Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι χρήμα που εμφανίζεται έξω από την πολιτική διαδικασία και περιμένει απλώς να «επιστραφεί» στην κοινωνία. Είναι δυνατότητα ανάληψης νέας μόνιμης ή προσωρινής δημοσιονομικής δέσμευσης χωρίς να παραβιάζεται η συνολική πορεία δημόσιων οικονομικών, οι ευρωπαϊκοί κανόνες και η βιωσιμότητα του χρέους. Κάθε ευρώ που χρησιμοποιείται για μείωση φόρου δεν μπορεί ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθεί για δημόσια επένδυση, κοινωνική παροχή, αύξηση μισθολογικής δαπάνης ή ταχύτερη μείωση χρέους. Η κατανομή του δημοσιονομικού χώρου είναι επομένως μια από τις καθαρότερες μορφές πολιτικής επιλογής: αποκαλύπτει όχι μόνο πόσο μεγάλο κράτος επιθυμεί μια κυβέρνηση αλλά ποια κοινωνικά και παραγωγικά στρώματα επιλέγει να ενισχύσει.

Η φορολογική μεταρρύθμιση που εφαρμόζεται από το 2026 αποτελεί χρήσιμο ελληνικό παράδειγμα. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μείωση κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες φορολογικών συντελεστών για εισοδήματα μεταξύ 10.000 και 40.000 ευρώ, ειδικότερες μειώσεις για οικογένειες με παιδιά, μηδενικό φόρο έως τα 20.000 ευρώ για νέους έως 25 ετών και χαμηλότερο συντελεστή για νέους 26–30 ετών. Το Υπουργείο Οικονομικών υπολόγισε το δημοσιονομικό κόστος της μεταρρύθμισης του φόρου εισοδήματος σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ για το 2026 και 1,6 δισ. για το 2027, με περίπου τέσσερα εκατομμύρια φορολογουμένους να ωφελούνται.

Ο αριθμός των ωφελουμένων όμως δεν απαντά στο ουσιαστικό ερώτημα της κατανομής. Μια φορολογική ελάφρυνση δεν έχει την ίδια αξία για όλους. Κάποιος που δεν καταβάλλει φόρο εισοδήματος επειδή βρίσκεται ήδη κάτω από το πραγματικό φορολογητέο όριο δεν μπορεί να ωφεληθεί από μείωση ενός συντελεστή που δεν πλήρωνε. Ένας φορολογούμενος με μεγαλύτερο φορολογητέο εισόδημα μπορεί να έχει μεγαλύτερη απόλυτη ελάφρυνση από κάποιον χαμηλότερου εισοδήματος, ακόμη όταν η μεταρρύθμιση είναι προοδευτικά σχεδιασμένη. Γι’ αυτό η πολιτική αξιολόγηση μιας φορολογικής μεταρρύθμισης χρειάζεται να εξετάζει όχι μόνο το πλήθος των δικαιούχων αλλά το ποσό της ωφέλειας ανά εισοδηματικό δεκατημόριο.

Η ίδια διάκριση ισχύει ανάμεσα σε απόλυτο και σχετικό όφελος. Μείωση φόρου 500 ευρώ έχει πολύ μεγαλύτερη επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα ενός νοικοκυριού 15.000 ευρώ από ό,τι ενός νοικοκυριού 60.000 ευρώ. Αντίστροφα, μια μεταρρύθμιση μπορεί να δίνει μεγαλύτερη απόλυτη ελάφρυνση στο δεύτερο αλλά μεγαλύτερη αναλογική ελάφρυνση στο πρώτο. Οι δύο μετρήσεις απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα και η επιλογή μόνο της μίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί πολιτικά για να παρουσιάσει την ίδια μεταρρύθμιση είτε ως προοδευτική είτε ως ευνοϊκή προς τα υψηλότερα εισοδήματα.

