Η πυκνότητα των κοινωνικών κινητοποιήσεων που καταγράφεται σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες δημιουργεί εύλογα την εικόνα μιας ηπείρου που εισέρχεται σε νέο κύκλο συλλογικής αμφισβήτησης. Η Γαλλία αντιμετωπίζει εδώ και εβδομάδες ένα κίνημα που ξεκίνησε από σχολεία και εκπαιδευτικά αιτήματα, διευρύνθηκε προς τα συνδικάτα και τμήματα των Κίτρινων Γιλέκων και συνδέθηκε σταδιακά με το κόστος ζωής, τους μισθούς και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Στο Βέλγιο, φοιτητές συμμετείχαν στην εθνική απεργία κατά των δημοσιονομικών περικοπών, ενώ στη χώρα μας μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί διαδήλωσαν για την κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης, τους μισθούς και το κόστος στέγασης, χρησιμοποιώντας μάλιστα συνθήματα αλληλεγγύης προς τη γαλλική κινητοποίηση. Στην Ιταλία, διαδηλώσεις για το κόστος ζωής και τον πόλεμο συνοδεύθηκαν σε ορισμένες πόλεις από συγκρούσεις με την αστυνομία.
Η γεωγραφική πυκνότητα αυτών των γεγονότων είναι πραγματική, όμως από μόνη της δεν αρκεί για να αποδείξει την ύπαρξη ενός ενιαίου ευρωπαϊκού κύματος. Η συγκριτική μελέτη της διεκδικητικής πολιτικής διακρίνει ανάμεσα στη σχεδόν ταυτόχρονη εμφάνιση κινητοποιήσεων κάτω από παρόμοιες δομικές συνθήκες και στη γνήσια διάχυση ενός κύκλου διαμαρτυρίας από κοινωνική ομάδα σε κοινωνική ομάδα και από χώρα σε χώρα. Η σχετική βιβλιογραφία έχει επισημάνει ότι η χρονική συνύπαρξη διαδηλώσεων μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση κοινής διάχυσης ακόμη και όταν διαφορετικές κοινωνίες αντιδρούν ανεξάρτητα σε παρόμοιες πιέσεις. Η έννοια του «κύκλου διαμαρτυρίας» αποκτά μεγαλύτερη αναλυτική ακρίβεια όταν η κινητοποίηση διαδίδεται σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, δημιουργεί νέες μορφές δράσης, μεταφέρει ερμηνευτικά σχήματα από έναν χώρο σε άλλον και επηρεάζει τη συμπεριφορά των κυβερνήσεων και των αντιπάλων της.
Η σημερινή Ευρώπη εμφανίζει αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά, χωρίς ακόμη να παρουσιάζει την πολιτική και κοινωνική ομοιογένεια ενός πλήρως συγκροτημένου πανευρωπαϊκού κινήματος. Υπάρχει καταρχάς μια κοινή υλική βάση δυσαρέσκειας. Η άνοδος του κόστους ζωής, οι υψηλές τιμές ενέργειας και στέγης, η αίσθηση ότι οι μισθοί υστερούν έναντι των καθημερινών δαπανών και η υποχώρηση της ποιότητας ορισμένων δημόσιων υπηρεσιών εμφανίζονται επανειλημμένα στις δυτικοευρωπαϊκές κινητοποιήσεις. Στη Γαλλία, η αρχική δυσαρέσκεια για ελλείψεις εκπαιδευτικών και φθαρμένες σχολικές υποδομές εξελίχθηκε σε ευρύτερη αμφισβήτηση γύρω από την ακρίβεια και τις δημόσιες υπηρεσίες. Στην Ελλάδα, η εκπαιδευτική διαμαρτυρία συνδέθηκε άμεσα με υψηλά ενοίκια, χαμηλή αγοραστική δύναμη και ελλείψεις προσωπικού. Στο Βέλγιο, οι διαδηλωτές και τα συνδικάτα αντιδρούν σε δημοσιονομικές περικοπές που θεωρούν ότι μεταφέρουν δυσανάλογο βάρος σε εργαζομένους, συνταξιούχους και χαμηλότερα εισοδήματα.
