Η κυριαρχία στα χωρικά ύδατα αποτελεί εδαφικής φύσεως εξουσία. Στην αποκλειστική οικονομική ζώνη το παράκτιο κράτος διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα και ειδικά προσδιορισμένες αρμοδιότητες χωρίς να μετατρέπεται ολόκληρη η ζώνη σε εθνική επικράτεια. Στην υφαλοκρηπίδα τα αποκλειστικά δικαιώματα αφορούν τον βυθό και το υπέδαφος, ενώ το νομικό καθεστώς των υπερκείμενων υδάτων παραμένει χωριστό. Στην ανοικτή θάλασσα διατηρούνται οι ελευθερίες που αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο και δεν επιτρέπεται η υποβολή τμήματός της σε κρατική κυριαρχία.
Η πολυπλοκότητα αυτή επιτρέπει απολύτως νόμιμες μορφές «δικαιοδοσίας χωρίς κυριαρχία». Η φράση όμως αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο όταν ένα κράτος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη ρύθμιση μιας δραστηριότητας για να δημιουργήσει την πολιτική εντύπωση μιας ευρύτερης εξουσίας που δεν του έχει απονεμηθεί. Η περίπτωση των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων προσφέρεται ακριβώς για αυτή τη διάκριση.
Ένα πάρκο δεν είναι απλώς γραμμή στον χάρτη. Μπορεί να συνοδεύεται από κανονισμούς αλιείας, περιορισμούς πρόσβασης, επιστημονική παρακολούθηση, περιβαλλοντικές άδειες, ζώνες προστασίας, επιτήρηση και κυρώσεις. Ο φορέας που ασκεί αυτές τις λειτουργίες εμφανίζεται ως αρμόδια αρχή. Στη συλλογική αντίληψη, η επανάληψη της ρύθμισης μπορεί να οδηγήσει στη σύνδεση ενός γεωγραφικού χώρου με συγκεκριμένο διοικητικό κέντρο. Έτσι παράγεται η εικόνα ελέγχου πριν ακόμη εξεταστεί αν υπάρχει ο απαιτούμενος διεθνής τίτλος.
Η νομική τάξη αντιστρέφει αυτή την ακολουθία. Πρώτα προσδιορίζεται η αρμοδιότητα και κατόπιν επιτρέπεται η άσκηση της αντίστοιχης ρυθμιστικής εξουσίας. Η θέσπιση του κανόνα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως απόδειξη ότι εκείνος που τον θέσπισε είχε ήδη την αρμοδιότητα να το πράξει.
Αυτό αποτελεί την ισχυρότερη βάση της ελληνικής αντίδρασης στις προεδρικές αποφάσεις της 15ης Αυγούστου. Η Αθήνα δεν αμφισβητεί ότι η Τουρκία έχει πλήρη δυνατότητα να προστατεύει το θαλάσσιο περιβάλλον εντός των χώρων της αρμοδιότητάς της. Αμφισβητεί την επέκταση ενός εθνικού καθεστώτος πέραν αυτών των χώρων. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ρητά ότι τα πάρκα εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων και ότι οι σχετικές μονομερείς πράξεις δεν μπορούν να επηρεάσουν ούτε τις ελευθερίες της ανοικτής θάλασσας ούτε τα ελληνικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας.
Η υφαλοκρηπίδα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική περίπτωση. Τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί αυτής είναι αποκλειστικά και δεν εξαρτώνται από κατοχή ή ρητή ανακήρυξη. Αν το παράκτιο κράτος δεν εκμεταλλεύεται τον βυθό, αυτό δεν σημαίνει ότι τρίτο κράτος μπορεί να αναλάβει τη δραστηριότητα χωρίς συναίνεσή του. Συγχρόνως, τα δικαιώματα αυτά δεν μετατρέπουν τα υπερκείμενα ύδατα σε χωρική θάλασσα.
