Η πολιτική απόφαση για την έναρξη μιας στρατιωτικής επιχείρησης μπορεί να ληφθεί σε σύντομο χρόνο, η ικανότητα όμως διεξαγωγής αμφίβιας και αεραποβατικής ενέργειας, δημιουργίας προγεφυρώματος, μεταφοράς βαρέων μέσων, διατήρησης αεροπορικής κάλυψης και συνεχούς ανεφοδιασμού δεν συγκροτείται αυτοσχεδιαστικά. Προϋποθέτει σχέδια, εξοπλισμό, εκπαίδευση, διακλαδικό συντονισμό, χαρτογράφηση του εδάφους και πολιτική κατανόηση του διεθνούς περιβάλλοντος. Οι κρίσεις του 1964 και του 1967 υπήρξαν κρίσιμοι σταθμοί αυτής της διαδικασίας, επειδή επέτρεψαν στην Τουρκία να δοκιμάσει επιμέρους εργαλεία ισχύος, να αξιολογήσει τις δικές της αδυναμίες και να παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσαν η Κυπριακή Δημοκρατία και οι εξωτερικοί δρώντες.

Ο όρος «επιχειρησιακές πρόβες» πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Δεν σημαίνει ότι το 1964 ή το 1967 εκτελέστηκε μια μικρογραφία της επιχείρησης του 1974 ούτε ότι υπήρχε ένα αμετάβλητο δεκαετές σχέδιο που εφαρμοζόταν μηχανικά. Τα κράτη καταρτίζουν πολλαπλά σχέδια, τα τροποποιούν και συχνά δεν τα εφαρμόζουν ποτέ. Οι προηγούμενες κρίσεις λειτούργησαν ως πραγματικά εργαστήρια στρατηγικής μάθησης. Η κινητοποίηση που τελικά αναστέλλεται αποκαλύπτει τον χρόνο συγκέντρωσης δυνάμεων. Η απόβαση που εξετάζεται αλλά δεν πραγματοποιείται φανερώνει τις ελλείψεις σε πλοία, επικοινωνίες, αεροπορική κάλυψη και διοίκηση. Η περιορισμένη αεροπορική επιχείρηση επιτρέπει την αξιολόγηση της αντίδρασης του αντιπάλου. Η διεθνής μεσολάβηση καταγράφει πόσο γρήγορα κινούνται οι μεγάλες δυνάμεις, τι προσπαθούν πρωτίστως να αποτρέψουν και ποιες πιέσεις είναι διατεθειμένες να ασκήσουν.

Η κρίση του 1964 αποτέλεσε τον πρώτο ολοκληρωμένο κύκλο αυτής της μάθησης. Η εκτεταμένη διακοινοτική βία, η δημιουργία και πολιορκία θυλάκων και η απειλή γενίκευσης της σύγκρουσης οδήγησαν το Συμβούλιο Ασφαλείας στην ομόφωνη υιοθέτηση του Ψηφίσματος 186 στις 4 Μαρτίου 1964 και στη συγκρότηση της UNFICYP. Η παρουσία ειρηνευτικής δύναμης εισήγαγε έναν νέο παράγοντα στο κυπριακό έδαφος, ο οποίος μπορούσε να παρατηρεί, να μεσολαβεί και να περιορίζει τη βία, αλλά δεν είχε σχεδιαστεί ως δύναμη εξαναγκαστικής απόκρουσης μεγάλης διακρατικής στρατιωτικής επιχείρησης.

Η δημιουργία της UNFICYP προσέφερε στην Τουρκία δύο αντίθετα διδάγματα. Από τη μία πλευρά, κάθε στρατιωτική ενέργεια θα πραγματοποιούνταν πλέον υπό τη φυσική παρουσία διεθνών παρατηρητών, γεγονός που αύξανε το διπλωματικό και επικοινωνιακό κόστος. Από την άλλη, η περιορισμένη εντολή της αποστολής αποκάλυπτε τη διαφορά ανάμεσα στη διεθνή παρουσία και στη διεθνή επιβολή. Η ύπαρξη ξένων ειρηνευτών δεν ισοδυναμούσε με στρατιωτική εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας. Ένας δρών που θα μπορούσε να δημιουργήσει γρήγορα τετελεσμένα είχε βάσιμους λόγους να αναμένει ότι η διεθνής αποστολή θα επιχειρούσε πρωτίστως να σταματήσει την περαιτέρω βία και να σταθεροποιήσει τη νέα γραμμή αντιπαράθεσης.

