Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της να κατατάξει την Ελλάδα στις χώρες που «δεν αντιμετωπίζουν πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες» σηματοδοτεί ότι οι ευπάθειες που δημιουργούσαν κίνδυνο απότομης μακροοικονομικής αποσταθεροποίησης έχουν περιοριστεί σε βαθμό ώστε η Επιτροπή να μη θεωρεί πλέον ότι η Ελλάδα εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες ανισορροπιών της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών. Η χώρα είχε ακόμη χαρακτηριστεί ως έχουσα «υπερβολικές ανισορροπίες» το 2023, πέρασε στην απλή κατηγορία των «ανισορροπιών» το 2024 και παρέμεινε εκεί το 2025, πριν εξέλθει από αυτήν το 2026. Πρόκειται επομένως για την ολοκλήρωση μιας σταδιακής μεταβολής του ευρωπαϊκού τρόπου ανάγνωσης της ελληνικής οικονομίας και όχι για αιφνίδια στατιστική αναβάθμιση.
Η θεσμική σημασία της εξέλιξης γίνεται καθαρότερη αν αποσαφηνιστεί τι ακριβώς μετρά η ευρωπαϊκή Διαδικασία Μακροοικονομικών Ανισορροπιών. Ο μηχανισμός δημιουργήθηκε για να ανιχνεύει οικονομικές εξελίξεις που μπορούν να απειλήσουν τη σταθερότητα ενός κράτους-μέλους ή να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ευρύτερη ευρωπαϊκή οικονομία. Η αξιολόγηση δεν αποτελεί βαθμολογία συνολικής οικονομικής ποιότητας. Εξετάζει τη σοβαρότητα, την εξέλιξη και την αντιμετώπιση συγκεκριμένων μακροοικονομικών ευπαθειών: δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, εξωτερική θέση, χρηματοπιστωτικό σύστημα, αγορά εργασίας, πιστωτικές εξελίξεις, τιμές περιουσιακών στοιχείων και άλλους μηχανισμούς μέσω των οποίων μια οικονομική αδυναμία μπορεί να μετατραπεί σε συστημική αστάθεια. Οι κατηγορίες «ανισορροπία» και «υπερβολική ανισορροπία» δηλώνουν επομένως βαθμό κινδύνου και όχι κατάλογο όλων των οικονομικών προβλημάτων μιας χώρας.
Η Ελλάδα για περισσότερο από μία δεκαετία βρισκόταν στην ακριβώς αντίθετη κατάσταση. Το δημόσιο χρέος, η αδυναμία πρόσβασης στις αγορές, η έκθεση του τραπεζικού συστήματος, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η εξωτερική ανισορροπία και η μαζική ανεργία δεν αποτελούσαν απλώς χαμηλές επιδόσεις σε επιμέρους δείκτες. Αλληλεπιδρούσαν με τρόπο που μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοδότηση του κράτους, τη σταθερότητα των τραπεζών και τη θέση της χώρας στην Ευρωζώνη. Το οικονομικό πρόβλημα ήταν συστημικό: η επιδείνωση μιας μεταβλητής μπορούσε να ενεργοποιήσει αλυσιδωτή επιδείνωση των υπολοίπων. Η ύφεση επιβάρυνε το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το αυξανόμενο χρέος αύξανε το κόστος χρηματοδότησης, η δημοσιονομική προσαρμογή επιδείνωνε βραχυχρόνια την ύφεση, η ύφεση δημιουργούσε νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και η τραπεζική αδυναμία περιόριζε την πιστωτική χρηματοδότηση της οικονομίας. Η έννοια της «ανισορροπίας» είχε συνεπώς στην ελληνική περίπτωση ιδιαίτερα βαρύ περιεχόμενο.
