Η ύπαρξη ισχυρών δημοσιονομικών και ταμειακών αποθεμάτων αποτελεί εύλογη επιδίωξη για ένα κράτος που έχει γνωρίσει κρίση χρηματοδότησης. Τα διαθέσιμα περιορίζουν την ανάγκη δανεισμού σε δυσμενείς συνθήκες, αυξάνουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών, λειτουργούν ως ασφάλιση απέναντι σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς και προσφέρουν στην κυβέρνηση χρόνο όταν οι αγορές κλείνουν ή οι αποδόσεις αυξάνονται απότομα. Για την Ελλάδα, η αξία αυτής της ασφάλειας είναι ακόμη μεγαλύτερη λόγω της εμπειρίας της προηγούμενης δεκαετίας. Υπάρχει όμως ένα σημείο μετά το οποίο η συσσώρευση ρευστότητας δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο ως προστασία. Πρέπει να συγκρίνεται με αυτό που η οικονομία στερείται για να τη διατηρήσει.

Το οικονομικό ερώτημα είναι επομένως πρόβλημα επιλογής χαρτοφυλακίου του Δημοσίου. Ένα κράτος διαθέτει περιορισμένους πόρους και πρέπει να αποφασίσει πόσο από αυτούς θα παραμένει σε εξαιρετικά ασφαλή και ρευστή μορφή και πόσο θα μετατρέπεται σε δημόσιο κεφάλαιο: μεταφορικές υποδομές, δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, ψηφιακά συστήματα, ύδρευση, αντιπλημμυρική προστασία, σχολικά και πανεπιστημιακά κτίρια, νοσοκομεία, ερευνητικές υποδομές ή άλλες επενδύσεις με μακροχρόνια απόδοση. Η πρώτη επιλογή αγοράζει ασφάλεια. Η δεύτερη αγοράζει μελλοντική παραγωγική ικανότητα. Καμία από τις δύο δεν είναι δωρεάν.

Η έννοια του κόστους ευκαιρίας είναι εδώ καθοριστική. Ένα δισεκατομμύριο ευρώ που παραμένει ως πρόσθετο ταμειακό απόθεμα προσφέρει χρηματοδοτική προστασία. Αν όμως το ίδιο ποσό θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει έργα με υψηλή κοινωνική και οικονομική απόδοση, η επιλογή της αδράνειας έχει επίσης κόστος. Το κόστος αυτό δεν εμφανίζεται ως γραμμή στον προϋπολογισμό. Εμφανίζεται ως χαμηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερο ενεργειακό κόστος, καθυστερήσεις μεταφορών, ανεπαρκής ανθεκτικότητα απέναντι σε φυσικές καταστροφές, χαμηλότερη ποιότητα δημόσιων υπηρεσιών ή χαμένες ιδιωτικές επενδύσεις που εξαρτώνται από συμπληρωματικές δημόσιες υποδομές.

Η σχετική σημασία αυτού του κόστους αυξάνεται όταν το αρχικό απόθεμα κεφαλαίου είναι χαμηλό. Η οικονομική βιβλιογραφία δείχνει ότι η απόδοση των δημόσιων επενδύσεων τείνει να είναι υψηλότερη όταν υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις βασικών υποδομών και παραγωγικού κεφαλαίου, αν και η τελική επίδραση εξαρτάται αποφασιστικά από την ποιότητα επιλογής και υλοποίησης των έργων. Με απλούστερους όρους, ο εκατοστός αυτοκινητόδρομος ή το υπερσύγχρονο δεύτερο σύστημα εκεί όπου το πρώτο λειτουργεί ήδη άριστα έχει μικρότερη πρόσθετη αξία από μια υποδομή που λύνει ένα πραγματικό παραγωγικό εμπόδιο. Η απόδοση δεν εξαρτάται μόνο από το ποσό, αλλά από το αρχικό έλλειμμα που καλύπτει.

Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς σε μια τέτοια μεταβατική θέση. Οι συνολικές επενδύσεις έχουν αυξηθεί αισθητά και το επενδυτικό χάσμα έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μειωθεί, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι οι επενδύσεις αυξήθηκαν από 11,3% του ΑΕΠ το 2018 σε 16,9% το 2025, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές υστερήσεις, ιδίως σε ορισμένες κατηγορίες κεφαλαίου και στις επενδύσεις πνευματικής ιδιοκτησίας που επηρεάζουν την καινοτομία και την παραγωγικότητα. Ο ΟΟΣΑ επίσης επισημαίνει ότι, παρά τη βελτίωση, το επενδυτικό κενό και η ασθενής παραγωγικότητα εξακολουθούν να περιορίζουν τη σύγκλιση της χώρας με τις πιο προηγμένες οικονομίες.