Το1964 η προοπτική τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης είχε αποκτήσει τέτοια σοβαρότητα ώστε η Ουάσιγκτον να κινητοποιηθεί για την αποτροπή της. Τα αμερικανικά διπλωματικά αρχεία καταγράφουν επείγουσες οδηγίες προς την πρεσβεία στην Άγκυρα να εκφράσει την αντίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και να απαιτήσει προηγούμενη διαβούλευση. Η προεδρική επιστολή της 5ης Ιουνίου αναφερόταν ρητά σε πληροφορίες ότι η τουρκική κυβέρνηση εξέταζε στρατιωτική επέμβαση για την κατάληψη τμήματος της Κύπρου και προειδοποιούσε για τον κίνδυνο ευρύτερου πολέμου και διεθνούς εμπλοκής.

Η αναχαίτιση εκείνης της επιλογής υπήρξε αποφασιστικό μάθημα. Αποδείκνυε ότι η Τουρκία δεν μπορούσε να αξιολογεί μια επιχείρηση αποκλειστικά με βάση τη στρατιωτική της εφικτότητα. Έπρεπε να συνυπολογίζει τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, τη συνοχή του ΝΑΤΟ, την πιθανότητα ελληνοτουρκικής σύγκρουσης και τον κίνδυνο ευρύτερης διεθνοποίησης. Η πολιτική αντίδραση ενός ισχυρού συμμάχου μπορούσε να εμποδίσει μια στρατιωτική ενέργεια ακόμη και όταν οι σχετικές προετοιμασίες είχαν προχωρήσει. Η επόμενη επέμβαση θα έπρεπε, συνεπώς, να σχεδιαστεί με τρόπο που θα μείωνε τον χρόνο διαθέσιμης εξωτερικής αντίδρασης, θα καθιστούσε το αρχικό της εύρος φαινομενικά περιορισμένο και θα παρήγαγε τετελεσμένο πριν διαμορφωθεί ενιαία διεθνής πίεση.

Ταυτόχρονα, η κρίση εξέθεσε το κενό ανάμεσα στη βούληση επέμβασης και στην αξιόπιστη δυνατότητα εκτέλεσής της. Η αμφίβια επιχείρηση αποτελεί μία από τις πλέον απαιτητικές μορφές πολέμου. Χρειάζεται ακριβή πληροφόρηση για την ακτή, τα βάθη, τα ρεύματα και τις προσβάσεις· αποβατικά και μεταγωγικά μέσα· αεροπορική προστασία· μηχανικό ικανό να ανοίξει διόδους και να εκφορτώσει οχήματα· κοινή διοίκηση ναυτικών, αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων· και εφοδιαστική αλυσίδα ικανή να τροφοδοτεί το προγεφύρωμα. Μια κινητοποίηση, ακόμη και όταν ακυρώνεται, επιτρέπει στα επιτελεία να μετρήσουν χρόνους φόρτωσης, να εντοπίσουν ασυμβατότητες και να διαπιστώσουν ποια μέσα λείπουν.

Δεν διαθέτουμε πλήρη πρόσβαση σε όλα τα εσωτερικά τουρκικά επιχειρησιακά αρχεία ώστε να παρακολουθήσουμε αναλυτικά κάθε οργανωτική αλλαγή που ακολούθησε. Η διαδοχή όμως των γεγονότων επιτρέπει ένα ισχυρό αναλυτικό συμπέρασμα: η κρίση του 1964 προσέφερε στην Άγκυρα πληροφορίες που σε διαφορετική περίπτωση θα αποκτώνταν μόνο μέσα από άσκηση μεγάλης κλίμακας ή αποτυχημένη πολεμική επιχείρηση. Το κράτος μπορούσε να αναθεωρήσει τα σχέδιά του χωρίς να έχει αναλάβει το πλήρες κόστος μιας απόβασης. Πρόκειται για μορφή μάθησης χαμηλότερου κινδύνου: η πολιτική αναστολή της ενέργειας δεν ακύρωσε τη στρατιωτική γνώση που είχε παραχθεί κατά την προετοιμασία της.

