευτές; Τέταρτον, πώς συνδέουμε την αμυντική δαπάνη με κοινωνικό όφελος, τεχνολογία, εργασία και ανθεκτικότητα; Πέμπτον, πώς προστατεύουμε το κοινωνικό κράτος ενώ επενδύουμε περισσότερο στην ασφάλεια; Αν αυτά τα ερωτήματα δεν απαντηθούν, η συναίνεση θα είναι εύθραυστη. Αν απαντηθούν, η άμυνα μπορεί να γίνει μέρος ώριμου δημοκρατικού συμβολαίου.
Συμπερασματικά, η κοινωνική συναίνεση στην άμυνα είναι το νέο πολιτικό πρόβλημα της Ευρώπης επειδή η στρατηγική πραγματικότητα άλλαξε ταχύτερα από την κοινωνική φαντασία των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Οι πολίτες καλούνται να αποδεχθούν ότι η ασφάλεια δεν είναι δωρεάν, ότι η ειρήνη χρειάζεται αποτροπή και ότι η ευημερία προϋποθέτει προστατευμένη κυριαρχία
Πρόσφατα σχόλια