Αυτή η δομή έχει μεταβληθεί ουσιωδώς. Το δημόσιο χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ο λόγος του προς το ΑΕΠ έχει ακολουθήσει σταθερά πτωτική πορεία: από τα επίπεδα άνω του 180% της προηγούμενης περιόδου υποχώρησε στο 146,1% το 2025, ενώ η Επιτροπή προβλέπει 140,7% το 2026 και 134,4% το 2027. Η Ελλάδα εμφάνισε το 2025 δημοσιονομικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, ενώ οι προβολές παραμένουν πλεονασματικές για τα επόμενα έτη. Η βελτίωση δεν οφείλεται σε έναν παράγοντα: συνδυάζει ονομαστική μεγέθυνση του ΑΕΠ, δημοσιονομικά πλεονάσματα, καλύτερη φορολογική συμμόρφωση, διαχείριση του χρέους και πρόωρες αποπληρωμές. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα πολύ μεγάλο απόθεμα χρέους δεν αξιολογείται πλέον ως άμεσος μηχανισμός αποσταθεροποίησης με τον τρόπο που αξιολογούνταν στη δεκαετία της κρίσης.
Ανάλογη μεταβολή έχει συντελεστεί στο τραπεζικό σύστημα. Η δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τους ισολογισμούς των τραπεζών, η βελτίωση της κεφαλαιακής τους κατάστασης και η αποκατάσταση της λειτουργίας του πιστωτικού συστήματος έχουν απομακρύνει ένα από τα βασικά κανάλια μετάδοσης της ελληνικής κρίσης. Η βελτίωση δεν είναι πλήρης. Μεγάλο απόθεμα προβληματικού ιδιωτικού χρέους έχει μεταφερθεί στους διαχειριστές απαιτήσεων και συνεχίζει να βαραίνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η Επιτροπή σημειώνει ότι στο τέλος του 2025 οι διαχειριστές απαιτήσεων είχαν υπό διαχείριση περίπου 80 δισ. ευρώ χρέους. Η διαφορά είναι ότι το πρόβλημα έχει πάψει να αποτελεί στον ίδιο βαθμό απειλή άμεσης τραπεζικής αποσταθεροποίησης και έχει μετατραπεί περισσότερο σε ζήτημα κατανομής κεφαλαίων, ιδιωτικών ισολογισμών, πτωχευτικών διαδικασιών και οικονομικής επανένταξης παραγωγικών πόρων.
Η αγορά εργασίας παρουσιάζει αντίστοιχη αλλαγή κατηγορίας. Η ανεργία, που είχε φθάσει στο 27,8% το 2013, είχε υποχωρήσει στο 10,1% το 2024 και συνέχισε να μειώνεται. Το 2025 διαμορφώθηκε κάτω από τα επίπεδα του 2008, ενώ η Επιτροπή προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση στα επόμενα έτη. Η ανεργία δεν έχει εξαφανιστεί και εξακολουθούν να υπάρχουν ιδιαίτερα υψηλή μακροχρόνια ανεργία, χαμηλότερη συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων και σημαντικές ασυμβατότητες δεξιοτήτων. Η οικονομική λειτουργία του προβλήματος έχει όμως αλλάξει. Η χώρα δεν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μαζική αχρησιμοποίητη εργασία που συμπιέζει ολόκληρη τη ζήτηση και τροφοδοτεί δημοσιονομικές και τραπεζικές δυσλειτουργίες· σε αρκετούς κλάδους αντιμετωπίζει πλέον το αντίθετο πρόβλημα, δηλαδή ελλείψεις κατάλληλου εργατικού δυναμικού.
