Η επανεκλογή του Luiz Inácio Lula da Silva με 51,79% των έγκυρων ψήφων απέναντι στο 48,21% του Flávio Bolsonaro δημιουργεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα προβλήματα της σύγχρονης προεδρικής δημοκρατίας: πόση πολιτική εξουσία παράγει μια σαφής αλλά σχετικά στενή εκλογική πλειοψηφία σε μια κοινωνία όπου ο ηττημένος αντιπροσωπεύει σχεδόν το μισό εκλογικό σώμα και όπου οι ταυτόχρονες κοινοβουλευτικές εκλογές έχουν δημιουργήσει ισχυρή νομοθετική πλειοψηφία προς διαφορετική πολιτική κατεύθυνση. Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερο βάθος στη Βραζιλία επειδή η νίκη του Lula δεν συνιστά απλώς επανάληψη της εξαιρετικά οριακής αναμέτρησης του 2022. Το 2026 ο πρόεδρος εισέρχεται στην τέταρτη θητεία του έχοντας απέναντί του το συντηρητικότερο Κογκρέσο της μεταδικτατορικής περιόδου.
Από συνταγματική άποψη, το ζήτημα είναι σαφές. Το βραζιλιάνικο προεδρικό σύστημα δεν απονέμει διαφορετική ένταση εξουσίας ανάλογα με το μέγεθος της τελικής εκλογικής διαφοράς. Ο δεύτερος γύρος αποτελεί αυτοτελή εκλογή και πρόεδρος αναδεικνύεται ο υποψήφιος που συγκεντρώνει την πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων. Ο Lula διαθέτει συνεπώς πλήρη δημοκρατική και συνταγματική εξουσιοδότηση να ασκήσει όλες τις αρμοδιότητες της προεδρίας. Η διαφορά τεσσάρων και πλέον εκατομμυρίων ψήφων δεν δημιουργεί έναν πρόεδρο περιορισμένης νομικής κυριαρχίας ούτε μετατρέπει τον ηττημένο σε συνδιαχειριστή της εκτελεστικής εξουσίας.
Η κυβερνητική νομιμοποίηση, όμως, είναι πυκνότερη έννοια από την εκλογική εξουσιοδότηση. Η κάλπη απαντά με δεσμευτικό τρόπο στο ποιος θα ασκήσει την εκτελεστική εξουσία. Δεν καθορίζει από μόνη της πόσο ευρύ θα είναι το κοινωνικό κεφάλαιο του νικητή, πόσο εύκολα θα περάσει το πρόγραμμά του από το Κογκρέσο, πόσο πρόθυμοι θα είναι οι ηττημένοι να αναγνωρίσουν τις πολιτικές του ως θεμιτές ή πόσο αποτελεσματικά θα μπορεί να εφαρμόσει αποφάσεις σε ένα ομοσπονδιακό κράτος με ισχυρούς κυβερνήτες και κατακερματισμένα κομματικά συμφέροντα. Η μετάβαση από την εκλογική νίκη στην κυβερνητική νομιμοποίηση συντελείται επομένως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
Η ίδια η δομή των εκλογών του 2026 το δείχνει παραστατικά. Στον πρώτο γύρο ο Flávio Bolsonaro είχε προηγηθεί με 47,03% έναντι 45,16% του Lula. Ο δεύτερος γύρος αντιστρέφει αυτή τη σειρά και, σύμφωνα με το βραζιλιάνικο εκλογικό δίκαιο, συνιστά νέα εκλογή, στην οποία οι προηγούμενες ψήφοι δεν μεταφέρονται λογιστικά. Το γεγονός ότι ο Lula έγινε ο πρώτος υποψήφιος μετά την επιστροφή της δημοκρατίας που κέρδισε την προεδρία έχοντας προηγουμένως τερματίσει δεύτερος στον πρώτο γύρο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη δυναμική της τελικής πλειοψηφίας. Οι 128,2 εκατομμύρια πολίτες που προσήλθαν στον δεύτερο γύρο ήταν περισσότεροι, αναλογικά, από εκείνους του πρώτου γύρου, καθώς η αποχή μειώθηκε από 21,08% σε περίπου 19,2%. Η εντολή επομένως προκύπτει από υψηλή εκλογική συμμετοχή και από μια καθαρή διαδικασία τελικής επιλογής μεταξύ δύο εναλλακτικών προεδριών.
Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η εθνική προεδρική πλειοψηφία συναντά τις παράλληλες λαϊκές εντολές που παρήγαγαν οι νομοθετικές εκλογές. Το PL εξέλεξε 121 από τους 513 βουλευτές και αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη, ενώ η ομοσπονδία PT–PCdoB–PV περιορίζεται στις 88 έδρες, από τις οποίες 70 ανήκουν στο PT. Στη Γερουσία το PL διαθέτει 29 από τις 81 έδρες, έναντι 10 του PT. Σε συνδυασμό με συγγενείς συντηρητικές δυνάμεις, η αντιπολίτευση μπορεί να διαθέτει άνετες πλειοψηφίες και στα δύο σώματα.
Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί δημοκρατική αντίφαση. Εκφράζει τη σύνθετη αρχιτεκτονική της λαϊκής κυριαρχίας σε ένα ομοσπονδιακό προεδρικό σύστημα. Ο πρόεδρος εκλέγεται από ένα ενιαίο εθνικό εκλογικό σώμα, οι βουλευτές μέσω αναλογικής αντιπροσώπευσης στις πολιτείες και οι γερουσιαστές ως εκπρόσωποι των ομόσπονδων μονάδων. Οι ψηφοφόροι μπορούν απολύτως συνεκτικά να επιλέγουν έναν πρόεδρο για την κοινωνική πολιτική ή τη διεθνή εκπροσώπηση και διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις για τον νομοθετικό έλεγχο. Η δημοκρατική εντολή του Lula συνυπάρχει επομένως με μια δεύτερη, επίσης γνήσια εκλογική εντολή: την ενισχυμένη παρουσία της Δεξιάς στο Κογκρέσο.
Αυτή η συνύπαρξη περιορίζει τη χρησιμότητα της έννοιας της «λαϊκής εντολής» όταν αυτή χρησιμοποιείται σαν να παρέχει στον εκλεγμένο πρόεδρο πλήρη ιδιοκτησία του πολιτικού αποτελέσματος. Οι προεδρικές εκλογές δίνουν στον Lula την εξουσία να ηγηθεί της εκτελεστικής λειτουργίας. Οι κοινοβουλευτικές εκλογές υποχρεώνουν την κυβέρνησή του να διαπραγματευθεί μεγάλο μέρος του νομοθετικού της προγράμματος με πολιτικές δυνάμεις που δεν συμμερίζονται την πολιτική της κατεύθυνση. Η πολιτική ισχύς του προέδρου θα εξαρτηθεί συνεπώς από το κατά πόσο κατορθώνει να μετατρέψει την προσωπική πλειοψηφία των 64 εκατομμυρίων ψήφων σε λειτουργική πλειοψηφία μέσα σε ένα πολυκεντρικό θεσμικό σύστημα.
Η Βραζιλία έχει μακρά εμπειρία ακριβώς αυτής της μορφής διακυβέρνησης. Ο λεγόμενος «συνασπιστικός προεδρισμός» διαμορφώθηκε επειδή οι πρόεδροι διαθέτουν ισχυρές συνταγματικές αρμοδιότητες αλλά σπανίως διαθέτουν κόμμα ικανό να ελέγξει αυτοδύναμα το Κογκρέσο. Η εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος προϋποθέτει διακομματικές συμμαχίες, κατανομή υπουργικών θέσεων, διαπραγμάτευση του προϋπολογισμού και συνεχή πολιτική συναλλαγή με κόμματα του κέντρου. Η συγκριτική έρευνα έχει επισημάνει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο λειτουργεί όταν υπάρχει αρκετά ισχυρό και ευέλικτο κέντρο ώστε να γεφυρώνει τις αποστάσεις ανάμεσα στον πρόεδρο και στις κοινοβουλευτικές δυνάμεις. Η αυξανόμενη ιδεολογική πόλωση των τελευταίων ετών έχει αποδυναμώσει ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό, αυξάνοντας τη μέση απόσταση μεταξύ κομμάτων και προεδρίας.
