Η έννοια της «επιτυχίας» μιας τρομοκρατικής ενέργειας προκαλεί εύλογη δυσφορία όταν το αντικείμενο είναι μια πράξη μαζικής δολοφονίας. Στην ανάλυση στρατηγικής, όμως, η έννοια δεν αποτελεί ηθική αξιολόγηση. Περιγράφει αποκλειστικά τη σχέση μεταξύ των πολιτικών σκοπών ενός δρώντος και των αποτελεσμάτων που τελικά προκύπτουν από τη δράση του. Μια επίθεση μπορεί να είναι στρατιωτικά μικρής κλίμακας, πολιτικά αποκρουστική και τελικά στρατηγικά αναποτελεσματική. Μπορεί όμως επίσης να προκαλέσει στον αντίπαλο αντιδράσεις των οποίων το κόστος υπερβαίνει πολλαπλάσια την αρχική ζημία. Στη δεύτερη περίπτωση ανακύπτει ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα της ασύμμετρης στρατηγικής: ποιος παράγει στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος του τελικού κόστους;
Η τρομοκρατία διαφέρει από τη συμβατική στρατιωτική ισχύ επειδή ο ασθενέστερος δρών γνωρίζει ότι δεν μπορεί να καταστρέψει άμεσα την υλική βάση του ισχυρότερου. Ο στόχος του είναι συνήθως διαφορετικός. Επιχειρεί να μεταβάλει τη συμπεριφορά του αντιπάλου μέσω φόβου, πολιτικής πίεσης, κοινωνικού διχασμού ή υπερβολικής αντίδρασης. Η άμεση βία λειτουργεί ως καταλύτης ενός πολύ μεγαλύτερου πολιτικού μηχανισμού.
Με αυτή την έννοια, ο πραγματικός «στόχος» μιας τρομοκρατικής επίθεσης δεν είναι πάντοτε εκείνος που πλήττεται φυσικά. Το κτίριο, το αεροσκάφος ή το πλήθος είναι το άμεσο θύμα. Ο στρατηγικός στόχος μπορεί να είναι η διαδικασία λήψης αποφάσεων του κράτους και η ψυχολογία της κοινωνίας.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η λογική της πρόκλησης. Ο τρομοκρατικός δρώντας επιδιώκει να αναγκάσει έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο να αντιδράσει σε συνθήκες φόβου και πολιτικής πίεσης. Αν η αντίδραση είναι περιορισμένη, στοχευμένη και αναλογική, η δυνατότητα του ασθενέστερου να επιτύχει ευρύτερο πολιτικό αποτέλεσμα είναι μικρότερη. Αν, αντίθετα, η αντίδραση διευρύνει τον κύκλο της σύγκρουσης, δημιουργεί νέους αντιπάλους, αυξάνει τη δημοσιονομική επιβάρυνση, διαβρώνει διεθνή νομιμοποίηση ή παράγει βαθιές εσωτερικές θεσμικές μεταβολές, τότε ο αρχικός δρών μπορεί να έχει επιτύχει αποτέλεσμα πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που μπορούσε να προκαλέσει μόνος του.
Η αρχή αυτή δεν είναι ιδιόμορφη της τρομοκρατίας. Σε πολλές μορφές ασύμμετρου πολέμου ο αδύναμος αντίπαλος επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τη δύναμη του ισχυρού εναντίον του. Δεν προσπαθεί να υπερισχύσει στο πεδίο που ο αντίπαλος είναι ισχυρότερος. Προσπαθεί να διαμορφώσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες η ίδια η χρήση αυτής της ισχύος δημιουργεί δυσανάλογο κόστος.
Η 11η Σεπτεμβρίου αποτελεί εξαιρετικά σημαντική περίπτωση ακριβώς επειδή το άμεσο κόστος των επιθέσεων, όσο τεράστιο και αν ήταν ανθρώπινα και οικονομικά, υπήρξε μικρό σε σύγκριση με το σύνολο των πόρων που κινητοποιήθηκαν τις επόμενες δύο δεκαετίες. Οι μετα-11/9 στρατιωτικές και συναφείς δαπάνες και υποχρεώσεις έχουν υπολογιστεί σε περισσότερα από 8 τρισ. δολάρια. Η απλή σύγκριση, βεβαίως, δεν αποδεικνύει ότι όλες αυτές οι δαπάνες αποτελούσαν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα των δραστών ούτε ότι ήταν όλες στρατηγικά λανθασμένες. Αναδεικνύει όμως την τεράστια ασυμμετρία ανάμεσα στους πόρους που απαιτήθηκαν για την αρχική επίθεση και στους πόρους που κινητοποίησε η αντίδραση.