Η δεύτερη φάση της κρίσης του 1964, στην Τηλλυρία και στην περιοχή Μανσούρας–Κοκκίνων, πρόσφερε διαφορετικό είδος εμπειρίας. Η Τουρκία χρησιμοποίησε αεροπορικές επιθέσεις ως εργαλείο άμεσου εξαναγκασμού. Σύμφωνα με αμερικανικό διπλωματικό τηλεγράφημα της 9ης Αυγούστου, η τουρκική πλευρά συνέδεε τη διακοπή περαιτέρω αεροπορικών πληγμάτων με την παύση των επιχειρήσεων εναντίον των Κοκκίνων και την προοπτική αποχώρησης από περιοχές που είχαν καταληφθεί. Η στρατιωτική βία δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για να προκαλέσει απώλειες, αλλά για να επιβάλει συγκεκριμένη και χρονικά πιεστική μεταβολή συμπεριφοράς.

Η εμπειρία ανέδειξε τη χρησιμότητα της περιορισμένης ισχύος. Η Τουρκία μπορούσε να πλήξει στόχους στην Κύπρο χωρίς να αναλάβει αμέσως την πολυπλοκότητα μιας χερσαίας εισβολής. Η αεροπορική υπεροχή λειτουργούσε ως αυτόνομος μηχανισμός πίεσης, προστάτευε έναν παράκτιο θύλακα και ανάγκαζε τους εξωτερικούς δρώντες να κινητοποιηθούν για την κατάπαυση των συγκρούσεων. Το μάθημα δεν ήταν ότι η αεροπορία μπορούσε να υποκαταστήσει πάντοτε τη χερσαία κατοχή. Ήταν ότι υπήρχε μια κλίμακα επιλογών μεταξύ της διπλωματικής διαμαρτυρίας και της πλήρους εισβολής, πάνω στην οποία η Άγκυρα μπορούσε να κλιμακώνει ελεγχόμενα.

Τα Κόκκινα είχαν ιδιαίτερη σημασία και για τη γεωγραφική μάθηση. Οι θύλακες δεν ήταν μόνο κοινότητες τις οποίες η Τουρκία επικαλούνταν ότι προστάτευε. Αποτελούσαν κόμβους επικοινωνίας, συλλογής πληροφοριών, διοικητικής οργάνωσης και δυνητικής υποστήριξης εξωτερικής ενέργειας. Η διατήρηση παράκτιου θυλάκου πρόσφερε γνώση για τις δυνατότητες θαλάσσιας σύνδεσης, τη συμπεριφορά των τοπικών δυνάμεων και την επίδραση της αεροπορικής κάλυψης. Παράλληλα, η συνολική κατανομή των θυλάκων έδινε στην Τουρκία έναν λεπτομερή χάρτη εσωτερικών σημείων στα οποία μια μελλοντική εξωτερική δύναμη θα μπορούσε να επιδιώξει σύνδεση, ανεφοδιασμό ή πολιτικοστρατιωτική συνεργασία.

Η κρίση του 1964 επέτρεψε επίσης τη μελέτη του πληροφοριακού και νομικοπολιτικού πεδίου. Η επίκληση προστασίας της τουρκοκυπριακής κοινότητας παρείχε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η στρατιωτική πίεση παρουσιαζόταν ως απάντηση σε επείγουσα απειλή. Η διεθνής νομιμότητα της επίκλησης παρέμενε αμφισβητούμενη, αλλά το πολιτικό της αποτέλεσμα ήταν ουσιώδες: ανάγκαζε τους τρίτους να συζητούν όχι μόνο την απαγόρευση επέμβασης, αλλά και την κατάσταση ασφάλειας της κοινότητας. Έτσι, η Τουρκία μπορούσε να συνδέει τη στρατιωτική της προετοιμασία με συγκεκριμένο προστατευτικό αφήγημα και να μεταφέρει μέρος του διπλωματικού βάρους προς την απαίτηση αλλαγής των συνθηκών επί του νησιού.

