Υπάρχουν διμερείς διαφορές οι οποίες, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν διαθέτουν πολιτικά διαθέσιμο πεδίο τελικού συμβιβασμού. Οι νομικές θέσεις αποκλίνουν, οι αντιλήψεις περί ασφάλειας δεν συμπίπτουν, το κόστος εσωτερικής υποχώρησης είναι υψηλό και καμία πλευρά δεν θεωρεί ότι η συμφωνία που θα μπορούσε να επιτευχθεί είναι προτιμότερη από τη συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης. Σε αυτές τις συνθήκες, η επιλογή δεν είναι κατ’ ανάγκην ανάμεσα στην άμεση επίλυση και στην αδράνεια. Υπάρχει ένας τρίτος χώρος: η οργανωμένη διαχείριση της διαφοράς.

Η διαχείριση, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με την απλή παράταση του χρόνου. Πρόκειται για διαφορετικές στρατηγικές καταστάσεις. Μια ώριμη πολιτική διαχείρισης επιδιώκει να μειώσει την πιθανότητα ένοπλης ή σοβαρής πολιτικής κρίσης, να περιορίσει τις δυνατότητες λανθασμένου υπολογισμού, να διατηρήσει ανοιχτές τις επιλογές ειρηνικής διευθέτησης και να εμποδίσει τη μη επίλυση να παράγει νέες, δυσμενέστερες πραγματικότητες. Η αναβολή, αντίθετα, δεν αλλάζει το πρόβλημα· απλώς μεταφέρει το κόστος του στο μέλλον, ενδεχομένως σε συνθήκες χειρότερες από τις σημερινές.

Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, επειδή η ίδια η έννοια της «διαφοράς» δεν ορίζεται συμμετρικά από τις δύο πλευρές. Η επίσημη ελληνική θέση αναγνωρίζει ως προς τα ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων τη διαφορά της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, ενώ απορρίπτει τη μετατροπή ζητημάτων κυριαρχίας ή της διάταξης των ελληνικών αμυντικών δυνάμεων σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η τουρκική επίσημη προσέγγιση εξακολουθεί, αντιθέτως, να αναφέρεται σε ευρύτερο σύνολο «αλληλένδετων ζητημάτων» του Αιγαίου. Η ασυμμετρία αυτή είναι καθοριστική: πριν από τη διαπραγμάτευση επί μιας λύσης, υφίσταται διαφωνία ακόμη και ως προς το ποιο είναι το διαπραγματεύσιμο αντικείμενο.

Σε όρους θεωρίας διαπραγμάτευσης, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι βέβαιο πως υφίσταται σήμερα κοινώς αποδεκτό «πεδίο συμφωνίας». Η κάθε πλευρά αξιολογεί διαφορετικά τόσο το αντικείμενο όσο και το κόστος μιας ενδεχόμενης διευθέτησης. Σε μια τέτοια κατάσταση, η επίμονη απαίτηση να παραχθεί γρήγορα τελική συμφωνία δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην μεγαλύτερο ρεαλισμό. Μπορεί να αυξήσει την πίεση για διεύρυνση της ατζέντας ή για συμβιβασμούς που μια από τις δύο πλευρές δεν θεωρεί πολιτικά και νομικά αποδεκτούς. Η προσωρινή μη επίλυση μπορεί επομένως να είναι ορθολογική, εφόσον είναι προτιμότερη από μια κακή, ασταθή ή μη νομιμοποιημένη συμφωνία.

Από εδώ, όμως, δεν προκύπτει ότι ο χρόνος εργάζεται αυτομάτως υπέρ της ειρήνης. Ο χρόνος είναι στρατηγική μεταβλητή, όχι ουδέτερο δοχείο μέσα στο οποίο οι αντιθέσεις παραμένουν αναλλοίωτες. Κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας μπορούν να αλλάξουν στρατιωτικές ισορροπίες, τεχνολογικές δυνατότητες, ενεργειακές υποδομές, οικονομικές αλληλεξαρτήσεις, συμμαχίες, εσωτερικές πολιτικές αντιλήψεις και διοικητικές πρακτικές. Μπορούν επίσης να παγιωθούν νέες ρητορικές και νομικές αξιώσεις. Άρα το κατά πόσον η διαχείριση είναι συμφέρουσα δεν κρίνεται μόνο από το αν «αποφεύχθηκε η κρίση». Κρίνεται από το πώς μεταβάλλεται στο μεταξύ το σύνολο των όρων της μελλοντικής διαπραγμάτευσης.