Η στρατηγική αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας επίθεσης δεν μπορεί, όμως, να κριθεί απλώς από το αν ο αντίπαλος ξόδεψε περισσότερα. Ένα κράτος μπορεί ορθολογικά να δαπανήσει τεράστιους πόρους για να εξαλείψει μια απειλή που διαφορετικά θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερη μελλοντική ζημία. Για να μιλήσουμε για στρατηγική επιτυχία του τρομοκρατικού δρώντος χρειάζεται να εξετάσουμε κάτι δυσκολότερο: αν η αντίδραση μετέβαλε τη θέση του στόχου κατά τρόπο που εξυπηρετούσε τους μακροχρόνιους σκοπούς του επιτιθέμενου.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διαχωριστούν τέσσερα επίπεδα αποτελέσματος.
Το πρώτο είναι η τακτική επιτυχία. Η επίθεση πραγματοποιείται και προκαλεί το άμεσο αποτέλεσμα που σχεδιάστηκε.
Το δεύτερο είναι το επιχειρησιακό αποτέλεσμα. Η επίθεση αποδεικνύει ότι συγκεκριμένες κρατικές άμυνες μπορούν να παρακαμφθούν ή ότι ένα δίκτυο μπορεί να δράσει σε μεγάλη απόσταση.
Το τρίτο είναι το πολιτικό αποτέλεσμα. Η κοινωνία και το κράτος αλλάζουν συμπεριφορά εξαιτίας της επίθεσης.
Το τέταρτο είναι το στρατηγικό αποτέλεσμα. Οι αλλαγές αυτές βελτιώνουν πραγματικά τη μακροχρόνια θέση του τρομοκρατικού δρώντος ή της ευρύτερης πολιτικής υπόθεσης που επικαλείται.
Η διάκριση είναι απαραίτητη επειδή μια επίθεση μπορεί να επιτύχει στα πρώτα τρία επίπεδα και να αποτύχει στο τέταρτο. Η 11η Σεπτεμβρίου οδήγησε σε τεράστια αμερικανική κινητοποίηση, αλλά επίσης στην καταστροφή μεγάλου μέρους της οργανωτικής υποδομής της Αλ Κάιντα, στην απώλεια πολλών ηγετικών στελεχών της και σε παγκόσμια εντατικοποίηση των μηχανισμών καταπολέμησης τρομοκρατικής χρηματοδότησης και μετακίνησης. Δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί μονοσήμαντα «επιτυχής» μόνο επειδή προκάλεσε τεράστια αντίδραση.
Υπάρχει, όμως, διαφορετικό ερώτημα: μήπως μέρος της αντίδρασης εξυπηρέτησε άλλους ευρύτερους στόχους της τζιχαντιστικής στρατηγικής, ακόμη και αν η ίδια η αρχική οργάνωση υπέστη σοβαρή αποδυνάμωση;
Ένας πιθανός μηχανισμός είναι η διεύρυνση της σύγκρουσης. Μια μικρή οργάνωση διαθέτει περιορισμένο πεδίο στρατολόγησης όταν αντιμετωπίζεται ως απομονωμένο παράνομο δίκτυο. Αν όμως η αντιπαράθεση μετατραπεί σε μακρόχρονο πόλεμο που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους, αυξάνεται δραστικά το πεδίο μέσα στο οποίο μπορούν να κατασκευαστούν αφηγήματα αδικίας, κατοχής, ταπείνωσης ή εκδίκησης.
Ο δεύτερος μηχανισμός είναι η πόλωση. Η τρομοκρατική στρατηγική συχνά επιδιώκει να καταστρέψει τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ των ακραίων στρατοπέδων. Αν μια επίθεση οδηγήσει την κοινωνία-στόχο να αντιμετωπίζει ευρύτερη θρησκευτική ή εθνοτική κοινότητα ως δυνητικά ύποπτη, οι ακραίοι δρώντες μπορούν να υποστηρίξουν ότι η συνύπαρξη ήταν εξαρχής αδύνατη. Η υπερβολική αντίδραση επιβεβαιώνει έτσι το αφήγημα του τρομοκράτη.
