Στις αρχές του 21ου αιώνα οι Ηνωμένες Πολιτείες κατείχαν μια θέση στο διεθνές σύστημα που δύσκολα είχε ιστορικό προηγούμενο. Δεν υπήρχε άλλο κράτος ικανό να τις ανταγωνιστεί ταυτόχρονα σε στρατιωτική ισχύ, τεχνολογία, παγκόσμια οικονομική επιρροή, δίκτυα συμμαχιών και δυνατότητα προβολής ισχύος. Η Ρωσία βρισκόταν ακόμη σε περίοδο μετασοβιετικής αποδυνάμωσης. Η Κίνα αναπτυσσόταν ταχύτατα αλλά δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε πλήρους κλίμακας στρατηγικό ανταγωνιστή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διεύρυνε την οικονομική και θεσμική της εμβέλεια χωρίς να συγκροτεί ανεξάρτητο στρατηγικό πόλο αντίστοιχης ισχύος. Η αμερικανική μονοπολική θέση έμοιαζε όχι μόνο πραγματική αλλά εξαιρετικά ανθεκτική.

Ακριβώς μέσα σε αυτή τη συνθήκη συνέβη η 11η Σεπτεμβρίου. Το παράδοξο είναι ότι οι επιθέσεις δεν αποκάλυψαν στρατιωτική αδυναμία της υπερδύναμης. Αποκάλυψαν έναν διαφορετικό τύπο ευπάθειας: ένα κράτος μπορούσε να είναι συντριπτικά ισχυρότερο από κάθε πιθανό συμβατικό αντίπαλο και παρ’ όλα αυτά να υποστεί καταστροφικό πλήγμα από έναν δρώντα που δεν μπορούσε να το ανταγωνιστεί σε καμία συμβατική διάσταση ισχύος. Η απάντηση σε αυτή την ασυμμετρία διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό την επόμενη εικοσαετία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα της στρατηγικής υπερεπέκτασης. Υπερεπέκταση δεν σημαίνει απλώς ότι μια μεγάλη δύναμη δαπανά πολλά χρήματα ή διατηρεί στρατεύματα σε πολλές περιοχές. Σημαίνει ότι ο αριθμός, η γεωγραφική έκταση και η φιλοδοξία των στρατηγικών δεσμεύσεων αρχίζουν να υπερβαίνουν την ικανότητα του κράτους να τις υπηρετεί χωρίς να υποβαθμίζει άλλες σημαντικότερες προτεραιότητες. Η κρίσιμη έννοια δεν είναι η απόλυτη έλλειψη πόρων αλλά το κόστος ευκαιρίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 2001 είχαν την οικονομική και στρατιωτική δυνατότητα να εισβάλουν στο Αφγανιστάν και αργότερα στο Ιράκ. Το γεγονός ότι μπορούσαν να το κάνουν, όμως, δεν απαντούσε στο διαφορετικό ερώτημα αν ήταν στρατηγικά ορθολογικό να δεσμεύσουν τόσο μεγάλο μέρος πολιτικής προσοχής, στρατιωτικής ισχύος και δημοσιονομικών πόρων σε πολέμους των οποίων οι τελικοί στόχοι διευρύνονταν πολύ πέρα από την αρχική καταστροφή συγκεκριμένων τρομοκρατικών δικτύων.

Αυτό είναι συχνό πρόβλημα σε στιγμές εξαιρετικά μεγάλης σχετικής ισχύος. Η ισχύς μειώνει το άμεσο κόστος ανάληψης νέων δεσμεύσεων και συνεπώς μπορεί να αποδυναμώσει τον μηχανισμό αυτοπεριορισμού. Ένα κράτος με περιορισμένες δυνατότητες είναι αναγκασμένο να ιεραρχεί αυστηρά. Ένα κράτος που πιστεύει ότι μπορεί να επιτύχει πολλαπλούς στόχους ταυτόχρονα είναι περισσότερο ευάλωτο στον πειρασμό να διευρύνει τους σκοπούς του.

Έτσι, το πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής μετά το 2001 δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως αποτυχία ισχύος. Ήταν εν μέρει συνέπεια αφθονίας ισχύος. Η μονοπολική θέση δημιούργησε την εντύπωση ότι το κόστος λαθών θα μπορούσε να απορροφηθεί. Δεν υπήρχε ισοδύναμος ανταγωνιστής που να μπορεί να εκμεταλλευθεί άμεσα κάθε διάθεση πόρων αλλού. Η υπεροχή μείωσε την εξωτερική πειθαρχία που, σε περισσότερο ισορροπημένο σύστημα, θα ανάγκαζε μια μεγάλη δύναμη να είναι περισσότερο επιλεκτική.