Επομένως, η οριακή προεδρική νίκη αποκτά ισχυρή κυβερνητική νομιμοποίηση μόνο όταν κατορθώνει να δημιουργήσει μια μεταεκλογική πολιτική σύνθεση ευρύτερη από τον αριθμητικό συνασπισμό που κέρδισε την κάλπη. Αυτό δεν απαιτεί ιδεολογική εξουδετέρωση του προγράμματος του νικητή. Απαιτεί αναγνώριση ότι η προεδρία σε μια κοινωνία 52–48 και σε ένα Κογκρέσο διαφορετικού πολιτικού προσανατολισμού δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά με πλειοψηφικό ύφος μηδενικού αθροίσματος. Η εκλογική νίκη παρέχει το δικαίωμα πρωτοβουλίας· η θεσμική πραγματικότητα επιβάλλει τη διαπραγμάτευση των μέσων εφαρμογής.
Η συμπεριφορά της αντιπολίτευσης αποτελεί εξίσου σημαντική μεταβλητή. Η κυβερνητική νομιμοποίηση δεν παράγεται αποκλειστικά από τον νικητή. Ενισχύεται όταν ο ηττημένος αναγνωρίζει τη διαδικασία και μεταφέρει την πολιτική σύγκρουση στο κοινοβούλιο, στα δικαστήρια όταν υπάρχουν συγκεκριμένες νομικές ενστάσεις και στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Η αρχική άρνηση του Flávio Bolsonaro να αποδεχθεί το αποτέλεσμα επιβαρύνει αυτό το περιβάλλον. Η μετέπειτα επίσημη αναγνώριση του αποτελέσματος από το PL λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθώς επιτρέπει στο μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης να αμφισβητεί πολιτικά τον Lula χωρίς να αμφισβητεί συλλογικά την ύπαρξή του ως νόμιμου προέδρου.
Υπάρχει επίσης μια ουσιώδης διάσταση κοινωνικής νομιμοποίησης. Οι 59,8 εκατομμύρια ψηφοφόροι του Flávio Bolsonaro δεν αποτελούν περιφερειακή ή περιθωριακή μειονότητα. Αντιπροσωπεύουν σχεδόν το μισό των έγκυρων προεδρικών ψήφων και συνδέονται με ένα πολιτικό ρεύμα που διαθέτει πλέον τον ισχυρότερο κομματικό μηχανισμό στο Κογκρέσο. Η σταθερότητα της νέας προεδρίας θα εξαρτηθεί επομένως και από τον τρόπο με τον οποίο η εκτελεστική εξουσία αντιμετωπίζει αυτή τη μεγάλη κοινωνική αντιπολίτευση. Η δημοκρατική ενσωμάτωση δεν απαιτεί ικανοποίηση των πολιτικών της προτιμήσεων. Απαιτεί να παραμένουν ισότιμα προστατευμένα τα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής, να αποφεύγεται η χρήση κρατικών μηχανισμών ως μέσων κομματικής τιμωρίας και να διατηρείται η δυνατότητα πραγματικής εναλλαγής στην εξουσία.
