Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος αποτελεί κατεξοχήν πεδίο συνεργασίας. Η ρύπανση δεν σταματά στα θαλάσσια σύνορα, τα μεταναστευτικά είδη δεν ακολουθούν εθνικούς χάρτες, η υπεραλίευση σε μία περιοχή μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο οικοσύστημα και η κλιματική μεταβολή μετασχηματίζει τη Μεσόγειο ανεξάρτητα από τις πολιτικές διαφορές των παράκτιων κρατών. Γι’ αυτό και η διεθνής θαλάσσια έννομη τάξη αντιμετωπίζει την περιβαλλοντική προστασία ως κοινή υποχρέωση και, ειδικά στις κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες, ενθαρρύνει τον συντονισμό των παράκτιων κρατών.

Ο «περιβαλλοντικός αναθεωρητισμός» περιγράφει μια διαφορετική λογική: τη χρησιμοποίηση αυτού του κοινά αποδεκτού σκοπού για να υποστηριχθεί μια αμφισβητούμενη γεωγραφία εξουσίας. Ο όρος δεν αποτελεί αυτοτελή κατηγορία του διεθνούς δικαίου. Αποδίδει πολιτικά την περίπτωση στην οποία ο κανονισμός για το οικοσύστημα αποκτά δεύτερη λειτουργία: παρουσιάζει ένα κράτος ως φορέα δικαιοδοσίας σε χώρο όπου η ίδια η δικαιοδοσία αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας.

 Η περιβαλλοντική προστασία δεν χρησιμοποιείται σε πολιτικό κενό. Εμφανίζεται σε ένα Αιγαίο όπου η Τουρκία έχει ήδη διατυπώσει ευρύ φάσμα αξιώσεων, αμφισβητεί ελληνικές θέσεις για τη θαλάσσια οριοθέτηση, επαναφέρει ζητήματα κυριαρχίας νησίδων και έχει αντιδράσει σε ελληνικές χωροταξικές και περιβαλλοντικές πράξεις. Μία περιβαλλοντική ρύθμιση που αποσυνδέεται από αυτό το πλαίσιο χάνει σημαντικό μέρος του πραγματικού πολιτικού της νοήματος.

Η ελληνική κυβέρνηση διατύπωσε την αντίρρησή της με όρους διεθνούς δικαίου και όχι με όρους περιβαλλοντικής αντιπαλότητας. Τα τουρκικά πάρκα, κατά την Αθήνα, υπερβαίνουν τα τουρκικά χωρικά ύδατα και, όπου καταλαμβάνουν ανοικτή θάλασσα ή ελληνική υφαλοκρηπίδα, δεν μπορούν να δημιουργήσουν νόμιμα αποτελέσματα. Η Ελλάδα τα αντιπαρέβαλε στα δικά της πάρκα, τα οποία έχει δηλώσει ότι βρίσκονται αποκλειστικά εντός ελληνικών χωρικών υδάτων.

Η διάκριση αυτή αποτρέπει μια παραπλανητική συμμετρία. Δύο κράτη μπορούν να ονομάζουν τις πράξεις τους «θαλάσσια πάρκα» χωρίς οι πράξεις να έχουν ίδια νομική βάση. Η ονομασία ενός μέτρου δεν καθορίζει τη νομιμότητά του. Το αποφασιστικό στοιχείο είναι ο χώρος στον οποίο εφαρμόζεται, το είδος της εξουσίας που ασκείται και ο διεθνής τίτλος που επιτρέπει την άσκησή της.

Στα ελληνικά χωρικά ύδατα η περιβαλλοντική πολιτική βασίζεται στην ελληνική κυριαρχία, φυσικά υπό τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας η λογική αλλάζει. Κανένα κράτος δεν διαθέτει γενική εξουσία να μετατρέπει μονομερώς τμήμα της ανοικτής θάλασσας σε δικό του «εθνικό» διοικητικό χώρο. Η UNCLOS διατηρεί ρητά τις ελευθερίες της ανοικτής θάλασσας και απορρίπτει αξιώσεις κυριαρχίας σε αυτήν.