Η πρώτη προϋπόθεση μιας ώριμης στρατηγικής είναι επομένως ότι η αποκλιμάκωση δεν μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Η απουσία σοβαρής κρίσης έχει μεγάλη αξία. Μειώνει τον κίνδυνο ανθρώπινης απώλειας, οικονομικής ζημίας και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης μεταξύ δύο γειτονικών κρατών και συμμάχων. Από το 2023 έχει συγκροτηθεί δομημένος μηχανισμός διαλόγου, ενώ η επίσημη ελληνική αποτίμηση συνδέει την περίοδο αυτή με σημαντική μείωση των παραβιάσεων, χαμηλότερη πίεση σε συγκεκριμένες μεταναστευτικές ροές, αύξηση του διμερούς εμπορίου και διατήρηση λειτουργικών διαύλων ακόμη και σε περιόδους έντασης. Αυτά είναι πραγματικά αποτελέσματα διαχείρισης κινδύνου και δεν πρέπει να υποτιμώνται.

Αλλά η σταθερότητα είναι μέσο. Αν μετατραπεί σε υπέρτατο κριτήριο, δημιουργείται αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «παγίδα της ηρεμίας»: κάθε νόμιμη πρωτοβουλία της μίας πλευράς αρχίζει να αξιολογείται πρωτίστως με βάση το αν θα διαταράξει το καλό κλίμα και όχι με βάση το αν εξυπηρετεί το μακροχρόνιο εθνικό συμφέρον και είναι σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο. Σε αυτή την περίπτωση, η διαχείριση παύει να υπηρετεί τη στρατηγική και αρχίζει να την περιορίζει.

Η διάκριση είναι λεπτή αλλά θεμελιώδης. Η αυτοσυγκράτηση μπορεί να είναι εξαιρετικά ορθολογική όταν μειώνει τον κίνδυνο χωρίς να περιορίζει δικαιώματα ή επιλογές. Γίνεται προβληματική όταν η άλλη πλευρά αποκτά στην πράξη άτυπη δυνατότητα να αυξάνει το πολιτικό κόστος άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων απλώς απειλώντας ότι η άσκησή τους θα διαταράξει τη σταθερότητα. Τότε το κίνητρο αντιστρέφεται: η επιτυχία της αποκλιμάκωσης αρχίζει να εξαρτάται από τη διαρκή αυτοπεριοριστική συμπεριφορά της πλευράς που ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διατήρησή της.

Δεύτερη προϋπόθεση ώριμης διαχείρισης είναι επομένως η ρητή διατήρηση των νομικών θέσεων. Η Διακήρυξη των Αθηνών είχε ενσωματώσει αυτή τη λογική ήδη από το 2023: προβλέπει διαρκείς διαβουλεύσεις και αποφυγή ενεργειών που θα υπονόμευαν την ειρήνη και τη σταθερότητα, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει ότι η συνεργασία δεν προδικάζει τις νομικές θέσεις των δύο πλευρών και ότι το ίδιο το κείμενο δεν δημιουργεί διεθνώς δεσμευτικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις. Η κατασκευή είναι πολιτικά ενδιαφέρουσα ακριβώς επειδή επιτρέπει αποκλιμάκωση χωρίς νομική παραίτηση.

