Η 11η Σεπτεμβρίου είναι μία από εκείνες τις σπάνιες ημερομηνίες που χωρίζουν με καθαρό τρόπο το ιστορικό «πριν» από το «μετά». Η εικόνα είναι εύληπτη και σε ένα επίπεδο προφανώς ακριβής. Η κλίμακα των επιθέσεων, η επιλογή των στόχων, η παγκόσμια τηλεοπτική μετάδοσή τους και κυρίως η αμερικανική αντίδραση που ακολούθησε άλλαξαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο την ιεράρχηση των διεθνών απειλών, τη λειτουργία των μηχανισμών ασφαλείας και τη νομιμοποίηση χρήσης στρατιωτικής ισχύος. Ωστόσο, η έννοια της «ιστορικής τομής» χρειάζεται μεγαλύτερη ακρίβεια. Ένα γεγονός μπορεί να μεταβάλει ριζικά την πορεία της διεθνούς πολιτικής χωρίς να έχει δημιουργήσει από το μηδέν τις τάσεις που αργότερα συνδέθηκαν μαζί του. Η 11η Σεπτεμβρίου είναι ίσως περισσότερο ενδιαφέρουσα ακριβώς αν ιδωθεί όχι ως στιγμή κατά την οποία γεννήθηκε ένας νέος κόσμος, αλλά ως κρίσιμος επιταχυντής μιας μετάβασης που είχε αρχίσει μέσα στην ίδια τη δεκαετία του 1990.

Για να χαρακτηριστεί ένα γεγονός πραγματική συστημική τομή στις διεθνείς σχέσεις, θα έπρεπε να μεταβάλει θεμελιωδώς τουλάχιστον ένα από τα βασικά συστατικά της διεθνούς τάξης: την κατανομή της ισχύος, την ταυτότητα των κυρίαρχων δρώντων, τους βασικούς θεσμούς ή τους κανόνες μέσω των οποίων οργανώνεται η διεθνής πολιτική. Με αυτό το αυστηρό κριτήριο, η 11η Σεπτεμβρίου δεν ανέτρεψε από μόνη της τη δομή του διεθνούς συστήματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν η ισχυρότερη δύναμη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνέχισε την πορεία οικονομικής και θεσμικής εμβάθυνσης. Η Ρωσία δεν απέκτησε ξαφνικά μεγαλύτερη σχετική ισχύ και η κινεζική άνοδος, που αργότερα θα αποτελούσε την καθοριστικότερη δομική μεταβολή της διεθνούς ισορροπίας, είχε ήδη αρχίσει. Η επίθεση δεν δημιούργησε ένα νέο πολυπολικό σύστημα. Συνέβη μέσα στην ήδη υπάρχουσα μονοπολική διάταξη της μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Αυτό που άλλαξε απότομα ήταν η πολιτική ερμηνεία της ίδιας αυτής δομής. Η δεκαετία του 1990 είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι η κυρίαρχη απειλή προς τις προηγμένες δυτικές κοινωνίες δεν προερχόταν πλέον από έναν στρατηγικά ισοδύναμο αντίπαλο. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είχε αφαιρέσει τον βασικό οργανωτικό άξονα της αμερικανικής στρατηγικής. Η πολιτική συζήτηση μπορούσε πλέον να περιστρέφεται γύρω από τη διεύρυνση των αγορών, την παγκοσμιοποίηση, τις ανθρωπιστικές επεμβάσεις, την επέκταση των δημοκρατικών θεσμών και τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων. Η ασφάλεια παρέμενε σημαντική, αλλά η ιδέα μιας αιφνίδιας καταστροφικής επίθεσης στην αμερικανική ενδοχώρα δεν αποτελούσε το κεντρικό οργανωτικό σενάριο της μεγάλης στρατηγικής.