Η κοινότητα αυτών των πιέσεων προκύπτει από μια βαθύτερη μεταβολή της ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας. Πολλά ευρωπαϊκά κράτη βρίσκονται ταυτόχρονα αντιμέτωπα με ακριβότερη ενέργεια, αυξημένες αμυντικές ανάγκες, γήρανση του πληθυσμού, πιέσεις στα συστήματα υγείας και συντάξεων, ανάγκη πράσινων και ψηφιακών επενδύσεων και μεγαλύτερους περιορισμούς στη δημοσιονομική επέκταση. Το κοινωνικό κράτος καλείται να ανταποκριθεί σε περισσότερες απαιτήσεις ακριβώς σε μια περίοδο κατά την οποία η χρηματοδότησή του γίνεται δυσκολότερη. Η γαλλική περίπτωση αποδίδει αυτή την ένταση με ιδιαίτερη καθαρότητα: η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει εκπαιδευτικά και κοινωνικά αιτήματα ενώ το δημόσιο χρέος πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ και οι αγορές απαιτούν σαφέστερη δημοσιονομική προσαρμογή. Η κοινωνική σύγκρουση συναντά επομένως άμεσα τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.
Από εδώ προκύπτει ένα κοινό πολιτικό υπόστρωμα που υπερβαίνει τις επιμέρους εθνικές αφορμές. Μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών έχουν την αίσθηση ότι το κράτος εξακολουθεί να απαιτεί υψηλό επίπεδο φορολογικής και κοινωνικής συμμόρφωσης ενώ δυσκολεύεται να διατηρήσει την ποιότητα των υπηρεσιών, τη δυνατότητα κοινωνικής ανόδου και την οικονομική ασφάλεια προηγούμενων δεκαετιών. Για τις νεότερες γενιές η αντίφαση αποκτά ιδιαίτερη ένταση: ακριβότερη κατοικία, δυσκολότερη πρόσβαση σε σταθερή εργασία, μεγαλύτερο κόστος εκπαίδευσης και περιορισμένη προσδοκία ότι η κοινωνική τους θέση θα υπερβεί εκείνη των γονέων τους. Οι σημερινές εκπαιδευτικές κινητοποιήσεις αποκτούν έτσι περιεχόμενο πολύ ευρύτερο από τα σχολικά ή πανεπιστημιακά αιτήματα. Το σχολείο και το πανεπιστήμιο λειτουργούν ως χώροι όπου συμπυκνώνεται η αγωνία για τη μελλοντική κοινωνική θέση.
Ένα ευρωπαϊκό κύμα κοινωνικής αμφισβήτησης δεν χρειάζεται να διαθέτει ενιαία αιτία για να υπάρχει. Τα ιστορικά κύματα διαμαρτυρίας σπάνια αποτελούνται από κινήματα με απολύτως όμοια αιτήματα. Η ενότητά τους συχνά βρίσκεται στη χρονική συγκέντρωση της δράσης, στη μεταφορά πρακτικών και συμβόλων, στην αίσθηση ότι «η κινητοποίηση είναι ξανά δυνατή» και στη σταδιακή μεταβολή της πολιτικής συμπεριφοράς τόσο των κοινωνικών ομάδων όσο και των κυβερνήσεων. Η σχετική ευρωπαϊκή έρευνα έχει πράγματι διαπιστώσει ότι οι κινητοποιήσεις επηρεάζουν συχνά τις γειτονικές χώρες, κυρίως μέσω διασυνοριακής διάχυσης, ενώ οι μεγάλες πανευρωπαϊκές εκρήξεις που καταλαμβάνουν ταυτόχρονα σχεδόν ολόκληρη την ήπειρο είναι πολύ πιο σπάνιες, επειδή οι εθνικές κοινωνικές δομές και οι πολιτικές ευκαιρίες διαφέρουν σημαντικά.
Η εικόνα ταιριάζει μέχρι στιγμής περισσότερο σε ένα τέτοιο μοντέλο «συστάδων» κινητοποίησης. Η Γαλλία λειτουργεί ως ιδιαίτερα ορατό κέντρο, τόσο λόγω της έντασης των γεγονότων όσο και λόγω της ιστορικής σημασίας της διαδήλωσης στη γαλλική πολιτική κουλτούρα. Το Βέλγιο βρίσκεται σε άμεση γεωγραφική και κοινωνική γειτνίαση και παρουσιάζει ήδη σαφή στοιχεία μίμησης και αλληλεπίδρασης. Στην Ελλάδα υπάρχει ρητή συμβολική αναφορά στη γαλλική εμπειρία, αλλά η εγχώρια κινητοποίηση παραμένει ριζωμένη σε ελληνικές συνθήκες μισθών, στέγης και εκπαίδευσης. Η Ιταλία αντιμετωπίζει ένα μείγμα ακρίβειας, πολέμου και δημόσιας τάξης, μέσα σε διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον και με πολύ ισχυρότερη κυβερνητική έμφαση στην ασφάλεια.