Για την ελληνική νομική επιχειρηματολογία η συγκεκριμένη κατασκευή έχει δύο συνέπειες. Η πρώτη είναι ότι τουρκικό εθνικό καθεστώς δεν μπορεί να περιορίσει ελληνικά δικαιώματα επί του βυθού σε περιοχή ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Η δεύτερη είναι ότι ούτε η Ελλάδα πρέπει να συγχέει τα δικά της δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας με γενική κυριαρχία στα υπερκείμενα διεθνή ύδατα. Η ακρίβεια αυτή δεν αποδυναμώνει την ελληνική θέση. Την θωρακίζει, επειδή την αποσυνδέει από κάθε κατηγορία περί συμμετρικού μαξιμαλισμού.
Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση εμφανίζεται όταν εξετάζεται η λειτουργία του κανόνα απέναντι στους τρίτους. Αν η Τουρκία ανακοινώσει, για παράδειγμα, απαγόρευση συγκεκριμένης δραστηριότητας και κανένας φορέας δεν την αμφισβητήσει, μπορεί να δημιουργηθεί σταδιακά μια πρακτική προσαρμογής. Επιχειρήσεις ενδέχεται να ζητούν τουρκική άδεια για να μειώσουν τον κίνδυνο. Πλοία μπορεί να αποφεύγουν μια περιοχή. Αλιείς ενδέχεται να αλλάζουν δρομολόγια. Οι συμπεριφορές αυτές δεν απονέμουν αυτόματα διεθνές δικαίωμα στην Τουρκία. Μπορούν όμως να δημιουργήσουν μια εξωτερική εικόνα ότι η τουρκική διοίκηση αποτελεί το πρακτικό σημείο αναφοράς για τη συγκεκριμένη περιοχή.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο το δίκαιο συναντά τη στρατηγική. Η απουσία νομικού αποτελέσματος δεν συνεπάγεται απουσία πραγματικού αποτελέσματος. Ένα κράτος μπορεί να μην αποκτήσει νέο τίτλο και παρ’ όλα αυτά να αυξήσει το κόστος άσκησης των δικαιωμάτων του αντιπάλου. Αν το πετύχει, διαμορφώνει μια πρακτική σχέση ισχύος χωρίς να έχει αλλάξει τον ισχύοντα κανόνα δικαίου.
Η ελληνική αντίδραση χρειάζεται γι’ αυτό να παραμένει ακριβής και συνεχής. Η διπλωματική διαμαρτυρία αποτρέπει την εμφάνιση σιωπηρής αποδοχής της τουρκικής θέσης. Η πραγματική άσκηση νόμιμων ελληνικών δικαιωμάτων αποτρέπει κάτι διαφορετικό: τη μετατροπή της τουρκικής αξίωσης σε συμπεριφορικό περιορισμό της Ελλάδας. Το πρώτο προστατεύει τη νομική θέση. Το δεύτερο προστατεύει την πρακτική αξία της.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά εδώ η διάκριση ανάμεσα στα ελληνικά και στα τουρκικά πάρκα. Τα ελληνικά πάρκα του 2025 ανακοινώθηκαν ως προστατευόμενες περιοχές εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Η ελληνική κυβέρνηση συνέδεσε ρητά το μέτρο με την προστασία του 30% των χωρικών υδάτων της χώρας. Το νομικό θεμέλιο της ρύθμισης ήταν επομένως η ήδη υφιστάμενη ελληνική κυριαρχία.
Η Τουρκία αντέτεινε ότι στο Αιγαίο, ως ημίκλειστη θάλασσα, πρέπει να αποφεύγονται οι μονομερείς ενέργειες και επανέφερε τις γνωστές θέσεις της για ζητήματα κυριαρχίας. Η θέση αυτή δεν δημιουργεί ισοδυναμία των δύο περιπτώσεων. Η υποχρέωση ή η επιδίωξη συνεργασίας σε ημίκλειστες θάλασσες αφορά τον συντονισμό κατά την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των παράκτιων κρατών. Δεν μετατρέπει την κυριαρχία ενός κράτους στα χωρικά του ύδατα σε κοινή αρμοδιότητα των παράκτιων κρατών. Το άρθρο 123 καλεί σε συνεργασία· δεν εγκαθιδρύει συγκυριαρχία.