Δεν σημαίνει ότι οι ενδείξεις μιας διαφορετικής εποχής απουσίαζαν. Το πρώτο χτύπημα στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το 1993, οι επιθέσεις εναντίον αμερικανικών πρεσβειών στην Ανατολική Αφρική το 1998, η επίθεση εναντίον του USS Cole το 2000 και η ήδη έντονη δραστηριότητα διεθνών τρομοκρατικών δικτύων έδειχναν ότι η γεωγραφική απόσταση και η συμβατική στρατιωτική υπεροχή δεν επαρκούσαν πλέον ως εγγύηση ασφάλειας. Η ίδια η Επιτροπή της 11ης Σεπτεμβρίου κατέληξε αργότερα ότι πριν από τις επιθέσεις υπήρχαν ταυτόχρονα αποτυχίες «φαντασίας, πολιτικής, δυνατοτήτων και διοίκησης» και ότι το υφιστάμενο κρατικό σύστημα δεν ήταν κατάλληλα οργανωμένο για τον νέο τύπο απειλής. Η εικόνα συνεπώς δεν είναι ότι μια εντελώς άγνωστη απειλή εμφανίστηκε στις 11 Σεπτεμβρίου. Είναι ότι μια ήδη εξελισσόμενη απειλή απέκτησε μέσα σε λίγες ώρες εντελώς διαφορετική πολιτική βαρύτητα.

Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Στην ιστορία, τα μεγάλα γεγονότα συχνά δεν δημιουργούν από μόνα τους τις δομικές αλλαγές. Μεταβάλλουν την ιεραρχία των ήδη υφιστάμενων τάσεων. Η 11η Σεπτεμβρίου δεν δημιούργησε την παγκοσμιοποίηση των επικοινωνιών, τη διακρατική κινητικότητα κεφαλαίου και ανθρώπων, τη δυνατότητα μη κρατικών δικτύων να οργανώνονται πέρα από σύνορα ή την αυξανόμενη εξάρτηση των προηγμένων κοινωνιών από σύνθετες υποδομές. Όλα αυτά είχαν ήδη αναπτυχθεί. Έδειξε όμως ότι οι ίδιες υποδομές που διευκόλυναν την οικονομική παγκοσμιοποίηση μπορούσαν να αξιοποιηθούν και από δρώντες που επιδίωκαν να πλήξουν την καρδιά του συστήματος.

Η μεταψυχροπολεμική διεθνής τάξη περιείχε επομένως ήδη μια βαθιά αντίφαση. Η αυξανόμενη διασυνδεσιμότητα δημιουργούσε πλούτο, ταχύτητα και κινητικότητα, αλλά ταυτόχρονα αύξανε την επιφάνεια ευπάθειας. Τα ανοικτά σύνορα, τα παγκόσμια αεροπορικά δίκτυα, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές ροές και η πληροφοριακή επανάσταση δεν ήταν μόνο πηγές ισχύος. Ήταν και μέσα μέσω των οποίων μικροί δρώντες μπορούσαν να μεταφέρουν βία σε κλίμακες που παλαιότερα θα απαιτούσαν πολύ μεγαλύτερη οργανωτική δυνατότητα.

Με αυτή την έννοια, η 11η Σεπτεμβρίου ήταν περισσότερο γνωστική τομή παρά άμεση υλική αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονταν το πρόβλημα της ασφάλειας. Η απειλή δεν χρειαζόταν πλέον να προέρχεται από κράτος με τεθωρακισμένες δυνάμεις, βαλλιστικούς πυραύλους ή στόλο. Ένα σχετικά μικρό δίκτυο μπορούσε να εκμεταλλευθεί την ανοικτότητα μιας προηγμένης κοινωνίας και να προκαλέσει πολιτικό αποτέλεσμα δυσανάλογο προς τους δικούς του υλικούς πόρους. Η ασυμμετρία μετακινήθηκε από το περιθώριο της στρατηγικής σκέψης στο κέντρο της.

Η αντίδραση σε αυτή τη γνωστική μετατόπιση ήταν θεσμικά πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο το γεγονός. Η πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα ενεργοποίηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ ακολούθησε την επίθεση μη κρατικού δρώντος και όχι συμβατική εισβολή άλλου κράτους. Η έννοια της συλλογικής άμυνας άρχισε έτσι να αποσυνδέεται από την κλασική εικόνα στρατών που περνούν σύνορα. Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργήθηκαν νέες διοικητικές δομές, αναδιοργανώθηκαν οι υπηρεσίες πληροφοριών, διευρύνθηκαν οι δυνατότητες επιτήρησης και επαναπροσδιορίστηκε η σχέση μεταξύ εσωτερικής ασφάλειας και εξωτερικής απειλής.

