Η 11η Σεπτεμβρίου ανέτρεψε μεγάλο μέρος της πολιτικής ψυχολογίας που είχε χαρακτηρίσει τη δεκαετία του 1990. Το ερώτημα «πότε τελείωσε πραγματικά η μεταψυχροπολεμική εποχή;» εξαρτάται από το τι ακριβώς θεωρούμε ότι ήταν αυτή η εποχή.

Αν ο όρος περιγράφει απλώς το διεθνές σύστημα που ακολούθησε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, τότε η 11η Σεπτεμβρίου δεν το τερμάτισε. Η αμερικανική μονοπολική υπεροχή παρέμεινε. Οι βασικοί δυτικοί θεσμοί συνέχισαν να διευρύνονται. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση επιταχύνθηκε σε αρκετές διαστάσεις. Η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου μόλις λίγους μήνες μετά τις επιθέσεις, συμβολίζοντας ακριβώς τη συνεχιζόμενη πίστη στην οικονομική ολοκλήρωση.

Αν όμως η μεταψυχροπολεμική εποχή περιγράφει μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη για την κατεύθυνση της Ιστορίας, τότε η 11η Σεπτεμβρίου αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία.

Η δεκαετία του 1990 είχε μια ιδιαίτερη ιδεολογική ατμόσφαιρα. Δεν ήταν περίοδος ειρήνης. Υπήρξαν πόλεμοι στα Βαλκάνια, γενοκτονίες, εμφύλιες συγκρούσεις, κρατικές καταρρεύσεις και περιφερειακές κρίσεις. Η αισιοδοξία δεν προερχόταν από την απουσία βίας. Προερχόταν από την πεποίθηση ότι η γενική κατεύθυνση της διεθνούς τάξης είχε καταστεί περισσότερο προβλέψιμη.

Ο μεγάλος ιδεολογικός και γεωπολιτικός ανταγωνισμός του 20ού αιώνα φαινόταν να έχει λήξει. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, η αγορά και η διεθνής οικονομική ολοκλήρωση εμφανίζονταν όχι απλώς ως δυτικές επιλογές αλλά ως πιθανή τελική κατεύθυνση των περισσότερων κοινωνιών. Η αντιπαράθεση μεταξύ εναλλακτικών καθολικών μοντέλων πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης είχε προσωρινά εξαφανιστεί.

Αυτή η αισιοδοξία δεν πρέπει να καρικατουροποιηθεί. Ελάχιστοι σοβαροί αναλυτές πίστευαν ότι θα εξαφανίζονταν οι πόλεμοι. Η ουσιαστική υπόθεση ήταν περισσότερο συγκεκριμένη: οι κυριότερες μεγάλες δυνάμεις δεν αντιμετώπιζαν πλέον η μία την άλλη μέσα από μια υπαρξιακή ιδεολογική και στρατιωτική αντιπαράθεση αντίστοιχη με τον Ψυχρό Πόλεμο. Το κέντρο της διεθνούς πολιτικής μπορούσε έτσι να μετακινηθεί από τη διαχείριση της ισορροπίας πυρηνικής καταστροφής προς την οικονομική ανάπτυξη, την παγκόσμια διακυβέρνηση, τη διεύρυνση θεσμών και την αντιμετώπιση περιφερειακών συγκρούσεων.

Η ίδια η έννοια της απειλής έγινε διαφορετική. Στον Ψυχρό Πόλεμο, η απειλή ήταν εύκολα κατανοητή ως οργανωμένο κράτος με στρατό, πυρηνικά όπλα, συμμαχίες και ιδεολογική γεωγραφία. Στη δεκαετία του 1990, η αμερικανική και ευρωπαϊκή ασφάλεια έμοιαζε να διαθέτει τέτοια δομική υπεροχή ώστε οι περισσότερες απειλές μπορούσαν να αντιμετωπίζονται ως περιφερειακές διαταραχές μέσα σε μια γενικά σταθερή διεθνή τάξη.

Η 11η Σεπτεμβρίου κατέστρεψε ακριβώς αυτή την αίσθηση ιεραρχίας.