Η νέα Συμφωνία BBNJ ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη θεσμική λογική. Η διεθνής κοινότητα δεν αντιμετώπισε το κενό προστασίας των περιοχών πέραν εθνικής δικαιοδοσίας παραχωρώντας περισσότερο χώρο στις μονομερείς εθνικές διοικήσεις. Δημιούργησε πολυμερές πλαίσιο για χωρικά εργαλεία διαχείρισης, θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων και επιστημονική συνεργασία. Η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιανουαρίου 2026.

Η Τουρκία αποτελεί πλέον συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας: την κύρωσε στις 16 Ιανουαρίου και η κύρωση άρχισε να ισχύει για την ίδια στις 15 Φεβρουαρίου 2026. Ταυτόχρονα κατέθεσε δήλωση ότι η συμμετοχή της δεν μεταβάλλει το καθεστώς της ως μη μέρους της UNCLOS. Η συνύπαρξη των δύο στοιχείων έχει ενδιαφέρον. Η Άγκυρα προστατεύει τη γνωστή νομική της θέση έναντι της UNCLOS, αλλά συμμετέχει πλέον σε ένα θεσμικό σύστημα που αναγνωρίζει ότι η βιοποικιλότητα πέραν εθνικής δικαιοδοσίας χρειάζεται πολυμερή διαχείριση.

Αυτό δίνει στην ελληνική επιχειρηματολογία δυνατότητα να ξεφύγει από τη στενή γλώσσα της ελληνοτουρκικής διαμάχης. Η Αθήνα μπορεί να παρουσιάσει το θέμα ως ζήτημα προστασίας της ίδιας της πολυμερούς θαλάσσιας τάξης. Η ουσιαστική περιβαλλοντική προστασία δεν χρειάζεται εθνική επέκταση. Χρειάζεται σαφή αρμοδιότητα, συνεργασία, επιστημονικά κριτήρια και διεθνείς διαδικασίες.

Η τουρκική θέση περί συνεργασίας στις ημίκλειστες θάλασσες πρέπει επίσης να αξιολογηθεί με αυτή τη λογική. Το 2025, αντιδρώντας στα ελληνικά πάρκα, η Άγκυρα τόνισε ότι οι μονομερείς ενέργειες πρέπει να αποφεύγονται σε κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες και δήλωσε έτοιμη για περιβαλλοντική συνεργασία με την Ελλάδα. Παράλληλα διατήρησε τις ευρύτερες θέσεις της για τα ζητήματα του Αιγαίου.

Η συνεργασία είναι κατ’ αρχήν θεμιτή και χρήσιμη. Θα μπορούσαν να υπάρξουν κοινές επιστημονικές αποστολές, συντονισμός για τη ρύπανση, ανταλλαγή δεδομένων, προστασία μεταναστευτικών ειδών και μέτρα κατά της παράνομης αλιείας. Τέτοια συνεργασία μπορεί να οργανωθεί με ρητή επιφύλαξη των νομικών θέσεων των δύο πλευρών. Η ύπαρξή της δεν προϋποθέτει ούτε ελληνική παραίτηση από κυριαρχικά δικαιώματα ούτε τουρκική αποδοχή της ελληνικής θέσης για την οριοθέτηση.

Αυτό είναι και το σημείο όπου η έννοια του περιβαλλοντικού αναθεωρητισμού αποκτά ουσία. Η συνεργασία προστατεύει ένα κοινό αγαθό χωρίς να τροποποιεί το καθεστώς κυριαρχίας. Ο αναθεωρητισμός χρησιμοποιεί το κοινό αγαθό για να υποδηλώσει διαφορετική κατανομή εξουσίας. Η πρώτη λογική μειώνει τη γεωπολιτική ένταση του περιβάλλοντος. Η δεύτερη την αυξάνει.