Αυτή είναι μία από τις ισχυρότερες ενδείξεις ότι η 11η Σεπτεμβρίου μπορεί να θεωρηθεί «κρίσιμη καμπή». Στη θεωρία θεσμικής εξέλιξης, κρίσιμη καμπή δεν είναι απαραίτητα ένα γεγονός που καταστρέφει ολόκληρο το προϋπάρχον σύστημα. Είναι μια στιγμή κατά την οποία ανοίγει ένα στενό παράθυρο μέσα στο οποίο μπορούν να ληφθούν αποφάσεις που σε κανονικές συνθήκες θα αντιμετώπιζαν πολύ μεγαλύτερα πολιτικά εμπόδια. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συμπυκνώνει τον χρόνο, μεταβάλλει τις κοινωνικές προτιμήσεις και επιτρέπει θεσμικές και στρατηγικές επιλογές με πολύ μακροχρόνιες συνέπειες.

Η 11η Σεπτεμβρίου λειτούργησε ακριβώς έτσι. Δεν δημιούργησε τον αμερικανικό παρεμβατισμό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη χρησιμοποιήσει εκτεταμένα στρατιωτική ισχύ μέσα στη δεκαετία του 1990. Δεν δημιούργησε επίσης την ιδέα ότι η διεθνής τάξη μπορούσε να διαμορφωθεί ενεργητικά μέσα από τη διάδοση συγκεκριμένων πολιτικών και θεσμικών προτύπων. Η ιδέα αυτή είχε βαθιές προϋπάρχουσες ρίζες. Η 11η Σεπτεμβρίου όμως επέτρεψε τη σύνδεση αυτών των τάσεων με μια πολύ ισχυρότερη γλώσσα άμεσης αυτοάμυνας.

Αυτό άλλαξε και την έννοια της απόστασης μεταξύ απειλής και αντίδρασης. Πριν από το 2001, η αλλαγή καθεστώτος σε μακρινό κράτος θα μπορούσε να υποστηριχθεί για λόγους περιφερειακής σταθερότητας, ανθρωπιστικής προστασίας ή ισορροπίας ισχύος. Μετά τις επιθέσεις, μπορούσε πλέον να παρουσιαστεί ως μέρος ενός πολύ ευρύτερου πλαισίου πρόληψης καταστροφικής απειλής πριν αυτή αποκτήσει υλική μορφή. Από εδώ προέκυψε σταδιακά ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της μετα-11/9 στρατηγικής: η μείωση της ανοχής απέναντι στην αβεβαιότητα.

Όταν το δυνητικό κόστος μιας απειλής θεωρείται καταστροφικό, ακόμη και σχετικά μικρή πιθανότητα μπορεί να δικαιολογεί πολύ μεγάλη προληπτική κινητοποίηση. Πρόκειται για επικίνδυνη στρατηγική λογική, διότι μετατοπίζει το βάρος από την απόδειξη της απειλής στην αδυναμία αποκλεισμού της. Αν ένα κράτος θεωρεί ότι δεν μπορεί να περιμένει μέχρι να γνωρίζει με βεβαιότητα, τότε η αβεβαιότητα παύει να λειτουργεί υπέρ της αυτοσυγκράτησης και μπορεί να λειτουργεί υπέρ της δράσης.

Η 11η Σεπτεμβρίου είχε συνεπώς πραγματικά μετασχηματιστικό αποτέλεσμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελεί την αρχή όλων όσων ακολούθησαν. Πιο ακριβής είναι η εικόνα μιας αλληλεπίδρασης γεγονότος και δομής. Η επίθεση έπεσε πάνω σε ένα διεθνές σύστημα που ήδη χαρακτηριζόταν από αμερικανική μονοπολική υπεροχή, τεχνολογική παγκοσμιοποίηση, αυξανόμενες διεθνικές ροές, ενεργητικό δυτικό παρεμβατισμό και αβεβαιότητα για το ποια απειλή θα αντικαθιστούσε τη Σοβιετική Ένωση ως κύριο οργανωτικό πρόβλημα της αμερικανικής μεγάλης στρατηγικής.