Η στρατηγική αυτή είναι ιδιαιτέρως κυνική. Χρειάζεται την καταπίεση εκείνων που υποτίθεται ότι ο τρομοκρατικός δρών ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται. Όσο περισσότερο καταπιέζονται αθώοι, τόσο ευκολότερο γίνεται να στρατολογηθούν κάποιοι από αυτούς ή να εξασθενήσει η διάθεση συνεργασίας τους με το κράτος.
Ο τρίτος μηχανισμός είναι η δημοσιονομική εξάντληση. Ο ασθενής δρών δεν χρειάζεται να διαθέτει πόρους συγκρίσιμους με τον ισχυρότερο. Αρκεί να τον αναγκάζει να δαπανά εξαιρετικά περισσότερα για κάθε μονάδα απειλής. Μια φθηνή μέθοδος επίθεσης μπορεί να προκαλεί ακριβό σύστημα προστασίας. Όταν αυτό επαναλαμβάνεται σε αεροδρόμια, λιμένες, δημόσιες υποδομές, σύνορα και στρατιωτικές επιχειρήσεις, η σχέση κόστους μπορεί να γίνει εξαιρετικά δυσμενής.
Αυτό είναι το «φορολογικό» αποτέλεσμα της τρομοκρατίας. Κάθε πολίτης και επιχείρηση πληρώνει, όχι άμεσα στον τρομοκράτη αλλά μέσω μεγαλύτερων δημοσίων δαπανών, καθυστερήσεων, ασφαλίστρων, ελέγχων και περιορισμών. Ο τρομοκρατικός δρών επιβάλλει έτσι οικονομικό κόστος πολύ πέρα από την περιοχή του φυσικού χτυπήματος.
Ο τέταρτος μηχανισμός αφορά τα δικαιώματα και τους θεσμούς. Εδώ το στρατηγικό αποτέλεσμα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Αν μια ανοιχτή δημοκρατία απαντήσει στον φόβο με μόνιμη διεύρυνση της επιτήρησης, αδιαφάνεια, εξαιρετικές διαδικασίες κράτησης ή περιορισμό δικαιωμάτων που παλαιότερα θεωρούνταν θεμελιώδη, τότε ένα μέρος της θεσμικής αλλαγής παράγεται από την ίδια την κοινωνία που δέχθηκε την επίθεση.
Δεν σημαίνει ότι κάθε μέτρο ασφαλείας είναι λάθος. Μετά από πραγματική καταστροφή, η μη λήψη μέτρων θα ήταν επίσης ανεύθυνη. Το δύσκολο πρόβλημα είναι η οριακή απόδοση της ασφάλειας. Κάποια μέτρα μειώνουν δραστικά τον κίνδυνο με περιορισμένο κόστος ελευθερίας. Άλλα προσφέρουν μικρή πρόσθετη προστασία με πολύ μεγαλύτερες θεσμικές συνέπειες.
Ο τρομοκρατικός δρών κερδίζει στρατηγικά όταν το κράτος δεν μπορεί να διακρίνει τα δύο.
Πέμπτος μηχανισμός είναι η απόσπαση στρατηγικής προσοχής. Η 11η Σεπτεμβρίου οδήγησε για μεγάλο διάστημα την αμερικανική στρατηγική να οργανωθεί γύρω από την αντιτρομοκρατία. Εν τω μεταξύ, εξελίσσονταν άλλες μεταβολές που είχαν πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα να αναδιαμορφώσουν την παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Αν ένας σχετικά μικρός μη κρατικός δρών καταφέρει να δεσμεύσει δυσανάλογο μέρος της προσοχής μιας μεγάλης δύναμης, τότε έχει επιτύχει κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτύχει μέσω συμβατικής ισχύος.
Η στρατηγική πρόκληση λειτουργεί λοιπόν καλύτερα όταν ο στόχος διαθέτει τεράστια ισχύ αλλά μικρή ανοχή στον κίνδυνο. Η ίδια η ικανότητα αντίδρασης γίνεται μέρος του προβλήματος. Επειδή το ισχυρό κράτος μπορεί να κάνει πολλά, υπάρχει πολιτική πίεση να κάνει πολλά.