Το χρονικό σημείο αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή η επενδυτική ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας έχει συγκεκριμένο ορίζοντα. Οι επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις του μηχανισμού πρέπει να ολοκληρωθούν εντός του 2026, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει επιβράδυνση της ελληνικής ανάπτυξης το 2027 καθώς η συγκεκριμένη πηγή χρηματοδότησης ολοκληρώνεται. Το πρόβλημα της επόμενης περιόδου δεν είναι επομένως μόνο η απορρόφηση των τελευταίων διαθέσιμων πόρων. Είναι η αποφυγή ενός επενδυτικού κενού μετά την απόσυρση μιας έκτακτης ευρωπαϊκής χρηματοδοτικής πηγής.

Σε αυτό το περιβάλλον, η συσσώρευση πολύ μεγαλύτερων αποθεμάτων από εκείνα που απαιτεί μια συνετή στρατηγική χρηματοδότησης θα μπορούσε να έχει αντιφατικό αποτέλεσμα. Θα ενίσχυε τη βραχυπρόθεσμη ασφάλεια ενός κράτους, αλλά ενδεχομένως εις βάρος της μακροπρόθεσμης οικονομικής του ανθεκτικότητας. Μια οικονομία με καλύτερα ενεργειακά δίκτυα, αποτελεσματικότερες μεταφορές, ισχυρότερη πολιτική προστασία, περισσότερη ψηφιακή υποδομή και παραγωγικότερο ανθρώπινο κεφάλαιο είναι και δημοσιονομικά ασφαλέστερη, επειδή μπορεί να παράγει περισσότερο εισόδημα και συνεπώς μεγαλύτερη φορολογική βάση. Η πραγματική ασφάλεια ενός κράτους δεν βρίσκεται μόνο στο ταμείο του. Βρίσκεται και στην ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων και των θεσμών που διαθέτει.

Αυτό δεν οδηγεί στο αντίθετο άκρο, σύμφωνα με το οποίο τα δημοσιονομικά αποθέματα πρέπει απλώς να δαπανηθούν. Η αξία τους εξαρτάται από τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες, το προφίλ των λήξεων του χρέους, τη μεταβλητότητα των αγορών και την έκθεση της οικονομίας σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Στα μέσα του 2026 ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους κατέγραφε συνολικά ταμειακά διαθέσιμα γενικής κυβέρνησης περίπου 31,1 δισ. ευρώ, μαζί με μέση σταθμισμένη διάρκεια χρέους άνω των 18 ετών. Αυτή η συνύπαρξη μεγάλης ρευστότητας και μακράς διάρκειας δημιουργεί σημαντική ασφάλεια, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει να τεθεί ένα πιο ώριμο ερώτημα: ποιο επίπεδο αποθέματος είναι πράγματι αναγκαίο και από ποιο σημείο και μετά η πρόσθετη μονάδα ασφάλειας αποδίδει λιγότερο από μια καλά επιλεγμένη επένδυση;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας αυθαίρετος αριθμητικός στόχος. Χρειάζεται δυναμικός κανόνας. Το κράτος θα μπορούσε να προσδιορίζει ένα ελάχιστο στρατηγικό απόθεμα με βάση τις αναμενόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα, πιθανά δυσμενή σενάρια επιτοκίων και την ανάγκη αντιμετώπισης μεγάλων εξωγενών κρίσεων. Πάνω από αυτό το επίπεδο, κάθε επιπλέον συσσώρευση θα έπρεπε να συγκρίνεται συστηματικά με την καθαρή κοινωνική απόδοση ώριμων δημόσιων επενδύσεων ή, εναλλακτικά, με την απόδοση πρόωρης αποπληρωμής ακριβότερου χρέους. Έτσι η επιλογή δεν θα ήταν πολιτικά απλουστευμένη ως «αποταμίευση ή δαπάνη», αλλά θα μετατρεπόταν σε σύγκριση τριών χρήσεων του ίδιου δημόσιου πόρου: ασφάλεια, απομείωση υποχρεώσεων ή δημιουργία παραγωγικού κεφαλαίου.