Απέδειξε ότι ο ασφαλής πυρήνας της ισχυρότερης χώρας μπορούσε να πληγεί με τρόπο που δεν ακολουθούσε τη συμβατική γεωγραφία ισχύος. Η απόσταση δεν εξασφάλιζε ασφάλεια. Η στρατιωτική υπεροχή δεν απέτρεπε έναν αντίπαλο που δεν επιχειρούσε να αντιγράψει τις στρατιωτικές δυνατότητες της υπερδύναμης. Τα δίκτυα που είχαν γίνει σύμβολο της παγκοσμιοποίησης —διεθνείς μετακινήσεις, πολιτική αεροπορία, χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, επικοινωνία— μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως δίκτυα ευπάθειας.

Η μεταψυχροπολεμική αισιοδοξία δεν εξαφανίστηκε επειδή αποδείχθηκε ότι υπάρχει βία. Αυτό ήταν ήδη γνωστό. Εξαφανίστηκε επειδή η βία μπορούσε να εισέλθει ξανά στο κέντρο των δυτικών κοινωνιών με τέτοια ένταση ώστε να αναδιοργανώσει ολόκληρη την κρατική ατζέντα.

Η αλλαγή αυτή είχε βαθύ ψυχολογικό αποτέλεσμα. Η δεκαετία του 1990 είχε συνδέσει την ανοικτότητα με την πρόοδο. Μετά το 2001, η ίδια ανοικτότητα έπρεπε να αξιολογείται και με όρους κινδύνου. Το αεροδρόμιο, το σύνορο, η τραπεζική συναλλαγή, το διαδίκτυο και η μετανάστευση απέκτησαν πολύ εντονότερη διάσταση ασφάλειας.

Έτσι γεννήθηκε μια διαφορετική σχέση μεταξύ ελευθερίας και ευπάθειας. Το ερώτημα δεν ήταν πλέον μόνο πόσο ανοιχτή μπορεί να γίνει μια κοινωνία για να μεγιστοποιήσει την οικονομική και ανθρώπινη κινητικότητα. Ήταν πόσο ανοικτή μπορεί να παραμένει χωρίς να δημιουργεί μη αποδεκτούς κινδύνους.

Η 11η Σεπτεμβρίου σηματοδότησε συνεπώς το τέλος μιας συγκεκριμένης αθωότητας της παγκοσμιοποίησης. Η διασυνδεσιμότητα έπαψε να θεωρείται αποκλειστικά θετική. Οι ίδιες ροές που δημιουργούσαν πλούτο μπορούσαν να μεταφέρουν κίνδυνο. Η παγκοσμιοποίηση απέκτησε καθαρότερα τη διπλή της φύση.

Παράλληλα, η επίθεση επανέφερε στο κέντρο της πολιτικής το κράτος. Η δεκαετία του 1990 είχε δημιουργήσει εκτεταμένη συζήτηση για την υποχώρηση της κυριαρχίας μέσα σε ένα κόσμο αγορών, υπερεθνικών θεσμών και παγκόσμιων δικτύων. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου έγινε σαφές ότι σε συνθήκες υπαρξιακού φόβου οι πολίτες εξακολουθούν να στρέφονται στο κράτος για προστασία, πληροφορία, έλεγχο συνόρων, αστυνόμευση και στρατιωτική αντίδραση.

Το παράδοξο είναι ότι η απειλή ήταν μη κρατική αλλά η αντίδραση ενίσχυσε θεαματικά την κρατική εξουσία.

Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα ιστορικά χαρακτηριστικά του 2001. Η παγκοσμιοποίηση είχε ενδυναμώσει δρώντες που δεν ήταν κράτη. Η αντίδραση σε έναν από αυτούς ενίσχυσε ξανά το κράτος, ιδίως στους μηχανισμούς ασφαλείας και επιτήρησης.

Ωστόσο, αν θεωρήσουμε τη 11η Σεπτεμβρίου ως οριστικό τέλος ολόκληρης της μεταψυχροπολεμικής τάξης, δημιουργείται νέο πρόβλημα. Πολλά από τα βασικά χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 1990 επέζησαν για αρκετά ακόμη χρόνια. Το διεθνές εμπόριο συνέχισε να αυξάνεται. Οι παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής έγιναν ακόμη πιο σύνθετες. Η οικονομική αλληλεξάρτηση με την Κίνα διευρύνθηκε θεαματικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη διεύρυνση της ιστορίας της. Η πίστη ότι βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση θα δημιουργούσε σταδιακά περισσότερο συνεργατικές διεθνείς σχέσεις δεν εξαφανίστηκε το 2001.

Άρα η ιστορική μετάβαση δεν πραγματοποιήθηκε σε μία ημέρα.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η μεταψυχροπολεμική εποχή πέθανε σε διαδοχικά στάδια.