Η προστασία αυτή, ωστόσο, δεν εξαντλείται σε μια ρήτρα κειμένου. Χρειάζεται και συνεπής κρατική πρακτική. Στο διεθνές πεδίο, η διάρκεια έχει σημασία. Οι θέσεις δεν αποδυναμώνονται αυτομάτως επειδή δεν ασκείται κάθε δικαίωμα αμέσως, αλλά η διαρκής αποφυγή ενεργειών, η ασαφής δημόσια γλώσσα ή η σιωπηρή προσαρμογή σε μονομερείς αξιώσεις μπορούν να επηρεάσουν το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η μελλοντική διαπραγμάτευση. Η διαχείριση, για να παραμένει στρατηγικά ασφαλής, οφείλει να διαχωρίζει την επιχειρησιακή αυτοσυγκράτηση από την αποδοχή νέου κανονιστικού πλαισίου.

Τρίτη προϋπόθεση είναι ότι ο χρόνος πρέπει να χρησιμοποιείται παραγωγικά. Εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο κριτήριο διάκρισης ανάμεσα στη στρατηγική διαχείριση και στην αναβολή. Αν πέντε χρόνια αποκλιμάκωσης αφήνουν τις δύο πλευρές ακριβώς στο ίδιο σημείο, με την ίδια αβεβαιότητα, τα ίδια κανάλια κρίσης και αυξημένες εν τω μεταξύ αμφισβητήσεις, τότε η απουσία σύγκρουσης παραμένει πολύτιμη αλλά η πολιτική δεν έχει μετασχηματίσει το πρόβλημα. Αντίθετα, αν ο χρόνος χρησιμοποιείται για να δημιουργηθούν σαφέστεροι κανόνες συμπεριφοράς, ταχύτερη επικοινωνία, καλύτερη κατανόηση των πραγματικών ορίων κάθε πλευράς και τεχνική προετοιμασία ενός πιθανού μηχανισμού οριοθέτησης, τότε η μη επίλυση αποκτά στρατηγικό περιεχόμενο.

Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση χρειάζεται ενδιάμεσους στόχους. Δεν είναι αρκετό να επαναλαμβάνεται ότι «ο διάλογος συνεχίζεται». Η διπλωματία πρέπει να μπορεί να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Μειώθηκε η συχνότητα επικίνδυνων επιχειρησιακών επαφών; Υπάρχει ταχύτερος μηχανισμός επικοινωνίας όταν εμφανίζεται περιστατικό; Έχουν αποσαφηνιστεί ζητήματα τα οποία δεν πρόκειται να αποτελέσουν μέρος της διαπραγμάτευσης; Έχει περιοριστεί ο αριθμός των περιπτώσεων στις οποίες μια τεχνική ενέργεια μετατρέπεται αμέσως σε πολιτική κρίση; Υπάρχει μεγαλύτερη κατανόηση των όρων υπό τους οποίους θα μπορούσε να συζητηθεί στο μέλλον μια νομική διαδικασία;

Αν δεν μπορούν να απαντηθούν τέτοια ερωτήματα, η «διαχείριση» κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτοαναφορική διαδικασία: ο διάλογος θεωρείται επιτυχής επειδή πραγματοποιείται διάλογος. Πρόκειται για λανθασμένο κριτήριο. Η ύπαρξη ενός μηχανισμού έχει αξία μόνο εφόσον μεταβάλλει την πιθανότητα, το κόστος ή τον τρόπο παραγωγής των κρίσεων.

Τέταρτη προϋπόθεση είναι να διατηρείται η αξία επιλογής της ελληνικής στρατηγικής. Μια ώριμη πολιτική δεν πρέπει να δεσμεύει το μέλλον περισσότερο από όσο απαιτείται σήμερα. Χρειάζεται να κρατά ανοιχτές διαφορετικές νόμιμες οδούς: συνέχιση της διαπραγμάτευσης, τεχνική συμφωνία, συνυποσχετικό για διεθνή δικαιοδοσία εφόσον υπάρξει κατάλληλο κοινό έδαφος ή διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης υπό αυστηρούς κανόνες αποκλιμάκωσης όταν δεν υπάρχει ώριμη δυνατότητα συμφωνίας.