Εμφανίζεται, παράλληλα, ένα δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό: η διεύρυνση των αρχικών αιτημάτων. Η γαλλική κινητοποίηση ξεκίνησε από συγκεκριμένα προβλήματα δημόσιας εκπαίδευσης και μέσα σε λίγες εβδομάδες απέκτησε συνδικαλιστική, μισθολογική και αντισυστημική διάσταση. Τα Κίτρινα Γιλέκα, παρότι προέρχονται από διαφορετικό ιστορικό κύκλο, επανήλθαν στις σημερινές κινητοποιήσεις, δημιουργώντας σύνδεση ανάμεσα σε προηγούμενες και νέες μορφές κοινωνικής δυσαρέσκειας. Αυτό το πέρασμα από το ειδικό αίτημα σε ευρύτερη αμφισβήτηση αποτελεί κλασικό χαρακτηριστικό ενός κύκλου διεκδικητικής πολιτικής: το αρχικό κίνημα αποκαλύπτει την ευπάθεια της κυβέρνησης, διευρύνει την αίσθηση πολιτικής δυνατότητας και προσφέρει χώρο σε άλλες κοινωνικές ομάδες να εντάξουν τις δικές τους απαιτήσεις στην ίδια περίοδο κινητοποίησης.
Το τρίτο κοινό χαρακτηριστικό βρίσκεται στην αντίδραση των κυβερνήσεων. Οι ευρωπαϊκές αρχές δεν παρακολουθούν μόνο τις διαμαρτυρίες στις γειτονικές χώρες· παρακολουθούν και τις τεχνικές δημόσιας τάξης που εφαρμόζονται εκεί. Η γαλλική εμπειρία μεγάλης αστυνομικής ανάπτυξης, προσωρινών απαγορεύσεων και αυξημένων μέτρων ασφαλείας εξελίσσεται παράλληλα με αυστηρότερες πολιτικές δημόσιας τάξης στην Ιταλία. Η βιβλιογραφία για τη διασυνοριακή κινητοποίηση έχει δείξει ότι μαζί με τα κινήματα διαχέονται και οι αντιδράσεις των κρατών: αστυνομικές τακτικές, μορφές επιτήρησης, νομικές απαγορεύσεις και ερμηνείες περί «βίαιου εξτρεμισμού» μεταφέρονται και προσαρμόζονται από χώρα σε χώρα.
Αυτή η αμφίδρομη διαδικασία μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό σημείο στο οποίο οι σημερινές εθνικές κρίσεις θα αποκτήσουν ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Ένα κοινωνικό κύμα δεν συγκροτείται μόνο επειδή παρόμοιοι πολίτες διαδηλώνουν ταυτόχρονα. Συγκροτείται όταν οι δρώντες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τους άλλους ως μέρος ενός κοινού πολιτικού περιβάλλοντος, όταν οι κυβερνήσεις διαβάζουν τα ξένα γεγονότα ως προειδοποίηση για το εσωτερικό τους και όταν τα εθνικά κινήματα εντάσσουν τις τοπικές τους διεκδικήσεις σε μια ευρύτερη αφήγηση.
Η Ευρώπη βρίσκεται κοντά σε αυτό το κατώφλι, χωρίς ακόμη να το έχει υπερβεί πλήρως. Υπάρχει πραγματική διασυνοριακή διάχυση, κοινή κοινωνικοοικονομική πίεση και εντυπωσιακή ταυτόχρονη επιστροφή της μαζικής κινητοποίησης. Υπάρχουν επίσης βαθιές εθνικές διαφοροποιήσεις ως προς τα αίτια, τους στόχους, τα οργανωτικά υποκείμενα και τη σχέση των κινημάτων με την εκλογική πολιτική. Η περισσότερο ακριβής περιγραφή είναι εκείνη ενός αναδυόμενου ευρωπαϊκού πεδίου κοινωνικής σύγκρουσης, μέσα στο οποίο οι εθνικές κρίσεις παύουν σταδιακά να εξελίσσονται απομονωμένες και αρχίζουν να επηρεάζουν αμοιβαία τις προσδοκίες, τις μορφές δράσης και τις κρατικές αντιδράσεις.
Η εξέλιξη των επόμενων μηνών θα δείξει εάν αυτή η συγχρονισμένη κοινωνική δυσαρέσκεια θα αποκτήσει κοινά ευρωπαϊκά αιτήματα και σταθερούς διακρατικούς δεσμούς ή εάν θα υποχωρήσει μέσα στις ιδιαίτερες πολιτικές διαδρομές κάθε χώρας. Ήδη, όμως, έχει εμφανιστεί μια σημαντική μεταβολή: η διαδήλωση έχει επανέλθει ως κεντρικό μέσο πολιτικής έκφρασης σε αρκετές διαφορετικές ευρωπαϊκές κοινωνίες, και η επιτυχία ή η αποτυχία κάθε εθνικού κινήματος παρακολουθείται πλέον από δυνητικούς κινητοποιημένους πολύ πέρα από τα σύνορά του.
Πρόσφατα σχόλια