Ακριβώς γι’ αυτό μια στενή εκλογική νίκη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε ισχυρότερη κυβερνητική νομιμοποίηση από μια πολύ μεγαλύτερη νίκη. Η διαφορά θα κριθεί από τον τρόπο διακυβέρνησης. Ένας πρόεδρος που κατανοεί την οριακή πλειοψηφία ως υποχρέωση θεσμικής διεύρυνσης μπορεί να μετατρέψει την αρχική αριθμητική αδυναμία σε πολιτικό πλεονέκτημα, οικοδομώντας συναίνεση γύρω από επιλεγμένες μεταρρυθμίσεις και διαχωρίζοντας τα ζητήματα στα οποία απαιτείται κομματική αντιπαράθεση από εκείνα στα οποία μπορούν να δημιουργηθούν ευρύτερες πλειοψηφίες. Αντίθετα, η ερμηνεία μιας στενής νίκης ως εξουσιοδότησης για συνολική αναδιάρθρωση του κράτους χωρίς αναζήτηση θεσμικής συναίνεσης μπορεί να οδηγήσει γρήγορα σε σύγκρουση με το Κογκρέσο και να αναπαράγει τον ίδιο κύκλο πόλωσης που δημιούργησε το 52–48.
Η οικονομική αποτελεσματικότητα θα αποκτήσει επίσης μεγαλύτερη σημασία από ό,τι συνήθως αναγνωρίζεται τις πρώτες ημέρες μετά μια εκλογή. Η εκλογική νομιμοποίηση είναι στιγμιαία ως προς την πηγή της: παράγεται την ημέρα της ψηφοφορίας. Η κυβερνητική νομιμοποίηση ανανεώνεται καθημερινά μέσω αποτελεσμάτων, διοικητικής επάρκειας και αντίληψης δικαιοσύνης. Ο Lula ξεκινά την τέταρτη θητεία του με δημόσιο χρέος άνω του 82% του ΑΕΠ, υψηλά επιτόκια, αυξανόμενη ιδιωτική υπερχρέωση και προβλεπόμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης, την ίδια στιγμή που έχει δεσμευθεί για κοινωνική προστασία και μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση. Η ικανότητά του να συνδυάσει δημοσιονομική αξιοπιστία με αισθητή βελτίωση της καθημερινής οικονομικής ζωής θα επηρεάσει τη μεταεκλογική του νομιμοποίηση περισσότερο από τη διαφορά των 3,58 ποσοστιαίων μονάδων της 25ης Οκτωβρίου.
Η νομιμοποίηση μιας τέταρτης θητείας συνδέεται, τέλος, και με το ζήτημα της διαδοχής. Ο Lula εισέρχεται σε μια νέα προεδρική περίοδο σε ηλικία 81 ετών και η ίδια η διάρκειά του στην κορυφή της βραζιλιάνικης Αριστεράς δημιουργεί ένα πρόβλημα θεσμοποίησης που ξεπερνά την προσωπική του δημοτικότητα. Μια ισχυρή προεδρία μπορεί να επιδιώξει να αφήσει πίσω της κανόνες, πολιτικές και κομματικές δομές που επιβιώνουν του ηγέτη. Μια προεδρία που παραμένει οργανωμένη σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την προσωπική ικανότητα του Lula να συμβιβάζει αντιφατικά συμφέροντα θα μεταφέρει μεγάλο μέρος της πολιτικής αβεβαιότητας στο 2030.
Ο Lula έχει αδιαμφισβήτητο δικαίωμα να κυβερνήσει ως πρόεδρος της Βραζιλίας· η δυνατότητά του να κυβερνήσει ισχυρά θα εξαρτηθεί από τη σχέση που θα οικοδομήσει με ένα Κογκρέσο διαφορετικής πολιτικής σύνθεσης, από την αποδοχή της εκλογικής διαδικασίας από την αντιπολίτευση, από την ικανότητά του να παράγει αποτελέσματα και από το κατά πόσο η προεδρία θα αντιμετωπίσει την εκλογική νίκη ως αφετηρία μιας νέας θεσμικής σύνθεσης.
Πρόσφατα σχόλια