Η αξία αυτής της προαιρετικότητας είναι μεγάλη επειδή αποτρέπει δύο συμμετρικά σφάλματα. Το πρώτο είναι η πίεση για λύση επειδή έχει ήδη επενδυθεί πολιτικό κεφάλαιο στον διάλογο. Πρόκειται για κλασικό σφάλμα μη ανακτήσιμου κόστους: το γεγονός ότι μια διαδικασία έχει διαρκέσει χρόνια δεν αποτελεί επιχείρημα ότι πρέπει να καταλήξει σε οποιαδήποτε συμφωνία. Το δεύτερο είναι η πλήρης παραίτηση από την προοπτική διευθέτησης επειδή οι προηγούμενες προσπάθειες δεν απέδωσαν. Η αδυναμία συμφωνίας σε μία συγκεκριμένη χρονική συγκυρία δεν αποδεικνύει ότι το πεδίο συμφωνίας δεν μπορεί να μεταβληθεί στο μέλλον.

Πέμπτη προϋπόθεση είναι η αποφυγή της κανονικοποίησης της αμφισβήτησης. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην αποδοχή ότι μια άλλη χώρα διατυπώνει μια θέση και στην έμμεση αποδοχή ότι η θέση αυτή αποτελεί ισότιμο αντικείμενο προς διμερή διαπραγμάτευση. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο όταν οι δύο πλευρές δεν συμφωνούν ως προς τον αριθμό και τη φύση των μεταξύ τους διαφορών. Η ελληνική στρατηγική πρέπει να μπορεί να συνομιλεί χωρίς να μετατρέπει την ίδια την πράξη της συνομιλίας σε αναγνώριση ότι κάθε θέμα που εγείρεται είναι και νομικά υπαρκτή διαφορά.

Η διάκριση αυτή είναι δύσκολη αλλά απαραίτητη. Η διπλωματία χρειάζεται να ακούει θέσεις που δεν αποδέχεται. Διαφορετικά δεν υπάρχει διαπραγμάτευση. Δεν χρειάζεται όμως να υιοθετεί την ορολογία της άλλης πλευράς ή να επιτρέπει τη σταδιακή διεύρυνση του αποδεκτού αντικειμένου μόνο και μόνο για να διατηρείται η διαδικασία ζωντανή. Η καλή διαχείριση μειώνει τον κίνδυνο μεταξύ των κρατών· δεν αναδιαμορφώνει σιωπηρά το νομικό status quo.

Έκτη προϋπόθεση είναι η αποσύνδεση της αποτροπής από την κρίση. Συχνά η έννοια της αποτροπής επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση μόνο όταν η διπλωματία φαίνεται να αποτυγχάνει. Αυτό είναι θεωρητικά εσφαλμένο. Η αποτροπή και ο διάλογος λειτουργούν καλύτερα όταν είναι ταυτόχρονοι. Η πρώτη περιορίζει την προσδοκία ότι η πίεση μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της σχέσης. Ο δεύτερος μειώνει την πιθανότητα η ισχύς να χρησιμοποιηθεί λόγω λανθασμένης αντίληψης, φόβου ή κακής πληροφόρησης.

Η ώριμη διαχείριση επομένως δεν υποκαθιστά την ισορροπία ισχύος. Τη συμπληρώνει με μηχανισμούς πληροφόρησης. Στη θεωρία κρίσεων, πολλές ανεπιθύμητες κλιμακώσεις δεν προκαλούνται επειδή ένα κράτος επιθυμεί εξαρχής πολεμική σύγκρουση αλλά επειδή παρερμηνεύει το όριο του άλλου, αποδίδει λανθασμένα πρόθεση σε μια κίνηση ή θεωρεί ότι πρέπει να αντιδράσει γρήγορα πριν επιδεινωθεί η θέση του. Οι σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας περιορίζουν ακριβώς αυτά τα προβλήματα.