Αυτή η σχέση μεταξύ ισχύος και αυτοπεριορισμού είναι από τα σημαντικότερα στρατηγικά προβλήματα της μονοπολικότητας. Η μεγάλη ισχύς προσφέρει ελευθερία δράσης. Η ίδια ελευθερία, όμως, αυξάνει την πιθανότητα να αναληφθούν αποστολές των οποίων το οριακό στρατηγικό όφελος είναι μικρότερο από το κόστος τους. Η αποτυχία δεν εμφανίζεται επειδή η μεγάλη δύναμη δεν μπορεί να νικήσει μια μάχη. Εμφανίζεται όταν η στρατιωτική νίκη δεν μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό τελικό αποτέλεσμα ανάλογο του κόστους.

Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στους μετα-11/9 πολέμους. Η ανατροπή ενός καθεστώτος είναι στρατιωτικά πολύ διαφορετική από την κατασκευή μιας νέας βιώσιμης πολιτικής τάξης. Η πρώτη μπορεί να απαιτεί εβδομάδες. Η δεύτερη απαιτεί χρόνια, τοπική κοινωνική γνώση, διοικητική ικανότητα, πολιτική νομιμοποίηση και συχνά πολύ μεγαλύτερη δέσμευση από εκείνη που είχε αρχικά γίνει αντιληπτή.

Με αυτό τον τρόπο εμφανίζεται η διολίσθηση της αποστολής. Ένας περιορισμένος στόχος επιτυγχάνεται, αλλά η επιτυχία δημιουργεί νέο ερώτημα. Αν απομακρυνθεί ο αντίπαλος, ποιος κυβερνά μετά; Αν δημιουργηθούν νέοι κρατικοί θεσμοί, ποιος τους προστατεύει μέχρι να γίνουν βιώσιμοι; Αν η απόσυρση κινδυνεύει να ακυρώσει την προηγούμενη επένδυση, δεν δημιουργείται κίνητρο νέας παραμονής; Έτσι η ίδια η αρχική επιτυχία μπορεί να παράγει αλυσίδα νέων δεσμεύσεων.

Η υπερεπέκταση συνεπώς δεν χρειάζεται να είναι αρχικός σχεδιασμός. Μπορεί να είναι σωρευτικό αποτέλεσμα πολλών μεμονωμένων αποφάσεων, καθεμία από τις οποίες φαίνεται ορθολογική αν εξεταστεί απομονωμένα. Το κράτος συνεχίζει επειδή έχει ήδη επενδύσει. Αυξάνει τους πόρους επειδή δεν θέλει η προηγούμενη επένδυση να χαθεί. Διευρύνει τους στόχους επειδή μια στενότερη επιτυχία δεν φαίνεται να εξασφαλίζει το μακροχρόνιο αποτέλεσμα. Τελικά η στρατηγική δεσμεύεται από το ίδιο της το παρελθόν.

Το δημοσιονομικό μέγεθος δίνει μόνο μία εικόνα αυτής της διαδικασίας, αλλά είναι αποκαλυπτικό. Το πρόγραμμα Costs of War του Brown University υπολογίζει ότι οι μετα-11/9 πόλεμοι έχουν δημιουργήσει δαπάνες και υποχρεώσεις άνω των 8 τρισ. δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών υποχρεώσεων περίθαλψης βετεράνων και του κόστους δανεισμού. Η σημασία του αριθμού δεν βρίσκεται μόνο στο απόλυτο ύψος. Βρίσκεται στο τι άλλο θα μπορούσε να είχε χρηματοδοτηθεί ή ποια διαφορετική στρατηγική προτεραιότητα θα μπορούσε να είχε υπηρετηθεί με μέρος αυτών των πόρων.

Το σημαντικότερο κόστος, όμως, πιθανώς δεν ήταν δημοσιονομικό. Ήταν στρατηγικό. Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, η Κίνα διεύρυνε σταθερά το οικονομικό και τεχνολογικό της βάρος. Η ανακατανομή της παγκόσμιας παραγωγής, οι επενδύσεις σε κρίσιμες τεχνολογίες, η αύξηση στρατιωτικών δυνατοτήτων και η σταδιακή συγκρότηση εναλλακτικών οικονομικών δικτύων δημιουργούσαν ένα πρόβλημα εντελώς διαφορετικής τάξης από την τρομοκρατία. Η τρομοκρατία μπορούσε να προκαλέσει τεράστιο ανθρώπινο και πολιτικό κόστος. Η άνοδος ενός άλλου μεγάλου κράτους μπορούσε να μεταβάλει την ίδια τη δομή του διεθνούς συστήματος.