Από την κρίση του 1964 προέκυψε επομένως ένα σύνθετο σύνολο μαθημάτων. Η στρατιωτική απειλή μπορούσε να προκαλέσει άμεση διαμεσολάβηση· η αεροπορική ισχύς μπορούσε να επιτύχει περιορισμένους σκοπούς· οι παράκτιοι θύλακες διέθεταν επιχειρησιακή αξία· η UNFICYP δεν αποτελούσε δύναμη εξαναγκαστικής αποτροπής· και η αμερικανική αντίδραση μπορούσε να αναστείλει την ενέργεια όταν εκδηλωνόταν πριν από τη δημιουργία τετελεσμένου. Τα επιτελεία είχαν πλέον σαφέστερη εικόνα τόσο του πεδίου όσο και της διεθνούς «καμπύλης αντίδρασης».

Η κρίση του 1967 υπήρξε ο δεύτερος μεγάλος κύκλος μάθησης, περισσότερο ώριμος ως προς τη σύνδεση στρατιωτικής απειλής και συγκεκριμένων πολιτικών απαιτήσεων. Οι συγκρούσεις της 15ης Νοεμβρίου στον Άγιο Θεόδωρο και στην Κοφίνου προκάλεσαν άμεση τουρκική αντίδραση. Την επόμενη ημέρα η Άγκυρα απαίτησε τον τερματισμό των επιχειρήσεων και απείλησε με στρατιωτική επέμβαση. Ακολούθησε δέσμη συγκεκριμένων απαιτήσεων που περιλάμβανε απομάκρυνση στρατιωτικών δυνάμεων από το νησί, αποζημίωση των θυμάτων και άρση περιορισμών σε βάρος των Τουρκοκυπρίων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέστειλαν ειδικό διαμεσολαβητή, ο οποίος μετακινήθηκε διαδοχικά μεταξύ Άγκυρας, Αθήνας και Λευκωσίας από τις 23 Νοεμβρίου έως τις 4 Δεκεμβρίου.

Σε αντίθεση με την περισσότερο ρευστή απειλή του 1964, το 1967 η Τουρκία εμφάνισε σαφέστερη αρχιτεκτονική εξαναγκασμού. Προσδιόρισε ποια αλλαγή απαιτούσε, έθεσε την προοπτική στρατιωτικής επέμβασης ως κόστος της μη συμμόρφωσης και άφησε χώρο σε τρίτους δρώντες να μεταφέρουν τις απαιτήσεις της. Η στρατιωτική κινητοποίηση και η διπλωματική διαδικασία δεν αποτελούσαν ανταγωνιστικές επιλογές. Λειτουργούσαν συμπληρωματικά: η κινητοποίηση καθιστούσε τη διαμεσολάβηση επείγουσα, ενώ η διαμεσολάβηση μετέτρεπε την απειλή σε συγκεκριμένες παραχωρήσεις χωρίς να απαιτηθεί η ανάληψη του πλήρους πολεμικού κόστους.

Η έκβαση προσέφερε ισχυρή επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας της εξαναγκαστικής διπλωματίας. Η Τουρκία διαπίστωσε ότι δεν ήταν αναγκαίο να πραγματοποιήσει κάθε απειλούμενη ενέργεια για να επιτύχει μεταβολή της στρατηγικής κατάστασης. Αρκούσε η απειλή να θεωρείται αξιόπιστη και το αναμενόμενο κόστος της σύγκρουσης να είναι αρκετά υψηλό ώστε οι τρίτοι να αναλάβουν ενεργό ρόλο. Η αξιοπιστία αυτή δεν προερχόταν μόνο από τη ρητορική. Στηριζόταν στην ορατή στρατιωτική ετοιμότητα, στην προηγούμενη χρήση αεροπορικής ισχύος το 1964 και στην αντίληψη ότι η Τουρκία ήταν διατεθειμένη να αναλάβει σοβαρό κίνδυνο.

Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν το μάθημα για τις προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ. Ένα αμερικανικό τηλεγράφημα της 23ης Νοεμβρίου 1967 τόνιζε ότι η αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου αποτελούσε το κεντρικό αμερικανικό συμφέρον και χαρακτήριζε τα ίδια τα ζητήματα της Κύπρου δευτερεύοντα σε σύγκριση με τη διατήρηση της ειρήνης ανάμεσα στους δύο συμμάχους. Η διατύπωση αποκαλύπτει ότι η εξωτερική διαχείριση της κρίσης προσανατολιζόταν πρωτίστως στην αποτροπή της περιφερειακής γενίκευσης, όχι κατ’ ανάγκην στην αποκατάσταση μιας αφηρημένης ιδανικής κατάστασης στην Κύπρο.

Για την τουρκική στρατηγική, η προτεραιότητα αυτή είχε μεγάλη πρακτική σημασία. Εάν οι εξωτερικοί δρώντες ενδιαφέρονταν κυρίως να εμποδίσουν ευρύτερο πόλεμο, τότε η αξιόπιστη απειλή του πολέμου μπορούσε να λειτουργεί ως μοχλός πίεσης. Η Άγκυρα δεν χρειαζόταν να πείσει τις μεγάλες δυνάμεις ότι όλες οι απαιτήσεις της ήταν δίκαιες. Χρειαζόταν να τις πείσει ότι η μη ικανοποίηση ορισμένων απαιτήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφική κλιμάκωση. Η τρίτη δύναμη γινόταν έτσι, εκ των πραγμάτων, μεταφορέας του εξαναγκασμού προς τις άλλες πλευρές.

Το 1967 προσέφερε επίσης ακριβέστερη γνώση για τον χρόνο της διεθνούς αντίδρασης. Η Άγκυρα μπορούσε να παρατηρήσει πόσες ώρες ή ημέρες απαιτούνταν για να ενεργοποιηθούν οι πρεσβείες, να ληφθούν αποφάσεις στην Ουάσιγκτον, να οριστεί μεσολαβητής και να διαμορφωθεί πακέτο αποκλιμάκωσης. Η πληροφορία αυτή είναι επιχειρησιακής σημασίας. Ένας επιτιθέμενος που γνωρίζει το αναμενόμενο χρονικό παράθυρο εξωτερικής αντίδρασης μπορεί να προσαρμόσει τον ρυθμό της ενέργειάς του ώστε να δημιουργήσει κατάσταση δύσκολα αναστρέψιμη πριν η διεθνής πίεση κορυφωθεί.

Οι δύο κρίσεις προσέφεραν, επομένως, διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά μαθήματα. Το 1964 ανέδειξε τα όρια μιας πρόωρα ανακοινωμένης ή χρονικά εκτεταμένης προετοιμασίας, επειδή επέτρεψε στην αμερικανική διπλωματία να παρέμβει πριν από την έναρξη της απόβασης. Παράλληλα, έδειξε την αποτελεσματικότητα της περιορισμένης αεροπορικής ισχύος και την επιχειρησιακή αξία των παράκτιων θυλάκων. Το 1967 απέδειξε ότι η συνδυασμένη χρήση κινητοποίησης, τελεσιγράφου και διαμεσολάβησης μπορούσε να αποφέρει ουσιαστικές παραχωρήσεις χωρίς την πραγματοποίηση της εισβολής. Η πρώτη κρίση πρόσφερε κυρίως γνώση για τις στρατιωτικές και διεθνείς δυσκολίες· η δεύτερη για την πολιτική αξιοποίηση μιας αξιόπιστης στρατιωτικής απειλής.

Η επιχειρησιακή μάθηση δεν περιοριζόταν στις ανώτατες αποφάσεις. Κάθε κινητοποίηση επέτρεπε τη δοκιμή λιμένων φόρτωσης, μονάδων, επικοινωνιών και διαδικασιών επιμελητείας. Τα επιτελεία μπορούσαν να υπολογίσουν πόσο χρόνο χρειαζόταν η συγκέντρωση αποβατικών δυνάμεων, ποια πλοία ήταν κατάλληλα, πώς θα προστατεύονταν από αεροπορική ή ναυτική προσβολή και πόσο γρήγορα μπορούσαν να μεταφερθούν πυρομαχικά και καύσιμα. Οι αδυναμίες που εντοπίζονταν μπορούσαν να μετατραπούν σε εξοπλιστικές και εκπαιδευτικές προτεραιότητες.