Η έβδομη προϋπόθεση αφορά τη σχετική μεταβολή ισχύος. Η διαχείριση μιας διαφοράς είναι συμφέρουσα για ένα κράτος μόνο εφόσον ο χρόνος δεν αλλάζει συστηματικά τη σχετική του θέση προς το χειρότερο. Αν μια πλευρά αυξάνει γρηγορότερα τις υλικές δυνατότητές της, δημιουργεί περισσότερες διεθνείς εξαρτήσεις υπέρ της ή κατορθώνει να κανονικοποιεί διεθνώς τις θέσεις της, τότε η αναμονή δεν είναι ουδέτερη. Η σημερινή μη λύση μπορεί να είναι περισσότερο ευνοϊκή από την αυριανή διαπραγμάτευση.

Αντίστροφα, η διαχείριση μπορεί να είναι εξαιρετικά ορθολογική όταν ο χρόνος χρησιμοποιείται για ενίσχυση αμυντικών ικανοτήτων, αναβάθμιση διεθνών συνεργασιών, θεσμική κατοχύρωση νόμιμων πολιτικών, οικονομική ανάπτυξη και αύξηση της γενικότερης κρατικής ανθεκτικότητας. Στην περίπτωση αυτή η απουσία βιαστικής διευθέτησης δεν είναι παθητική. Επιτρέπει στο κράτος να εισέλθει σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση με μεγαλύτερη ασφάλεια και μικρότερη ανάγκη συμφωνίας υπό πίεση.

Επομένως, δεν υπάρχει γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο «ο χρόνος ευνοεί» τη μία ή την άλλη πλευρά. Αυτό πρέπει να μετράται, όχι να διακηρύσσεται. Η στρατηγική αξιολόγηση χρειάζεται να εξετάζει περιοδικά μεταβολές στρατιωτικής ισορροπίας, οικονομικών δυνατοτήτων, διεθνούς θεσμικής θέσης, τεχνολογίας, δημογραφίας και ικανότητας κάθε κράτους να υποστηρίζει τις θέσεις του σε βάθος χρόνου.

Όγδοη προϋπόθεση είναι η αποτροπή της «γραφειοκρατικής αδράνειας του διαλόγου». Όταν δημιουργούνται σταθεροί μηχανισμοί, αποκτούν σταδιακά δική τους θεσμική λογική. Υπηρεσίες, διπλωμάτες και τεχνικές ομάδες επενδύουν στην ομαλή συνέχισή τους. Αυτό είναι κατά κανόνα θετικό. Μπορεί όμως να δημιουργήσει κίνητρο αποφυγής δύσκολων ζητημάτων ώστε να μη διαταραχθεί η διαδικασία. Η επιβίωση του μηχανισμού κινδυνεύει τότε να γίνει σημαντικότερη από τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε.

Για αυτό χρειάζεται περιοδικός στρατηγικός έλεγχος έξω από την καθημερινή λειτουργία του διαλόγου. Κάθε ορισμένο διάστημα πρέπει να τίθεται το δύσκολο ερώτημα: αν δεν υπήρχε ήδη αυτή η διαδικασία, θα την δημιουργούσαμε σήμερα στην ίδια μορφή; Τι έχει πετύχει; Ποια προβλήματα έχει μειώσει; Ποια δεν έχει επηρεάσει; Ποιες νέες συμπεριφορές έχει ίσως αθέλητα ενθαρρύνει;

Η αξιολόγηση αυτή προστατεύει τη διπλωματία από την ταύτιση διαδικασίας και στρατηγικής.

Η ένατη προϋπόθεση είναι να υπάρχει σαφής θεωρία για το πότε η διαχείριση πρέπει να δώσει τη θέση της στην προσπάθεια επίλυσης. Το ζήτημα δεν μπορεί να αφεθεί σε μια αόριστη προσδοκία ότι «κάποια στιγμή οι συνθήκες θα ωριμάσουν». Πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις ωρίμανσης. Μία είναι η σύγκλιση ως προς το αντικείμενο της διαφοράς. Μία δεύτερη είναι η αποδοχή κοινής μεθόδου επίλυσης. Μία τρίτη είναι η ύπαρξη επαρκούς εσωτερικής πολιτικής δυνατότητας ώστε μια συμφωνία να μπορεί να εφαρμοστεί και όχι απλώς να υπογραφεί. Μία τέταρτη είναι η πεποίθηση και των δύο πλευρών ότι η διαιώνιση του προβλήματος έχει μεγαλύτερο κόστος από έναν ελεγχόμενο συμβιβασμό.