Αυτή είναι η βαθύτερη ασυμμετρία.
Ο τρομοκράτης αποφασίζει την πρώτη πράξη. Το κράτος αποφασίζει το μέγεθος των περισσότερων πράξεων που ακολουθούν.
Από αυτή την οπτική, η καλύτερη αντιτρομοκρατική στρατηγική δεν είναι αναγκαστικά η περισσότερο θεαματική. Είναι εκείνη που αρνείται στον δράστη το πολιτικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα της επίθεσης. Χρειάζεται επαρκή ισχύ για να εξουδετερώνει πραγματικές απειλές, αλλά και επαρκή στρατηγική αυτοκυριαρχία ώστε να μην αφήνει τον αντίπαλο να καθορίζει την κλίμακα και τη γεωγραφία της αντίδρασης.
Η αυτοκυριαρχία δεν είναι παθητικότητα. Είναι μορφή ισχύος. Ένα κράτος που γνωρίζει ποια βία πρέπει να ασκήσει, ποια δεν χρειάζεται να ασκήσει και πότε πρέπει να σταματήσει είναι στρατηγικά ισχυρότερο από ένα κράτος που αντιδρά σε κάθε πρόκληση με τη μέγιστη διαθέσιμη ισχύ.
Αυτό δημιουργεί ένα πολύ αυστηρό κριτήριο αντιτρομοκρατικής επιτυχίας. Δεν αρκεί η εξουδετέρωση της συγκεκριμένης οργάνωσης. Πρέπει να εξετάζεται αν η συνολική απειλή μειώθηκε, αν το κράτος διατήρησε τη διεθνή του θέση, αν οι θεσμοί του παρέμειναν λειτουργικοί, αν η κοινωνική συνοχή προστατεύθηκε και αν το οικονομικό κόστος της αντίδρασης ήταν ανάλογο προς το αποτέλεσμα.
Η μεγάλη στρατηγική διαφέρει από την εκδίκηση ακριβώς σε αυτό το σημείο. Η εκδίκηση ρωτά ποια απάντηση αντιστοιχεί ηθικά στο μέγεθος του πλήγματος. Η στρατηγική ρωτά ποια απάντηση δημιουργεί την καλύτερη μελλοντική θέση.
Η διάκριση είναι δύσκολη αμέσως μετά από μια τραγωδία, όταν το δημόσιο συναίσθημα απαιτεί σαφή δράση και οι πολιτικοί θεσμοί λειτουργούν υπό ακραία πίεση. Ακριβώς γι’ αυτό η τρομοκρατία επιλέγει τον φόβο. Δεν ενδιαφέρεται μόνο να προκαλέσει πόνο. Επιδιώκει να μεταβάλει το περιβάλλον λήψης αποφάσεων.
Μπορεί λοιπόν μια τρομοκρατική επίθεση να θεωρηθεί στρατηγικά επιτυχής αν προκαλέσει στον αντίπαλο πολύ μεγαλύτερο αυτοπροκαλούμενο κόστος; Ναι, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Όχι επειδή το κόστος είναι αριθμητικά μεγάλο, αλλά εφόσον η αντίδραση μεταβάλλει το πολιτικό και στρατηγικό περιβάλλον προς κατεύθυνση που εξυπηρετεί τους σκοπούς του δράστη.
Αν η αντίδραση εξαλείψει την απειλή με διαχειρίσιμο κόστος και ενισχύσει τους θεσμούς του κράτους, η τρομοκρατική στρατηγική αποτυγχάνει παρά την αρχική καταστροφή.
Αν όμως η επίθεση προκαλέσει μακροχρόνιους πολέμους χαμηλής στρατηγικής απόδοσης, δημοσιονομική αιμορραγία, πολιτική πόλωση, νέες δεξαμενές στρατολόγησης, περιορισμό δικαιωμάτων και απόσπαση από σημαντικότερες απειλές, τότε ο ασθενής δρών έχει καταφέρει να χρησιμοποιήσει την ισχύ του αντιπάλου ως πολλαπλασιαστή της δικής του πράξης.
Πρόσφατα σχόλια