Ιδιαίτερη σημασία είχε η διακλαδική διοίκηση. Μια επιχείρηση στην Κύπρο απαιτούσε ναυτικές δυνάμεις για τη μεταφορά και προστασία του στόλου, αεροπορία για κάλυψη και προσβολές, αεραποβατικές μονάδες για γρήγορη εγκατάσταση στο εσωτερικό και χερσαίες δυνάμεις ικανές να διευρύνουν και να διατηρήσουν το προγεφύρωμα. Τα διαφορετικά σώματα έπρεπε να χρησιμοποιούν συμβατές επικοινωνίες, κοινά σχέδια χρόνου και σαφείς διαδικασίες αναγνώρισης φίλιων δυνάμεων. Η επαναλαμβανόμενη προετοιμασία για επέμβαση παρείχε ευκαιρίες εντοπισμού προβλημάτων τα οποία δεν εμφανίζονται σε μια άσκηση γραφείου.

Η γεωγραφική γνώση ωρίμαζε επίσης σωρευτικά. Οι ακτές, οι ορεινοί όγκοι, οι οδικοί άξονες, οι θέσεις των θυλάκων, η απόσταση από τα αεροδρόμια και οι περιοχές πιθανής αντίστασης μπορούσαν να ενσωματώνονται σε ολοένα πιο συγκεκριμένα σχέδια. Η επιλογή σημείου απόβασης δεν αποτελεί απλή αναζήτηση μιας προσβάσιμης παραλίας. Πρέπει να εξυπηρετεί πολιτικοστρατιωτικό σκοπό: να επιτρέπει την εκφόρτωση βαρέων μέσων, να προστατεύεται από φυσικά χαρακτηριστικά, να συνδέεται με οδικούς άξονες και να οδηγεί σε γεωγραφικά και πολιτικά χρήσιμη εδαφική συνέχεια. Οι κρίσεις παρείχαν πραγματικές πληροφορίες για τις δυνατότητες αντίδρασης και για τη σημασία συγκεκριμένων περιοχών.

Εξίσου σημαντική ήταν η πληροφοριακή και ψυχολογική διάσταση. Η Τουρκία μπορούσε να παρατηρεί ποια γεγονότα κινητοποιούσαν τη διεθνή κοινή γνώμη, ποια επιχειρήματα γίνονταν αποδεκτά ως βάση επείγουσας παρέμβασης και ποια κλίμακα ισχύος προκαλούσε γενικευμένη καταδίκη. Η εμπειρία έδειχνε ότι η παρουσίαση μιας ενέργειας ως περιορισμένης, προστατευτικής και προσωρινής μπορούσε να μειώσει την αρχική διεθνή αντίδραση, ακόμη και εάν τα πραγματικά επιχειρησιακά αποτελέσματα δημιουργούσαν ευρύτερες δυνατότητες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η νομιμοποιητική αφήγηση ήταν απλώς επικοινωνιακό τέχνασμα χωρίς στρατιωτική σημασία. Η αφήγηση επηρέαζε το σχέδιο. Για να εμφανιστεί η επιχείρηση ως περιορισμένη, το πρώτο βήμα έπρεπε να έχει ελεγχόμενο μέγεθος και σαφώς προσδιορισμένο στόχο. Για να παρουσιαστεί ως προστατευτική, έπρεπε να συνδέεται γεωγραφικά με την τουρκοκυπριακή παρουσία. Για να προβληθεί ως προσωρινή, η δημόσια ρητορική έπρεπε να διαχωρίζεται από τις δυνατότητες μακροχρόνιας εδαφικής εδραίωσης. Η πολιτική αφήγηση και η επιχειρησιακή σχεδίαση αλληλοτροφοδοτούνταν.