Υπάρχει και μία ευρύτερη πολιτική συνέπεια. Η περιβαλλοντική νομιμοποίηση αποτελεί σήμερα σημαντικό διεθνές κεφάλαιο. Ένα κράτος που παρουσιάζει μια ενέργεια ως προστασία της βιοποικιλότητας δεν χρειάζεται να δικαιολογήσει τη χρήση ισχύος με τον ίδιο τρόπο που θα χρειαζόταν για μια καθαρά γεωπολιτική παρέμβαση. Η έννοια του πάρκου παράγει θετικό συμβολισμό. Η διοικητική ρύθμιση εμφανίζεται ως υπεύθυνη κρατική συμπεριφορά.

Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται αυστηρός διαχωρισμός σκοπού και αρμοδιότητας. Η αγαθή φύση του σκοπού δεν θεραπεύει ελάττωμα δικαιοδοσίας. Αν γινόταν δεκτό το αντίθετο, κάθε κράτος θα μπορούσε να επεκτείνει μονομερώς τον κανονιστικό του χώρο επικαλούμενο την προστασία του κλίματος, της βιοποικιλότητας ή της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας. Η λειτουργική τάξη της θάλασσας θα μετατρεπόταν σταδιακά σε ανταγωνισμό εθνικών ρυθμίσεων.

Η ελληνική πλευρά έχει εδώ συμφέρον να υιοθετήσει ιδιαίτερα υψηλό περιβαλλοντικό πρότυπο. Η αυστηρή εφαρμογή των ελληνικών πάρκων, η επιστημονική τεκμηρίωση των ζωνών προστασίας, η πραγματική αντιμετώπιση της υπεραλίευσης, η προστασία των θαλάσσιων θηλαστικών και οικοτόπων και η συμμόρφωση προς το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο ενισχύουν ταυτόχρονα την περιβαλλοντική και τη διπλωματική αξιοπιστία της χώρας.

Η Ελλάδα είναι ισχυρότερη εάν μπορεί να αποδείξει ότι δεν επικαλείται το διεθνές δίκαιο για να εμποδίσει την προστασία της θάλασσας, αλλά ακριβώς για να διασφαλίσει ότι η προστασία γίνεται μέσα σε σταθερό, κοινό και προβλέψιμο νομικό πλαίσιο.

Το Αιγαίο έχει πραγματική ανάγκη περισσότερης περιβαλλοντικής διακυβέρνησης. Η κλιματική μεταβολή, η υπεραλίευση, η θαλάσσια ρύπανση και η πίεση των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων δεν επιτρέπουν στα παράκτια κράτη να αντιμετωπίζουν το οικοσύστημα σαν άθροισμα απομονωμένων εθνικών δεξαμενών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η οικολογική αλληλεξάρτηση καταργεί τη διεθνή κατανομή κυριαρχίας και δικαιοδοσίας.

Αντιθέτως, η αποτελεσματική συνεργασία απαιτεί ακριβώς σαφή νομικά όρια. Τα κράτη συνεργάζονται αποτελεσματικότερα όταν γνωρίζουν ποιος έχει ποια αρμοδιότητα και όταν οι κοινές δράσεις δεν χρησιμοποιούνται για να προκαταλάβουν άλυτες διαφορές. Η περιβαλλοντική προστασία μπορεί τότε να γίνει πεδίο αποκλιμάκωσης.

Η μετατροπή της σε όχημα μονομερούς προβολής εξουσίας επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα. Εισάγει την εδαφική αντιπαράθεση σε έναν τομέα που θα μπορούσε να δημιουργεί συνεργασία, διευρύνει την ατζέντα της σύγκρουσης και υπονομεύει την εμπιστοσύνη που απαιτείται για την ίδια την προστασία του οικοσυστήματος.

Η ισχυρότερη ελληνική απάντηση στον περιβαλλοντικό αναθεωρητισμό δεν είναι λιγότερο περιβάλλον. Είναι περισσότερο περιβάλλον, περισσότερο διεθνές δίκαιο και καθαρότερη διάκριση αρμοδιοτήτων. Η προστασία της θάλασσας αποτελεί οικουμενικό αγαθό. Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό εθνικής ιδιοποίησης του χώρου που καλείται να προστατεύσει