Αυτό προσεγγίζει την έννοια του «ώριμου αδιεξόδου» στη θεωρία επίλυσης συγκρούσεων: οι πλευρές μετακινούνται όταν αντιλαμβάνονται ότι ούτε η κλιμάκωση ούτε η αναμονή προσφέρουν καλύτερη εναλλακτική. Δεν είναι βέβαιο ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο. Η ύπαρξη δομημένου διαλόγου δεν πρέπει να συγχέεται με ύπαρξη ώριμης τελικής συμφωνίας.

Η σημερινή πραγματικότητα άλλωστε είναι σύνθετη. Ο δομημένος διάλογος συνεχίζεται και οι επίσημοι μηχανισμοί παραμένουν ενεργοί, αλλά οι ουσιαστικές αποκλίσεις δεν έχουν εξαφανιστεί. Η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει  ότι η σχέση παραμένει λειτουργική αλλά βρίσκεται παράλληλα σε περίοδο αυξημένης έντασης λόγω νέων δηλώσεων και μονομερών ενεργειών. Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη αποτελεί την πραγματική δοκιμή της διαχείρισης: αν ο μηχανισμός λειτουργεί μόνο σε περιόδους ηρεμίας, η αξία του είναι περιορισμένη. Η θεσμική του ποιότητα αποδεικνύεται όταν απορροφά κραδασμούς χωρίς να απαιτεί από καμία πλευρά να εγκαταλείψει τις θέσεις της.

Αυτό επιτρέπει μια ακριβέστερη διάκριση μεταξύ τριών καταστάσεων. Η πρώτη είναι η επίλυση της σύγκρουσης: το βασικό αντικείμενο διευθετείται μέσω συμφωνίας ή άλλης αποδεκτής διαδικασίας. Η δεύτερη είναι η ενεργητική διαχείριση: το αντικείμενο παραμένει, αλλά οι κίνδυνοι που το περιβάλλουν μειώνονται και οι συνθήκες μελλοντικής διευθέτησης δεν επιδεινώνονται. Η τρίτη είναι η παγωμένη εκκρεμότητα: δεν υπάρχει λύση, δεν υπάρχει ουσιαστικός μετασχηματισμός και ο χρόνος απλώς συσσωρεύει νέες αξιώσεις, πολιτικές δυσκολίες ή υλικές ασυμμετρίες.

Η Ελλάδα έχει συμφέρον από τη δεύτερη κατάσταση όσο η πρώτη δεν είναι διαθέσιμη. Δεν έχει συμφέρον από την τρίτη.

Αυτό σημαίνει ότι ο διάλογος πρέπει να είναι αυστηρά συνδεδεμένος με την έννοια της κρατικής προνοητικότητας. Μια χώρα δεν συνομιλεί επειδή θεωρεί ότι ο συνομιλητής της έχει δίκιο ούτε επειδή πιστεύει ότι η επικοινωνία θα εξαλείψει βαθιές στρατηγικές αποκλίσεις. Συνομιλεί επειδή σε σχέση γεωγραφικά αναπόδραστη η πληροφορία έχει αξία, η αποφυγή πολέμου έχει τεράστια αξία και η δυνατότητα επίλυσης μιας περιορισμένης νομικής διαφοράς δεν πρέπει να κλείσει από ατύχημα ή από συσσώρευση αμοιβαίας καχυποψίας.

Ταυτόχρονα, η χώρα οφείλει να απορρίψει μια εξίσου προβληματική αντίληψη: ότι κάθε περίοδος ηρεμίας αποτελεί από μόνη της πρόοδο. Μπορεί να υπάρξει σταθερότητα χωρίς στρατηγική βελτίωση. Μπορεί μάλιστα να υπάρξει σταθερότητα κατά την οποία η μία πλευρά χρησιμοποιεί τον χρόνο περισσότερο αποτελεσματικά από την άλλη.