Οι προηγούμενες κρίσεις αποκάλυπταν και τον τρόπο αντίδρασης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία μπορούσε να παρατηρεί τους χρόνους κινητοποίησης, την κατανομή των δυνάμεων, την επίδραση της αεροπορικής πίεσης, τη λειτουργία των επικοινωνιών και την αξία των τοπικών θυλάκων. Κάθε κρίση προσέφερε πληροφορίες για το πώς το κυπριακό σύστημα λάμβανε αποφάσεις και ποιες περιοχές ήταν περισσότερο ευάλωτες. Η στρατηγική μάθηση είναι σχεσιακή: το κράτος δεν μαθαίνει μόνο τις δικές του δυνατότητες, αλλά κατασκευάζει μοντέλο της συμπεριφοράς του αντιπάλου.

Η άλλη πλευρά της ίδιας διαδικασίας είναι ότι μια κρίση που αποκλιμακώνεται επιτυχώς μπορεί να δημιουργήσει ψευδή αίσθηση επιστροφής στην κανονικότητα. Η αποφυγή του πολέμου το 1964 και το 1967 ήταν σημαντικό επίτευγμα, αλλά δεν εξαφάνισε τα σχέδια επέμβασης, τις δυνατότητες στρατιωτικής πίεσης ή τις αιτίες της αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, κάθε αποκλιμάκωση άφηνε στην Τουρκία μεγαλύτερη γνώση και σε ορισμένες περιπτώσεις ευνοϊκότερη στρατηγική θέση. Το τέλος της άμεσης κρίσης δεν ισοδυναμούσε με αποκατάσταση της προηγούμενης αποτρεπτικής ισορροπίας.

Η δεκαετία 1964–1974 μπορεί έτσι να αναλυθεί ως μετάβαση από τη δυνητική στην ώριμη δυνατότητα επέμβασης. Το 1964 η Τουρκία δοκίμασε την απειλή κατάληψης εδάφους, βρέθηκε αντιμέτωπη με αποφασιστική αμερικανική αναχαίτιση και χρησιμοποίησε αεροπορικά πλήγματα για περιορισμένο εξαναγκασμό. Το 1967 επέδειξε πιο ολοκληρωμένη ικανότητα να μετατρέπει τη στρατιωτική κινητοποίηση σε συγκεκριμένο διαπραγματευτικό αποτέλεσμα. Στο διάστημα που ακολούθησε μπορούσε να βελτιώνει τα αποβατικά μέσα, τις επικοινωνίες, τον συντονισμό και την εφοδιαστική της, έχοντας πλέον πολύ σαφέστερη εικόνα του επιχειρησιακού και διπλωματικού περιβάλλοντος.

Το 1974 η συσσωρευμένη μάθηση δεν κατήργησε την αβεβαιότητα. Οι αμφίβιες επιχειρήσεις παραμένουν υψηλού κινδύνου και το αρχικό προγεφύρωμα μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες. Μείωσε όμως την αβεβαιότητα σε κρίσιμα σημεία: την πιθανή διεθνή αντίδραση, τη γεωγραφία της επέμβασης, τον ρόλο της αεροπορικής ισχύος, την αξία της ταχύτητας, τη δυνατότητα ενίσχυσης από τη θάλασσα και την πολιτική χρησιμότητα ενός περιορισμένου πρώτου βήματος. Η συσσώρευση γνώσης δεν εγγυάται την επιτυχία, αλλά μεταβάλλει το επίπεδο κινδύνου που αντιλαμβάνεται ο αποφασίζων.

Η διφασική λογική της επιχείρησης του 1974 μπορεί να κατανοηθεί μέσα από αυτό το πρίσμα. Το αρχικό στάδιο αποσκοπούσε στη δημιουργία βιώσιμου προγεφυρώματος και στη σύνδεσή του με στρατηγικά σημεία στο εσωτερικό. Η κατάπαυση του πυρός δεν εξάλειψε το στρατιωτικό πλεονέκτημα που είχε αποκτηθεί· προσέφερε χρόνο για ενίσχυση, αναδιοργάνωση και βελτίωση της εφοδιαστικής θέσης. Η δεύτερη φάση αξιοποίησε μια πραγματικότητα ήδη πολύ διαφορετική από εκείνη που υπήρχε πριν από την πρώτη απόβαση. Η μέθοδος αυτή συμβάδιζε με το μάθημα των προηγούμενων κρίσεων ότι ένα αρχικό περιορισμένο τετελεσμένο μπορεί να αλλάξει το αντικείμενο της μεταγενέστερης διπλωματίας.