Το γεγονός έδωσε σε όλες αυτές τις τάσεις νέα κατεύθυνση. Η μονοπολική υπεροχή μετατράπηκε σε δυνατότητα διεξαγωγής μακροχρόνιων πολέμων μακριά από την αμερικανική επικράτεια. Η παγκοσμιοποίηση συνδέθηκε πλέον όχι μόνο με οικονομική ευκαιρία αλλά και με διακρατική ευπάθεια. Η τεχνολογική επανάσταση δημιούργησε νέα συστήματα επιτήρησης. Ο παρεμβατισμός απέκτησε αντιτρομοκρατική αιτιολόγηση. Η αβεβαιότητα για τον νέο εχθρό έληξε προσωρινά επειδή η τρομοκρατία αναγορεύθηκε σε βασικό οργανωτικό άξονα της ασφάλειας.

Από αυτή την άποψη, η 11η Σεπτεμβρίου είναι καλύτερο να ερμηνευθεί ως επιταχυντής και ανακατευθυντής παρά ως απόλυτο σημείο γέννησης μιας νέας διεθνούς τάξης. Δεν αντικατέστησε το σύστημα ισχύος που προϋπήρχε. Άλλαξε τις προτεραιότητες μέσα σε αυτό και οδήγησε την ισχυρότερη δύναμή του σε στρατηγικές επιλογές που με τη σειρά τους επηρέασαν τη μεταγενέστερη εξέλιξή του.

Η διάκριση αυτή έχει και μεγαλύτερη ιστοριογραφική σημασία είκοσι πέντε χρόνια αργότερα. Η σημερινή διεθνής τάξη δεν καθορίζεται πρωτίστως από την αντιτρομοκρατία. Η άνοδος της Κίνας, η επανεμφάνιση του διακρατικού πολέμου μεγάλης έντασης, η τεχνολογική αντιπαλότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και η αποδυνάμωση της μεταψυχροπολεμικής φιλελεύθερης συναίνεσης έχουν μετακινήσει ξανά το κέντρο βάρους. Αυτό επιτρέπει μεγαλύτερη ιστορική απόσταση από την ιδέα ότι η 11η Σεπτεμβρίου εγκαινίασε μια μόνιμη νέα εποχή.

Η εποχή της αντιτρομοκρατίας υπήρξε εξαιρετικά σημαντική, αλλά δεν ήταν η τελική μορφή της διεθνούς πολιτικής. Έμοιαζε οριστική όταν βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, όπως ακριβώς η μεταψυχροπολεμική μονοπολική τάξη έμοιαζε σταθερότερη τη δεκαετία του 1990 απ’ όσο αποδείχθηκε αργότερα.

Ίσως λοιπόν η 11η Σεπτεμβρίου πρέπει να τοποθετηθεί ιστορικά ανάμεσα σε δύο μεγαλύτερες διαδικασίες. Πριν από αυτήν, η αποσύνθεση της ψυχροπολεμικής τάξης είχε δημιουργήσει μια περίοδο χωρίς σαφώς καθορισμένο στρατηγικό αντίπαλο. Μετά από αυτήν, η αμερικανική στρατηγική αφιέρωσε περίπου δύο δεκαετίες στην αντιμετώπιση της διακρατικής τρομοκρατίας και στις συνέπειες των πολέμων που συνδέθηκαν με αυτήν. Την ίδια περίοδο, όμως, κάτω από αυτή την επιφάνεια ωρίμαζε η πολύ βαθύτερη δομική μεταβολή της ανόδου νέων κέντρων ισχύος.

Η 11η Σεπτεμβρίου υπήρξε συνεπώς αληθινή ιστορική τομή στη συνείδηση, στη θεσμική λειτουργία και στη στρατηγική συμπεριφορά της εποχής. Δεν ήταν όμως η αρχή μιας εντελώς νέας δομής διεθνούς ισχύος. Ήταν η στιγμή κατά την οποία υφιστάμενες τάσεις συγκεντρώθηκαν, επιταχύνθηκαν και απέκτησαν συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση.

Αυτός ο χαρακτηρισμός είναι λιγότερο δραματικός από τη φράση «η ημέρα που άλλαξε τον κόσμο», αλλά ιστορικά πιο ακριβής. Η 11η Σεπτεμβρίου άλλαξε πράγματι τον κόσμο επειδή άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η ισχυρότερη δύναμή του ερμήνευσε τον κόσμο που ήδη άλλαζε.