Η εξωτερική θέση είναι το σημείο στο οποίο η εικόνα παραμένει περισσότερο σύνθετη. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθεί να είναι υψηλό. Η Επιτροπή το υπολόγισε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025 στο πλαίσιο της έκθεσης χώρας και, μετά το ενεργειακό σοκ του 2026, προβλέπει ακόμη μεγαλύτερο έλλειμμα για το τρέχον έτος. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας εξακολουθεί επίσης να είναι βαθιά αρνητική. Η έξοδος από την κατηγορία των μακροοικονομικών ανισορροπιών έγινε παρ’ όλα αυτά δυνατή επειδή η Επιτροπή δεν εξετάζει μηχανιστικά έναν μόνο δείκτη. Έλαβε υπόψη τη σύνθεση της χρηματοδότησης, τη μείωση άλλων ευπαθειών, την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική πορεία και τη βελτίωση των τραπεζικών ισολογισμών και έκρινε ότι οι εξωτερικοί κίνδυνοι είναι σήμερα περισσότερο διαχειρίσιμοι.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για την ερμηνεία της απόφασης του 2026. Η Ελλάδα δεν πέρασε από το «προβληματική οικονομία» στο «οικονομία χωρίς προβλήματα». Πέρασε από ένα καθεστώς στο οποίο οι αδυναμίες της θεωρούνταν δυνητικά αυτοενισχυόμενες και συστημικά επικίνδυνες σε ένα καθεστώς στο οποίο αξιολογούνται περισσότερο ως διαρθρωτικοί περιορισμοί της μελλοντικής επίδοσης. Η μεταβολή είναι βαθιά. Η ευρωπαϊκή επιτήρηση της προηγούμενης δεκαετίας περιστρεφόταν γύρω από τη βιωσιμότητα: θα μπορεί το κράτος να χρηματοδοτείται, θα παραμείνει σταθερό το τραπεζικό σύστημα, θα συνεχιστεί η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα διατηρηθεί η δημοσιονομική ισορροπία; Η σημερινή ευρωπαϊκή διάγνωση μετακινείται προς διαφορετικά ερωτήματα: πόσο γρήγορα μπορεί η Ελλάδα να συγκλίνει εισοδηματικά, πόσο παραγωγικές είναι οι επενδύσεις της, μπορεί να αυξήσει την εξαγωγική της ικανότητα, διαθέτει τις δεξιότητες και τους θεσμούς που απαιτεί η μακροχρόνια ανάπτυξη;
Η αλλαγή αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με το τυπικό τέλος της μεταμνημονιακής εποπτείας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μεταπρογραμματική εποπτεία, όπως και άλλα κράτη της Ευρωζώνης που έλαβαν χρηματοδοτική βοήθεια, με στόχο κυρίως να διασφαλίζεται η ικανότητα αποπληρωμής των δανείων. Η Επιτροπή δημοσίευσε προσφάτως νέα αξιολόγηση μεταπρογραμματικής εποπτείας. Επομένως η απόφαση για τις μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν τερματίζει νομικά ή θεσμικά ολόκληρη τη μεταπρογραμματική αρχιτεκτονική.
Μπορεί όμως να θεωρηθεί ουσιαστικό τέλος μιας άλλης, βαθύτερης μεταμνημονιακής περιόδου: της περιόδου κατά την οποία η Ελλάδα αντιμετωπιζόταν συστηματικά ως οικονομία με ειδικά συσσωρευμένα προβλήματα σταθερότητας που την διαφοροποιούσαν ποιοτικά από την ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Για πολλά χρόνια η οικονομική πολιτική μπορούσε να οργανώνεται γύρω από έναν σχετικά σαφή εξωτερικό περιορισμό: δημοσιονομική εξυγίανση, τραπεζική σταθεροποίηση, πρόσβαση στις αγορές, μείωση του χρέους, εφαρμογή δεσμεύσεων. Οι στόχοι ήταν αυστηροί, κοινωνικά επώδυνοι και συχνά πολιτικά αμφισβητούμενοι, αλλά διέθεταν μετρήσιμη κατεύθυνση. Η οικονομική πολιτική μετά την εξομάλυνση των ανισορροπιών είναι περισσότερο απαιτητική ως προς την ποιότητα της διακυβέρνησης επειδή τα προβλήματα γίνονται λιγότερο επιτακτικά και περισσότερο σύνθετα. Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν προκαλεί τηλεοπτική εικόνα χρεοκοπίας. Η υποεπένδυση στην έρευνα δεν κλείνει τις τράπεζες. Η χαμηλή συμμετοχή στην εργασία δεν προκαλεί μέσα σε μία εβδομάδα εκτίναξη των spreads. Η αργή εισοδηματική σύγκλιση δεν διαθέτει μία ημερομηνία κατά την οποία εκδηλώνεται ως «κρίση». Η πολιτική μπορεί επομένως να αναβάλει την αντιμετώπισή τους για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η ίδια η έκθεση της Επιτροπής αποτυπώνει αυτή τη νέα αντίφαση. Η Ελλάδα αναπτύχθηκε κατά μέσο όρο κατά 2,1% την περίοδο 2023–2025, διπλάσια περίπου από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά, το πραγματικό ΑΕΠ το 2025 παρέμενε σχεδόν 14% χαμηλότερο από την κορυφή του 2008 και το κατά κεφαλήν εισόδημα βρισκόταν μόλις στο 68,4% του μέσου όρου της Ένωσης. Η Επιτροπή εκτιμά τη μακροχρόνια πραγματική ανάπτυξη περίπου στο 1,5%, ποσοστό που συνεπάγεται μόνο αργή σύγκλιση με την Ευρώπη. Την ίδια στιγμή η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται μόλις στο 54,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι καταγράφουν τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο στην ΕΕ.