Το κρίσιμο εμπόδιο βρίσκεται βεβαίως στην ποιότητα των δημόσιων επενδύσεων. Η ύπαρξη επενδυτικού κενού δεν αποδεικνύει ότι κάθε νέο έργο είναι επιθυμητό. Ένα κράτος με αδύναμη προετοιμασία έργων, αργές αδειοδοτήσεις, ελλιπείς μελέτες, υπερβάσεις κόστους ή ανεπαρκή συντήρηση μπορεί να μετατρέψει γρήγορα τους διαθέσιμους πόρους σε χαμηλής ποιότητας κεφάλαιο. Η διεθνής εμπειρία δείχνει μεγάλες διαφορές στην αποτελεσματικότητα με την οποία οι κυβερνήσεις μετατρέπουν τη δημόσια επενδυτική δαπάνη σε πραγματικές υποδομές και παραγωγικό αποτέλεσμα. Επομένως, η συζήτηση για περισσότερη επένδυση πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρότερη επιλογή έργων, ανεξάρτητη αξιολόγηση κόστους και οφέλους, επαρκή προετοιμασία, διαφανείς συμβάσεις και πρόβλεψη του μελλοντικού κόστους λειτουργίας και συντήρησης.

Υπάρχει και ένας ιδιαίτερα σημαντικός χρονικός παράγοντας. Οι δημόσιες επενδύσεις χρειάζονται χρόνο για να ωριμάσουν. Αν μια κυβέρνηση περιμένει να εμφανιστεί πρώτα η επενδυτική κάμψη μετά το τέλος μιας έκτακτης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και τότε αρχίσει να σχεδιάζει το επόμενο κύμα έργων, θα υπάρχει αναπόφευκτο κενό ανάμεσα στις δύο περιόδους. Η ορθολογική διαχείριση απαιτεί από τώρα δεξαμενή ώριμων έργων που μπορούν να χρηματοδοτηθούν σταδιακά από ευρωπαϊκούς πόρους, εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, συμπράξεις ή άλλους μηχανισμούς. Η επενδυτική συνέχεια είναι κατά μεγάλο μέρος πρόβλημα κρατικής προετοιμασίας και όχι μόνο ύψους διαθέσιμων χρημάτων.

Η επιλογή ανάμεσα σε απόθεμα και επένδυση έχει τέλος και διαγενεακή διάσταση. Η διατήρηση υψηλής ρευστότητας προστατεύει τη σημερινή γενιά από το ενδεχόμενο μιας νέας κρίσης χρηματοδότησης. Η δημιουργία δημόσιου κεφαλαίου μεταφέρει στις επόμενες γενιές υποδομές και παραγωγικές δυνατότητες. Η υπερβολική δαπάνη μπορεί να τους μεταφέρει χρέος χωρίς αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία. Η υπερβολική συγκράτηση μπορεί να τους μεταφέρει χαμηλό χρέος αλλά φθαρμένο κεφάλαιο, ανεπαρκείς υποδομές και χαμηλότερη παραγωγική ικανότητα. Η διαγενεακή δικαιοσύνη συνεπώς δεν ταυτίζεται ούτε με το μικρότερο δυνατό χρέος ούτε με τη μεγαλύτερη δυνατή επένδυση. Αφορά την καθαρή δημόσια θέση που παραδίδεται στο μέλλον.

Για την Ελλάδα, η ώριμη δημοσιονομική στάση μετά την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής αξιοπιστίας δεν θα ήταν ούτε η επιστροφή σε μια λογική εύκολης δαπάνης ούτε η μετατροπή της συσσώρευσης αποθεμάτων σε νέο αυτοσκοπό. Θα ήταν η μετάβαση από τη δημοσιονομική πολιτική της επιβίωσης στη δημοσιονομική πολιτική της βέλτιστης κατανομής. Η κρίση επέβαλε εύλογα την προτεραιότητα της ρευστότητας, της αξιοπιστίας και της μείωσης του κινδύνου. Η επόμενη περίοδος απαιτεί να διατηρηθούν αυτά τα κεκτημένα και συγχρόνως να αξιοποιηθεί ο χώρος που δημιουργούν.

Πραγματική δημοσιονομική ασφάλεια είναι η δυνατότητα ενός κράτους να αντέχει μια κρίση χωρίς να εγκαταλείπει την ανάπτυξη και να επενδύει χωρίς να διακινδυνεύει τη φερεγγυότητά του. Το κρίσιμο όριο βρίσκεται εκεί όπου το πρόσθετο ευρώ ρευστότητας προσφέρει μικρότερη κοινωνική ασφάλεια από το ίδιο ευρώ αν μετατραπεί, με αυστηρή αξιολόγηση, σε παραγωγικό δημόσιο κεφάλαιο.