Για αυτό η ώριμη διαχείριση χρειάζεται δείκτες που υπερβαίνουν την απουσία κρίσης. Χρειάζεται να εξετάζεται η μεταβολή των επιχειρησιακών κινδύνων, η διεθνής θέση των νομικών επιχειρημάτων, η συχνότητα μονομερών αμφισβητήσεων, η ποιότητα των διαύλων επικοινωνίας, η δυνατότητα άσκησης νόμιμων πολιτικών χωρίς τεχνητή κλιμάκωση και η απόσταση που χωρίζει τις δύο πλευρές από μια κοινώς αποδεκτή διαδικασία διευθέτησης.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη «στρατηγική υπομονή» και στη «στρατηγική αναβολή». Η πρώτη χρησιμοποιεί τον χρόνο. Η δεύτερη καταναλώνεται από αυτόν.

Η στρατηγική υπομονή παράγει καλύτερη θέση, περισσότερη γνώση, μικρότερο κίνδυνο και μεγαλύτερο φάσμα επιλογών. Η αναβολή αφήνει τις βασικές μεταβλητές ανεξέλεγκτες και στηρίζεται στην ελπίδα ότι το μέλλον θα είναι ευκολότερο από το παρόν χωρίς να υπάρχει μηχανισμός που να το καθιστά πράγματι πιθανότερο.

Η ελληνική πολιτική χρειάζεται επομένως μια διπλή πειθαρχία. Από τη μία πλευρά, να μην υποκύπτει στον πειρασμό της τεχνητής επιτάχυνσης μιας διευθέτησης για την οποία δεν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Από την άλλη, να μην αναγορεύει τη διατήρηση του διαλόγου σε υποκατάστατο στρατηγικού αποτελέσματος.

Η απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι έτσι περισσότερο απαιτητική από ένα απλό «ναι» ή «όχι». Η διαχείριση μιας διαφοράς αποτελεί ώριμη στρατηγική όταν αγοράζει όχι απλώς χρόνο αλλά καλύτερο χρόνο: όταν μειώνει το αναμενόμενο κόστος κρίσης, διατηρεί αναλλοίωτες τις θεμελιώδεις νομικές θέσεις, αποτρέπει δυσμενή τετελεσμένα, ενισχύει την κρατική ισχύ και δημιουργεί καλύτερες πληροφοριακές και θεσμικές συνθήκες για μια ενδεχόμενη μελλοντική διευθέτηση.

Μετατρέπεται σε απλή αναβολή όταν το μόνο μετρήσιμο αποτέλεσμα είναι ότι «δεν συνέβη κάτι σοβαρό», ενώ στο υπόβαθρο διευρύνεται η ατζέντα αμφισβητήσεων, μεταβάλλεται αρνητικά η ισορροπία, η σταθερότητα περιορίζει τη νόμιμη δράση και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πώς η σημερινή διαδικασία καθιστά την αυριανή κατάσταση καλύτερη.

Σε μια σχέση τόσο σύνθετη όσο η ελληνοτουρκική, η οριστική διευθέτηση δεν μπορεί να κατασκευαστεί τεχνητά μόνο και μόνο επειδή είναι επιθυμητή. Η αποτροπή σοβαρών κρίσεων αποτελεί αυτοτελές δημόσιο αγαθό. Αλλά η μακροχρόνια επιτυχία δεν θα κριθεί αποκλειστικά από το πόσα χρόνια πέρασαν χωρίς ρήξη.

Θα κριθεί από το αν, όταν έρθει η στιγμή της επόμενης πραγματικής διαπραγμάτευσης, η Ελλάδα θα διαθέτει περισσότερη ασφάλεια, καθαρότερο αντικείμενο, ισχυρότερη θέση, καλύτερα εργαλεία και μεγαλύτερη ελευθερία επιλογής από όση διέθετε όταν άρχισε η περίοδος διαχείρισης.