Η διάκριση είναι ουσιώδης για τη μεγάλη στρατηγική. Δεν είναι όλες οι απειλές που προκαλούν μεγάλη άμεση ζημία ταυτόχρονα και οι σημαντικότερες μακροχρόνιες απειλές για τη σχετική θέση ενός κράτους. Η 11η Σεπτεμβρίου είχε τεράστια ψυχολογική και πολιτική ένταση. Ακριβώς γι’ αυτό μπορούσε να καταλάβει δυσανάλογο τμήμα της στρατηγικής προσοχής.

Η στρατηγική προσοχή είναι περιορισμένος πόρος. Οι κυβερνήσεις διαθέτουν πεπερασμένη διοικητική ικανότητα, πολιτικό χρόνο και ικανότητα ανάλυσης. Όταν ένα ζήτημα οργανώνει επί χρόνια ολόκληρη την αντίληψη εθνικής ασφάλειας, άλλες μακροχρόνιες μεταβολές μπορούν να αντιμετωπιστούν καθυστερημένα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική πολιτική αγνόησε την Κίνα μέχρι το τέλος των πολέμων. Σημαίνει ότι η στρατηγική ιεράρχηση της πρώτης μετα-11/9 περιόδου έδωσε σαφή προτεραιότητα σε διαφορετικό τύπο αντιπάλου.

Η αμερικανική φθορά πρέπει, επίσης, να νοηθεί ως σχετική και όχι ως απόλυτη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έπαψαν να είναι εξαιρετικά ισχυρές επειδή διεξήγαγαν πολέμους στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Η οικονομία, η τεχνολογική βάση, το δολάριο, τα πανεπιστήμια, οι συμμαχίες και οι στρατιωτικές τους δυνατότητες παρέμειναν εξαιρετικά ισχυρές. Το ζήτημα είναι διαφορετικό: κατά την ίδια περίοδο αυξήθηκε η ισχύς άλλων δρώντων και μειώθηκε η διαφορά που χαρακτήριζε τη μονοπολική δεκαετία.

Η σχετική παρακμή μπορεί να συμβαίνει ακόμη και όταν ένα κράτος εξακολουθεί να γίνεται απολύτως πλουσιότερο και ισχυρότερο. Αρκεί οι ανταγωνιστές του να αυξάνονται ταχύτερα. Αν μάλιστα η ηγεμονική δύναμη διαθέτει σημαντικό μέρος πόρων σε αποστολές με περιορισμένη μακροχρόνια στρατηγική απόδοση, η διαδικασία επιταχύνεται.

Υπάρχει και κόστος αξιοπιστίας. Οι πόλεμοι δεν επιδρούν μόνο στους στρατιωτικούς και δημοσιονομικούς πόρους. Διαμορφώνουν την εικόνα της κρίσης και της ικανότητας μιας μεγάλης δύναμης. Μια επιτυχημένη εκστρατεία μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή. Μια μακρά και αμφίβολη εκστρατεία μπορεί να δημιουργήσει διαφορετική εικόνα: τεράστια υλική δύναμη που δυσκολεύεται να μετατρέψει την επιχειρησιακή υπεροχή σε βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα.

Αυτό έχει επίπτωση τόσο στους συμμάχους όσο και στους ανταγωνιστές. Οι πρώτοι αναρωτιούνται αν οι δεσμεύσεις είναι διατηρήσιμες. Οι δεύτεροι παρατηρούν ποια είδη στρατηγικής μπορούν να φθείρουν την ισχυρότερη δύναμη χωρίς να την αντιμετωπίσουν συμμετρικά.

Εδώ η υπερεπέκταση συναντά την ασύμμετρη στρατηγική. Ο ασθενέστερος αντίπαλος δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά την υπερδύναμη. Μπορεί να επιδιώξει να αυξήσει το κόστος, να παρατείνει τον χρόνο, να μειώσει την εγχώρια πολιτική υποστήριξη και να οδηγήσει τον ισχυρότερο αντίπαλο σε όλο και ακριβότερη προσπάθεια προστασίας προηγούμενων επενδύσεων. Η διάρκεια γίνεται όπλο.