Αυτά τα στοιχεία εξηγούν γιατί η έξοδος από τις μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν πρέπει να λειτουργήσει ως διανοητικό τέλος της συζήτησης αλλά ως αλλαγή του αντικειμένου της. Το προηγούμενο πρόβλημα ήταν η υπερσυσσώρευση κινδύνου. Το επόμενο είναι η ανεπαρκής παραγωγή δυναμισμού. Η χώρα μπορεί να είναι δημοσιονομικά σταθερότερη και συγχρόνως να συγκλίνει υπερβολικά αργά. Μπορεί να μειώνει το χρέος της αλλά να έχει περιορισμένη παραγωγικότητα. Μπορεί να διαθέτει ισχυρότερο τραπεζικό σύστημα αλλά επιχειρήσεις μικρού μεγέθους με περιορισμένη δυνατότητα καινοτομίας και διεθνοποίησης. Μπορεί να εμφανίζει υψηλές επενδυτικές αυξήσεις αλλά χαμηλές επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο και έρευνα. Η μακροοικονομική εξισορρόπηση και η παραγωγική σύγκλιση είναι διαφορετικές διαδικασίες.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί και η συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων. Το Ταμείο Ανάκαμψης έχει λειτουργήσει ως εξαιρετικά ισχυρός επιταχυντής επενδύσεων και ζήτησης. Η Επιτροπή εκτιμά ότι το 2026 το ελληνικό ΑΕΠ μπορεί να είναι σχεδόν 4,5% υψηλότερο από ό,τι θα ήταν χωρίς τις παρεμβάσεις του σχεδίου. Ταυτόχρονα προβλέπει επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης από 1,8% το 2026 σε 1,6% το 2027, καθώς ολοκληρώνεται η εφαρμογή του Ταμείου. Η μετάβαση αυτή θα αποτελέσει κρίσιμη δοκιμασία: η εξισορρόπηση θα έχει μεγαλύτερη οικονομική αξία εάν η οικονομία μπορέσει να διατηρήσει ισχυρή επενδυτική και παραγωγική δυναμική όταν μειωθεί η εξαιρετικά μεγάλη ευρωπαϊκή χρηματοδοτική ώθηση.
Η Ελλάδα αρχίζει να αξιολογείται με κριτήριο εάν μπορεί να πλησιάσει αρκετά γρήγορα το ευρωπαϊκό παραγωγικό σύνορο. Το σημείο αναφοράς αλλάζει. Για χρόνια ήταν η αποφυγή της επιστροφής στην κρίση. Σήμερα γίνεται η δυνατότητα ουσιαστικής σύγκλισης.
Η έξοδος από τις μακροοικονομικές ανισορροπίες είναι επομένως πραγματικό επίτευγμα όχι όμως και πιστοποιητικό ολοκλήρωσης της οικονομικής μετάβασης. Σηματοδοτεί ότι η Ελλάδα έχει σε μεγάλο βαθμό μετακινηθεί από την οικονομία της επείγουσας σταθεροποίησης στην οικονομία των μακροχρόνιων διαρθρωτικών επιλογών. Η επιτυχία της επόμενης περιόδου δεν θα μετρηθεί κυρίως από το αν η χώρα αποφύγει μια νέα χρεοκοπία. Θα μετρηθεί από το αν η σταθερότητα που απέκτησε μπορεί να μετατραπεί σε επαρκή επενδυτική ικανότητα, υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη εξαγωγική βάση και ουσιαστική εισοδηματική σύγκλιση. Η αλλαγή της ευρωπαϊκής κατηγορίας είναι σημαντική ακριβώς επειδή μεταθέτει την ευθύνη από τη διαχείριση μιας κληρονομημένης κρίσης στη διαμόρφωση της οικονομίας που θα τη διαδεχθεί.
Πρόσφατα σχόλια