Η 11η Σεπτεμβρίου τερμάτισε την αίσθηση φυσικής ασφάλειας και επανέφερε τον φόβο στο κέντρο της δυτικής πολιτικής.

Ο πόλεμος στο Ιράκ και οι διαφωνίες που τον συνόδευσαν τραυμάτισαν την ιδέα ενός σχετικά συνεκτικού δυτικού συνασπισμού που θα μπορούσε να διαχειρίζεται συλλογικά τη νέα τάξη.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έπληξε την αυτοπεποίθηση ότι το δυτικό οικονομικό μοντέλο είχε αποκτήσει αδιαμφισβήτητη παγκόσμια υπεροχή.

Η άνοδος της Κίνας κατέστησε σαφές ότι η οικονομική ενσωμάτωση δεν οδηγεί αναγκαστικά σε πολιτική σύγκλιση.

Η επανεμφάνιση μεγάλης κλίμακας διακρατικών συγκρούσεων κατέστρεψε οριστικά την προσδοκία ότι η κλασική γεωπολιτική είχε καταστεί περιφερειακό κατάλοιπο του 20ού αιώνα.

Υπό αυτή την οπτική, η μεταψυχροπολεμική εποχή δεν έχει μία ημερομηνία θανάτου. Έχει μια αλληλουχία απογοητεύσεων.

Η 11η Σεπτεμβρίου είναι η πρώτη και ίσως ψυχολογικά ισχυρότερη.

Αυτό μας επιτρέπει να διακρίνουμε δύο διαφορετικά «τέλη». Το πρώτο είναι το τέλος της μεταψυχροπολεμικής αισιοδοξίας. Αυτό μπορεί πράγματι να τοποθετηθεί στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Το δεύτερο είναι το τέλος της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς δομής. Αυτό συνέβη πολύ πιο αργά και σταδιακά, μέσα από την άνοδο νέων δυνάμεων, την επιστροφή της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης και τη φθορά της προηγούμενης συναίνεσης για το πώς θα οργανωνόταν η παγκόσμια οικονομία.

Η διάκριση είναι αναγκαία επειδή το πολιτικό συναίσθημα μπορεί να αλλάξει πολύ γρηγορότερα από τη δομή ισχύος. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2001 ο κόσμος φαινόταν διαφορετικός, αλλά η διεθνής κατανομή ισχύος ήταν σχεδόν ακριβώς εκείνη της 10ης Σεπτεμβρίου. Η αλλαγή βρισκόταν στην αντίληψη, στην ατζέντα και στις επιλογές που πλέον θεωρούνταν πολιτικά δυνατές.

Η πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα ενεργοποίηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ μετά τις επιθέσεις συμβολίζει αυτή την αλλαγή: η βασική συμμαχία της ψυχροπολεμικής Δύσης επαναπροσδιόρισε τη συλλογική άμυνα απέναντι σε απειλή που δεν προερχόταν από αντίπαλο συμβατικό στρατό. Ο παλιός θεσμός επέζησε, αλλά το αντικείμενο που κλήθηκε να αντιμετωπίσει άλλαξε.

Αυτό είναι χαρακτηριστικό των πραγματικών ιστορικών μεταβάσεων. Το καινούργιο δεν αντικαθιστά αμέσως το παλιό. Παλαιοί θεσμοί προσαρμόζονται σε νέες απειλές. Παλαιές ιδέες συνυπάρχουν με νέες. Η προηγούμενη εποχή αποσυντίθεται πριν η επόμενη αποκτήσει πλήρη μορφή.

Η περίοδος 2001–2008 μπορεί επομένως να ερμηνευθεί ως ενδιάμεση φάση. Η αισιοδοξία της δεκαετίας του 1990 είχε πληγεί, αλλά η πίστη στην ανωτερότητα και την ανθεκτικότητα της δυτικής πολιτικής και οικονομικής τάξης παρέμενε ισχυρή. Η αμερικανική ισχύς φαινόταν ακόμη συντριπτική. Η παγκοσμιοποίηση εξακολουθούσε να εμβαθύνεται. Η ιδέα ότι η μακροχρόνια διεθνής εξέλιξη οδηγεί προς μεγαλύτερη οικονομική ολοκλήρωση και θεσμική σύγκλιση παρέμενε κυρίαρχη.