Από αυτή την άποψη, η αμερικανική εμπειρία μετά την 11η Σεπτεμβρίου υπενθυμίζει μια κλασική αλλά συχνά λησμονημένη αρχή: η κατοχή περισσότερης ισχύος από οποιονδήποτε άλλο δεν απαλλάσσει μια μεγάλη δύναμη από την ανάγκη επιλογής. Αντιθέτως, μπορεί να καθιστά την επιλογή ακόμη δυσκολότερη επειδή το εύρος των δυνατών παρεμβάσεων είναι μεγαλύτερο.

Η στρατηγική ισχύς δεν ταυτίζεται επομένως με το σύνολο των διαθέσιμων δυνατοτήτων. Είναι η ικανότητα σύνδεσης μέσων και σκοπών με τρόπο που διατηρεί τη σχετική θέση του κράτους στο χρόνο. Μια χώρα μπορεί να κερδίζει όλες σχεδόν τις τακτικές αναμετρήσεις και να βλέπει παρ’ όλα αυτά τη μακροχρόνια στρατηγική της θέση να υποχωρεί αν έχει επιλέξει λανθασμένη ιεράρχηση.

Η περίοδος μετά το 2001 είναι ιδιαίτερα διδακτική επειδή δείχνει ότι η στρατηγική φθορά δεν αρχίζει πάντοτε όταν ένα κράτος έχει ήδη αποδυναμωθεί. Μπορεί να αρχίσει ακριβώς στο σημείο της μεγαλύτερης υπεροχής, επειδή εκεί είναι μεγαλύτερος ο πειρασμός να θεωρηθεί ότι η ισχύς μπορεί να μετασχηματίσει προβλήματα που στην πραγματικότητα έχουν βαθιά πολιτική, κοινωνική και ιστορική διάσταση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική σχετική φθορά μπορεί να εξηγηθεί μονοαιτιακά από τους μετα-11/9 πολέμους. Μια τέτοια θέση θα ήταν υπερβολική. Η δημογραφία, η μετατόπιση της παγκόσμιας παραγωγής προς την Ασία, η κινεζική ανάπτυξη, οι τεχνολογικές αλλαγές και η οικονομική παγκοσμιοποίηση είχαν ανεξάρτητη δυναμική. Ακόμη και χωρίς το Αφγανιστάν και το Ιράκ, η μονοπολική διαφορά πιθανότατα θα μειωνόταν.

Το σωστό ερώτημα είναι εάν οι στρατηγικές επιλογές της περιόδου επιτάχυναν μια σχετική μεταβολή που θα συνέβαινε ούτως ή άλλως. Υπάρχουν ισχυροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η απάντηση είναι τουλάχιστον εν μέρει θετική. Η διάθεση τεράστιων πόρων, η πολιτική πόλωση, η φθορά διεθνούς νομιμοποίησης σε συγκεκριμένες περιόδους, η διοικητική απορρόφηση από δύο μακροχρόνιους πολέμους και η καθυστέρηση καθαρότερης εστίασης στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων είχαν σωρευτικό αποτέλεσμα.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, το σημαντικότερο μάθημα δεν είναι ότι μια μεγάλη δύναμη πρέπει να αποφεύγει κάθε εξωτερική στρατιωτική δέσμευση. Είναι ότι η μεγάλη στρατηγική απαιτεί αυστηρή σχέση μεταξύ σημασίας απειλής και πόρων που αφιερώνονται σε αυτήν.

Η ισχύς είναι πολύτιμη επειδή δημιουργεί δυνατότητες. Μετατρέπεται όμως σε μακροχρόνιο πλεονέκτημα μόνο όταν συνοδεύεται από αυτοπεριορισμό.

Η μονοπολική στιγμή δεν άρχισε να τελειώνει επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαψαν ξαφνικά να είναι ισχυρές. Άρχισε να τελειώνει επειδή το διεθνές σύστημα μεταβαλλόταν, ενώ η υπερδύναμη αφιέρωσε σημαντικό μέρος μιας μοναδικής περιόδου ιστορικής υπεροχής σε στόχους των οποίων η απόδοση αποδείχθηκε πολύ μικρότερη από το κόστος.

Αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη μορφή στρατηγικής παρακμής: όχι εκείνη που επιβάλλει ένας ισχυρότερος αντίπαλος, αλλά εκείνη που επιταχύνει η ίδια η ελευθερία δράσης που δημιουργεί η υπεροχή.