Ακόμη περισσότερο, η νέα διεθνής αρχιτεκτονική για τις περιοχές πέραν εθνικής δικαιοδοσίας αποδυναμώνει την αντίληψη ότι η θαλάσσια προστασία μπορεί να χρησιμοποιείται ως εθνική διοικητική επέκταση. Η Συμφωνία BBNJ προβλέπει πολυμερή διακυβέρνηση για εργαλεία χωρικής διαχείρισης και θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές πέραν εθνικής δικαιοδοσίας. Η Τουρκία έχει κυρώσει πλέον το συγκεκριμένο πλαίσιο, μολονότι ρητά διατηρεί την απόστασή της από την UNCLOS.
Η ελληνική θέση μπορεί επομένως να διατυπωθεί θετικά: ισχυρή περιβαλλοντική προστασία εντός εθνικής δικαιοδοσίας, συνεργασία στις κοινές περιβαλλοντικές προκλήσεις και χρήση των διεθνών μηχανισμών όπου κανένα κράτος δεν διαθέτει αποκλειστική δικαιοδοσία. Μια τέτοια θέση είναι ταυτόχρονα περιβαλλοντικά φιλόδοξη και νομικά συντηρητική με την ακριβή έννοια του όρου: προστατεύει την ισχύουσα κατανομή εξουσιών από μονομερή μεταβολή.
Η πολιτική εικόνα ελέγχου αποκτά μεγαλύτερη σημασία μόνο εφόσον συνδυαστεί με εφαρμογή. Χωρίς έλεγχο, επιτήρηση, απαγορεύσεις και φυσική παρουσία, ένα πάρκο μπορεί να παραμείνει κυρίως χαρτογραφική και εσωτερική διοικητική πράξη. Αν όμως η Άγκυρα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει κρατικά μέσα για να επιβάλλει τους κανόνες του σε τρίτους, τότε η υπόθεση μετατρέπεται σε διαφορά πραγματικής άσκησης εξουσίας.
Εκεί η ελληνική αντίδραση πρέπει να προσαρμόζεται στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Δεν υπάρχει μία γενική απάντηση σε «τουρκικό θαλάσσιο πάρκο». Υπάρχει απάντηση σε πιθανή παρεμπόδιση αλιείας, σε ενδεχόμενο έλεγχο πλοίου, σε απαίτηση άδειας για επιστημονική έρευνα, σε επέμβαση σε έργο του βυθού ή σε περιορισμό ναυσιπλοΐας. Κάθε περίπτωση ενεργοποιεί διαφορετικό σύνολο κανόνων.
Αυτή η λεπτομερής προσέγγιση αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα. Η τουρκική χαρτογράφηση ευνοείται από την παρουσίαση ενός ενιαίου χώρου υπό ενιαία διοίκηση. Το διεθνές δίκαιο αποσυνθέτει αυτή την εικόνα σε επιμέρους δικαιώματα και αρμοδιότητες. Όσο περισσότερο η Αθήνα επαναφέρει κάθε περιστατικό στη συγκεκριμένη νομική του βάση, τόσο δυσκολότερη γίνεται η μετατροπή ενός γενικού «εθνικού πάρκου» σε πολιτική εικόνα ολοκληρωμένου τουρκικού ελέγχου.
Η δικαιοδοσία χωρίς κυριαρχία αποτελεί νόμιμο και θεμελιώδες χαρακτηριστικό του Δικαίου της Θάλασσας όταν απονέμεται από αυτό. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί με αυτοαναφορά. Ένας διοικητικός κανόνας μπορεί να φανερώσει την άσκηση αρμοδιότητας· δεν μπορεί να αποτελέσει την πηγή της αρμοδιότητας που ο ίδιος προϋποθέτει.
Πρόσφατα σχόλια