Η φορολογική επίπτωση δεν σταματά επίσης στον τυπικό δικαιούχο. Η μείωση φορολογίας εισοδήματος από ακίνητα, για παράδειγμα, ωφελεί άμεσα τον ιδιοκτήτη που φορολογείται για ενοίκια. Από το 2026 έχει θεσπιστεί ενδιάμεσος συντελεστής 25% για έσοδα από μισθώματα μεταξύ 12.000 και 24.000 ευρώ, αντί του προηγούμενου άλματος στον συντελεστή 35%, με άμεσα ωφελουμένους που εκτιμήθηκαν σε περισσότερους από 160.000 ιδιοκτήτες. Το αν ένα μέρος αυτής της ελάφρυνσης μετατρέπεται έμμεσα σε μεγαλύτερη προσφορά κατοικιών ή συγκράτηση ενοικίων είναι διαφορετικό, εμπειρικό ερώτημα. Δεν πρέπει να θεωρείται αυτόματο αποτέλεσμα μόνο και μόνο επειδή αποτελεί στόχο της πολιτικής.

Η έννοια της οικονομικής επίπτωσης είναι κρίσιμη και στις ασφαλιστικές εισφορές. Μείωση εργοδοτικών εισφορών μπορεί να ωφελήσει άμεσα την επιχείρηση μέσω χαμηλότερου κόστους εργασίας, αλλά σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα μέρος του οφέλους μπορεί να περάσει σε υψηλότερες αμοιβές ή περισσότερη απασχόληση. Μείωση της εργατικής εισφοράς αυξάνει αμεσότερα τον καθαρό μισθό. Η προγραμματισμένη νέα μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή μονάδα από το 2027 πρέπει συνεπώς να αξιολογηθεί όχι μόνο από το ονομαστικό ύψος της αλλά από το πώς κατανέμεται μεταξύ εργαζομένων, εργοδοτών, μισθών και απασχόλησης.

Ανάλογο πρόβλημα υπάρχει στις μειώσεις έμμεσων φόρων. Η μείωση ΦΠΑ έχει ισχυρό πολιτικό πλεονέκτημα επειδή αφορά δυνητικά όλους τους καταναλωτές. Δεν είναι όμως δεδομένο ότι ολόκληρη η μείωση θα μετακυλιστεί στην τελική τιμή. Το ποσοστό μετακύλισης εξαρτάται από τον ανταγωνισμό, τα περιθώρια κέρδους, τις συνθήκες αγοράς και τη διάρκεια του μέτρου. Μια φορολογική ελάφρυνση προς τον καταναλωτή μπορεί επομένως να κατανεμηθεί στην πράξη μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων.

Αυτό δείχνει γιατί το κριτήριο «μειώσαμε φόρους κατά Χ δισεκατομμύρια» έχει περιορισμένη αναλυτική αξία χωρίς κατανομή. Ένα δισεκατομμύριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για γενική μείωση συντελεστή, για αφορολόγητο χαμηλών εισοδημάτων, για ελάφρυνση οικογενειών, για μείωση επιχειρηματικού φόρου, για εισφορές, για ΦΠΑ ή για φόρο περιουσίας. Το δημοσιονομικό κόστος μπορεί να είναι ίδιο και το κοινωνικό και οικονομικό αποτέλεσμα εντελώς διαφορετικό.

Η φορολογική πολιτική χρειάζεται επίσης να αξιολογείται ως προς τα κίνητρα που δημιουργεί. Μια μείωση οριακού συντελεστή μπορεί να ενισχύσει κίνητρα δηλωμένης εργασίας, επένδυσης ή φορολογικής συμμόρφωσης. Η μείωση φόρου σε νέους μπορεί να αυξήσει το καθαρό εισόδημα σε ηλικία όπου η αυτονομία είναι δύσκολη. Η ελάφρυνση οικογενειών μπορεί να αναγνωρίζει μεγαλύτερες ανάγκες λόγω παιδιών. Η μείωση φορολογίας ενοικίων μπορεί να στοχεύει στην προσφορά κατοικίας. Η κατανεμητική αξιολόγηση δεν πρέπει επομένως να περιορίζεται σε στατικό πίνακα «ποιος πήρε πόσα». Πρέπει να εξετάζει και ποια συμπεριφορά επιδιώκει να αλλάξει κάθε μέτρο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα δυναμικά αποτελέσματα πρέπει να χρησιμοποιούνται για να δικαιολογείται οποιαδήποτε φορολογική μείωση. Η υπόθεση ότι «η μείωση θα αυτοχρηματοδοτηθεί μέσω ανάπτυξης» χρειάζεται ισχυρή εμπειρική τεκμηρίωση. Οι περισσότερες μόνιμες φορολογικές μειώσεις έχουν πραγματικό δημοσιονομικό κόστος. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνική και παραγωγική τους απόδοση δικαιολογεί αυτό το κόστος σε σύγκριση με εναλλακτικές χρήσεις.