Η κρίση του 2008 ήταν διαφορετικού τύπου αμφισβήτηση. Δεν προήλθε από εξωτερικό εχθρό αλλά από το εσωτερικό των ίδιων των προηγμένων χρηματοπιστωτικών οικονομιών. Η 11η Σεπτεμβρίου είχε δείξει ότι η Δύση δεν ήταν άτρωτη απέναντι στην εξωτερική ασύμμετρη βία. Η χρηματοπιστωτική κρίση έδειξε ότι δεν ήταν ούτε θεσμικά αλάνθαστη.

Η συνδυασμένη επίδραση των δύο γεγονότων ήταν πολύ βαθύτερη από καθένα μόνο του. Η πρώτη κρίση ενίσχυσε το κράτος ασφαλείας. Η δεύτερη υπονόμευσε την εμπιστοσύνη στην οικονομική αυτορρύθμιση. Μαζί αποδυνάμωσαν δύο από τις σημαντικότερες μεταψυχροπολεμικές πεποιθήσεις: ότι η ασφάλεια μπορούσε σταδιακά να υποχωρεί ως κεντρικό πολιτικό πρόβλημα και ότι η οικονομική παγκοσμιοποίηση θα παρήγαγε σχεδόν αυτομάτως μεγαλύτερη σταθερότητα.

Στη συνέχεια, η μεγάλη στρατηγική αντιπαλότητα επέστρεψε. Και εδώ βρίσκεται ίσως το τελικό ιστορικό παράδοξο. Η 11η Σεπτεμβρίου είχε κάνει να φαίνεται ότι η μελλοντική διεθνής τάξη θα οργανωνόταν γύρω από τη σύγκρουση κρατών με διακρατικά δίκτυα. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, η κλασική αντιπαλότητα μεταξύ μεγάλων δυνάμεων έχει επανέλθει στο κέντρο.

Άρα ούτε η ίδια η μετα-11/9 εποχή αποδείχθηκε μόνιμη.

Αυτό δίνει στην 25η επέτειο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που είχαν οι προηγούμενες. Το 2006 ή το 2011, η 11η Σεπτεμβρίου εξακολουθούσε να αποτελεί ενεργό πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνευόταν ο κόσμος. Το 2026 μπορούμε να τη δούμε περισσότερο ως ιστορικό στρώμα: μια περίοδο που μεσολάβησε ανάμεσα στη μεταψυχροπολεμική αισιοδοξία και στη σημερινή περισσότερο κατακερματισμένη διεθνή τάξη.

Αν λοιπόν πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα πότε τελείωσε πραγματικά η μεταψυχροπολεμική εποχή, η πιο ακριβής απάντηση δεν είναι μία ημερομηνία.

Η 11η Σεπτεμβρίου τελείωσε την ψυχολογία της δεκαετίας του 1990.

Οι μεταγενέστεροι πόλεμοι τελείωσαν μεγάλο μέρος της αισιοδοξίας για τη δυνατότητα αναδιαμόρφωσης άλλων κοινωνιών μέσω εξωτερικής ισχύος.

Η χρηματοπιστωτική κρίση έπληξε την οικονομική αυτοπεποίθηση του δυτικού μοντέλου.

Η επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων ολοκλήρωσε την αποσύνθεση της ιδέας ότι η γεωπολιτική είχε υποχωρήσει οριστικά.

Η μεταψυχροπολεμική εποχή, επομένως, δεν τελείωσε με ένα γεγονός. Αποσυντέθηκε σε διαδοχικές φάσεις.

Αλλά αν αναζητούμε τη στιγμή κατά την οποία έπαψε να είναι πειστική η πιο αισιόδοξη εκδοχή της, η 11η Σεπτεμβρίου παραμένει το ισχυρότερο σημείο αναφοράς.

Εκείνη την ημέρα δεν τελείωσε η παγκοσμιοποίηση, η αμερικανική μονοπολικότητα ούτε η φιλελεύθερη διεθνής τάξη.

Τελείωσε όμως η πεποίθηση ότι η κατεύθυνσή τους ήταν τόσο σταθερή ώστε οι μεγάλες εκπλήξεις ανήκαν πλέον στο παρελθόν.

Και ίσως αυτό να ήταν η βαθύτερη ιστορική αλλαγή της 11ης Σεπτεμβρίου: όχι ότι αποκάλυψε έναν νέο κόσμο, αλλά ότι κατέστρεψε την αυτοπεποίθηση πως ο κόσμος είχε ήδη γίνει προβλέψιμος.