Χρειάζεται, ωστόσο, να αποφεύγεται η τελεολογία. Οι κρίσεις του 1964 και του 1967 δεν καθιστούσαν την εισβολή του 1974 αναπόφευκτη. Η επιχειρησιακή ικανότητα, η πολιτική βούληση και η επιλογή της χρονικής στιγμής είναι διακριτές μεταβλητές. Η Τουρκία θα μπορούσε να διαθέτει τα μέσα χωρίς να αποφασίσει να τα χρησιμοποιήσει ή να επιλέξει περιορισμένη πίεση αντί εισβολής. Η ιστορική σημασία των προηγούμενων κρίσεων βρίσκεται στο ότι διεύρυναν το σύνολο των εφαρμόσιμων επιλογών και μείωσαν το γνωστικό και οργανωτικό κόστος της στρατιωτικής ενέργειας.

Η έννοια της «πρόβας» είναι επομένως περισσότερο ακριβής όταν αναφέρεται σε επιμέρους λειτουργίες: επιστράτευση, μεταφορά δυνάμεων, αεροπορική πίεση, διαχείριση διεθνούς αντίδρασης, εκμετάλλευση των θυλάκων, διατύπωση τελεσιγράφων και χρήση τρίτων ως μεσολαβητών. Καμία από τις κρίσεις δεν αναπαρήγαγε πλήρως την επιχείρηση του 1974. Μαζί, όμως, παρείχαν μεγάλο μέρος της γνώσης που απαιτείται για να σχεδιαστεί μια τέτοια επιχείρηση με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Το βαθύτερο στρατηγικό δίδαγμα είναι ότι κάθε κρίση λειτουργεί ως ακούσια ανταλλαγή πληροφοριών. Οι δυνάμεις που κινητοποιούνται, οι αποφάσεις που καθυστερούν, οι υποδομές που αποδεικνύονται ευάλωτες και οι πιέσεις που οδηγούν σε υποχώρηση γίνονται δεδομένα για τον επόμενο κύκλο αντιπαράθεσης. Το κράτος που επιστρέφει μετά την αποκλιμάκωση στις προηγούμενες δομές του, χωρίς να αναλύσει τι έμαθε ο αντίπαλος, εισέρχεται στην επόμενη κρίση με το ίδιο σύστημα απέναντι σε έναν περισσότερο ενημερωμένο αντίπαλο.

Οι κρίσεις του 1964 και του 1967 απέκτησαν έτσι σημασία μεγαλύτερη από την άμεση έκβασή τους. Η πρώτη δίδαξε στην Τουρκία τα όρια της διεθνούς ανοχής, τη χρησιμότητα της αεροπορικής πίεσης και τις απαιτήσεις μιας πραγματικής απόβασης. Η δεύτερη επιβεβαίωσε ότι η αξιόπιστη στρατιωτική απειλή μπορούσε να παράγει πολιτικές παραχωρήσεις και ότι η αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου αποτελούσε πρωταρχικό στόχο των εξωτερικών δυνάμεων. Στο μεσοδιάστημα, η Τουρκία διέθετε χρόνο να μετατρέψει τα διδάγματα σε οργάνωση, μέσα, διαδικασίες και αναθεωρημένα σχέδια.

Η εισβολή του 1974 αποτέλεσε το σημείο στο οποίο η πολιτική απόφαση συνάντησε μια ικανότητα που είχε ωριμάσει μέσα από επαναλαμβανόμενους κύκλους απειλής, κινητοποίησης, περιορισμένης βίας, διεθνούς διαμεσολάβησης και οργανωτικής προσαρμογής. Οι κρίσεις του 1964 και του 1967 υπήρξαν επιχειρησιακές πρόβες όχι επειδή προανήγγειλαν με βεβαιότητα την εισβολή, αλλά επειδή μείωσαν διαδοχικά την αβεβαιότητα, αποκάλυψαν τις ευπάθειες του κυπριακού χώρου και επέτρεψαν στην Τουρκία να μετατρέψει μια πολιτική απειλή σε εφαρμόσιμη στρατιωτική επιλογή.