Εδώ βρίσκεται το δεύτερο μεγάλο ζήτημα: το κόστος ευκαιρίας. Ένα ευρώ που δεν εισπράττεται ως φόρος παραμένει στον ιδιωτικό τομέα και μπορεί να αυξήσει κατανάλωση, αποταμίευση ή επένδυση. Το ίδιο ευρώ, αν εισπραχθεί, μπορεί να χρηματοδοτήσει υγεία, εκπαίδευση, κοινωνική προστασία, υποδομή ή μείωση χρέους. Δεν υπάρχει αφηρημένη οικονομική απάντηση ότι μία κατεύθυνση είναι πάντοτε ανώτερη. Η απάντηση εξαρτάται από το ποια είναι η οριακή απόδοση της ιδιωτικής και της δημόσιας χρήσης του πόρου.

Αν μια δημόσια υπηρεσία είναι εξαιρετικά υποχρηματοδοτημένη, η κοινωνική αξία ενός επιπλέον ευρώ δαπάνης μπορεί να είναι μεγαλύτερη από μια πολύ μικρή φορολογική μείωση διάχυτη σε εκατομμύρια πολίτες. Αν αντίθετα η φορολογική επιβάρυνση συγκεκριμένης εργασίας ή επένδυσης είναι υπερβολική και δημιουργεί έντονη αποθάρρυνση ή φοροδιαφυγή, η μείωσή της μπορεί να έχει μεγαλύτερη απόδοση από πρόσθετη δαπάνη χαμηλής αποτελεσματικότητας. Η σοβαρή πολιτική συζήτηση αρχίζει ακριβώς μετά την εγκατάλειψη του ιδεολογικού αντανακλαστικού «κάθε μείωση φόρου είναι καλή» ή «κάθε δημόσια δαπάνη είναι κοινωνικά ανώτερη».

Η δημοσιονομική αξιοπιστία επιβάλλει ακόμη μια διάκριση μεταξύ προσωρινού και μόνιμου χώρου. Στην παρουσίαση του Προϋπολογισμού 2026, το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμούσε, με βάση τα τότε διαθέσιμα στοιχεία, δημοσιονομικό χώρο περίπου 800–900 εκατ. ευρώ για το 2027. Αυτή η εκτίμηση δεν αποτελεί «ταμείο» που μπορεί να δαπανηθεί χωρίς συνέπεια. Νέες μόνιμες φορολογικές μειώσεις μειώνουν τα έσοδα κάθε επόμενο χρόνο. Πρέπει επομένως να χρηματοδοτούνται από διαρθρωτικά και όχι απλώς συγκυριακά καλύτερη εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Ακριβώς εδώ απαιτείται συνέπεια με τη μεταμνημονιακή εμπειρία. Η Ελλάδα έχει πληρώσει εξαιρετικά υψηλό κοινωνικό και πολιτικό κόστος για την απώλεια δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τεχνοκρατική εμμονή ούτε όμως να χρησιμοποιείται ως λόγος ακινησίας. Δημιουργεί την προϋπόθεση ώστε οι κοινωνικές και φορολογικές επιλογές να είναι διατηρήσιμες. Η κοινωνική πολιτική που χρειάζεται να ανατραπεί σε επόμενη κρίση επειδή δεν έχει μόνιμη χρηματοδότηση παράγει μικρότερη ασφάλεια από μια πιο μετρημένη πολιτική που μπορεί να διατηρηθεί.

Η κοινωνική δικαιοσύνη μιας φορολογικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί επομένως να αξιολογηθεί μόνο από τον προοδευτικό χαρακτήρα της κλίμακας. Πρέπει να συνυπολογίζονται το διαθέσιμο εισόδημα, η οικογενειακή κατάσταση, η περιουσία, η ηλικία, η εργασιακή θέση και το επίπεδο δημόσιων υπηρεσιών που χρησιμοποιεί κάθε νοικοκυριό. Ένα χαμηλότερο φορολογικό βάρος μπορεί να έχει περιορισμένη αξία για έναν πολίτη αν ταυτόχρονα χρειάζεται να πληρώνει ιδιωτικά για υπηρεσίες που διαφορετικά θα παρείχε αποτελεσματικά το κράτος.

Υπάρχει γι’ αυτό λόγος κάθε μεγάλη φορολογική παρέμβαση να συνοδεύεται από δημόσιο πίνακα κατανομής ωφελειών. Όχι μόνο «τέσσερα εκατομμύρια ωφελούμενοι», αλλά μέση και διάμεση ελάφρυνση ανά εισοδηματικό δεκατημόριο, ηλικιακή ομάδα, οικογενειακό τύπο, επαγγελματική κατηγορία και ιδιοκτησιακή κατάσταση. Θα έπρεπε επίσης να παρουσιάζεται ποιο ποσοστό του συνολικού δημοσιονομικού κόστους καταλήγει στο κατώτερο 20%, στο μεσαίο 60% και στο ανώτερο 20% της κατανομής.

Αυτό θα άλλαζε την ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να τεκμηριώνει συγκεκριμένα την κοινωνική αρχιτεκτονική της επιλογής της. Η αντιπολίτευση θα έπρεπε να παρουσιάζει εναλλακτική κατανομή του ίδιου περιορισμένου πόρου και όχι απλώς να ζητά μεγαλύτερο συνολικό πακέτο. Η έννοια του δημοσιονομικού χώρου θα έπαυε να λειτουργεί ως αφηρημένος αριθμός και θα γινόταν αυτό που πραγματικά είναι: πεδίο σύγκρουσης μεταξύ διαφορετικών προτεραιοτήτων.

Η πιο ώριμη δημοσιονομική στρατηγική δεν βρίσκεται στα άκρα. Δεν σημαίνει ότι κάθε επιπλέον έσοδο πρέπει να διοχετεύεται στη μείωση του χρέους ούτε ότι κάθε καλύτερη εκτέλεση πρέπει να επιστρέφεται αμέσως ως φορολογική ελάφρυνση. Χρειάζεται ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική ασφάλεια, στην ενίσχυση διαθέσιμου εισοδήματος, στις παραγωγικές επενδύσεις και στις δημόσιες υπηρεσίες που μειώνουν πραγματικές ιδιωτικές δαπάνες.

Η διανομή κάθε ευρώ δημοσιονομικού χώρου αποκαλύπτει τελικά μια αντίληψη κοινωνίας. Η επιλογή μπορεί να ευνοεί την εργασία έναντι της περιουσίας, τη νέα γενιά έναντι της οριζόντιας διανομής, τις οικογένειες έναντι των ατομικών νοικοκυριών, την περιφέρεια έναντι των μεγάλων πόλεων, την επένδυση έναντι της άμεσης κατανάλωσης ή τη δημόσια υπηρεσία έναντι της ιδιωτικής φορολογικής ελάφρυνσης. Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι ουδέτερη.

Το σημαντικότερο κριτήριο δεν είναι επομένως πόσους φόρους μειώνει μια κυβέρνηση. Είναι αν η συνολική κατανομή του δημοσιονομικού χώρου δημιουργεί δικαιότερη, παραγωγικότερη και περισσότερο ανθεκτική κοινωνία χωρίς να υπονομεύει τη σταθερότητα που επιτρέπει στον ίδιο τον χώρο να υπάρχει.